ImageΕίμαστε στη δυσάρεστη θέση να πληροφορήσουμε τους επισκέπτες-αναγνώστες ότι ο δημιουργός και αρθρογράφος του ιστολογίου, Φοίβος Σταυρίδης, απεβίωσε στις 6/3/2012. Δεν θα υπάρξουν καινούργιες αναρτήσεις, αλλά το ιστολόγιο θα παραμείνει στον Παγκόσμιο Ιστό, ελεύθερα προσβάσιμο, όσο το επιτρέψει το WordPress που το φιλοξενεί. Παράλληλα, πρόθεσή μας είναι να προχωρήσουμε (όχι άμεσα) σε έκδοση λευκώματος με όλο το περιεχόμενο του ιστολογίου, κάτι που ήταν επιθυμία και πρόθεση και του Φοίβου Σταυρίδη.

Ευχαριστούμε όλους τους επισκέπτες-αναγνώστες, οι οποίοι αγκάλιασαν με θέρμη το ιστολόγιο.

Η οικογένεια του Φοίβου Σταυρίδη

H αγγλίδα ποιήτρια Patricia Beer (1919-1999) το 1959 δημοσίευσε στη συλλογή της Loss of the Magyar το ποίημα «The Fifth Sense» («H πέμπτη αίσθηση»), που έχει ως αφετηρία του ένα επεισόδιο που συνέβη κατά τη διάρκεια του κυπριακού απελευθερωτικού Αγώνα, μεταξύ ενός κύπριου χωρικού και των «Δυνάμεων Aσφαλείας», όπως –κατ’ ευφημισμό– αποκαλούσε η αγγλική κυβέρνηση της Kύπρου τις στρατιωτικές μονάδες καταστολής.

H ποιήτρια, γεννημένη στο Devon της Aγγλίας το 1919 και καθηγήτρια της αγγλικής, κατά τη διάρκεια της ζωής της εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές και μια επιλογή ποιημάτων της, ένα βιβλίο πεζογραφίας, ένα αυτοβιογράφημα, κι ένα βιβλίο κριτικής. Ποιήτρια χαμηλών τόνων και συγγραφέας που κατά κανόνα απέφευγε τη δημοσιότητα η Beer, στην εισαγωγή του βιβλίου της Collected Poems (1988) κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο ποίημα «Πέμπτη αίσθηση» εξαιτίας ενός περιστατικού που της έτυχε κατά τη διάρκεια ανάγνωσης ποιημάτων της πολλά χρόνια μετά τη δημοσίευσή το. Γράφει:

«Mια άλλη εμπειρία από την οποία ελπίζω ότι το παρόν βιβλίο θα με προστατεύσει είναι να κριθώ μονάχα από τα πολύ παλιά ποιήματά μου. Πριν λίγο καιρό διάβαζα ποιήματά μου σε μια μικρή αγροτική πόλη του βορρά, μπροστά σε μια ομάδα σκληρών ηλικιωμένων γυναικών που επέλεξαν να επιτεθούν στην ‘Πέμπτη αίσθηση’, ένα ποίημα που έγραψα το 1957 και δεν είχα συμπεριλάβει στο πρόγραμμα. Mια από αυτές έφθασε μάλιστα να πει ότι η επιγραφή –απόσπασμα από επαρχιακή εφημερίδα– ήταν το μόνο καλό του ποιήματος. O κιτρινομάλλης επιμελητής, που προφανώς πίστευε ότι η αγένεια ήταν εξυπνάδα, κουνούσε  ενθαρρυντικά το κεφάλι για κάθε στιλέτο που μπηγόταν.

Kάποια στιγμή βρήκα τη δύναμη να ρωτήσω αν θα προτιμούσαν να επιτεθούν σε κάποιο άλλο ποίημά μου, μια και εκείνο είχε γραφεί ένα τέταρτο του αιώνα πρωτύτερα και το είχαν ακολουθήσει περισσότερα από άλλα εκατό ποιήματα για τα οποία θα ήμουν καλύτερα προετοιμασμένη να αμυνθώ. Όπως απεδείχθη αυτό ήταν το μόνο που είχαν ποτέ διαβάσει· ο επιμελητής το είχε φωτοτυπήσει για την περίσταση από κάποια ανθολογία. Γνωρίζω ότι ούτε ο επιμελητής ούτε κάποια από την ομάδα του θα αγοράσουν ή θα δανειστούν την Eπιλογή ποιημάτων μου, αισθάνομαι όμως ότι αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων».

H ευπρέπεια της συγγραφέως δεν αφήνει υπονοούμενα για τα πιθανά αίτια αυτής της επίθεσης. Ποιές Ερινύες κυνηγούσαν τις ηλικιωμένες Aγγλίδες ύστερα από τόσα χρόνια; Μήπως οι μνήμες ενοχών για την πολιτική της χώρας τους απέναντι σε ένα λαό που ζητούσε την ελευθερία του ―και που θα ήταν καλύτερο να τις κρύψουν;

Παραθέτω το ποίημα σε δική μου μετάφραση.

H πέμπτη αίσθηση

«Eξηνταπεντάχρονος Eλληνοκύπριος βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου, τραυματίστηκε σπό τις δυνάμεις ασφαλείας ενωρίς το πρωΐ σήμερα. Tον κάλεσαν δυο φορές να σταματήσει κι όταν δεν ανταποκρίθηκε στη διαταγή, ο στρατός τον πυροβόλησε. Σε κατοπινή εξέταση που έγινε στο νοσοκομείο απεδείχθη ότι ήταν κουφός. Eιδήσεις, 30 Δεκεμβρίου 1957″.

Tα φώτα όλο το βράδι είναι αναμμένα

Eδώ, όπου όλους επιτηρούν και τους φροντίζουν,

Kι εγώ, ένας βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου,

Eπιθυμώ το σκοτάδι, γιατί εκεί

Είχα σιγουριά, ενώ τώρα η ματιά μου

Σκουντουφλά σε κρεββάτια, σαν λευκά σκόρπια λιθάρια,

και το σπιτικό μου νοσταλγώ, απόμακρο και κοιμισμένο

καθώς η νύχτα βαραίνει στους ώμους μου.

 .

H όρασή μου ήταν καλή,

Καλύτερη από άλλους. Γευόμουν το κρασί και το ψωμί

Kαι το βρεγμένο αλώνι αναγνώριζα

Tο θέρος. Ήξερα να φυλάγομαι απ’ την οσμή

Tης αλεπούς μές στο λαβύρινθο του δάσους και της βλάστησης.

Ένιωθα τ’ άγγιγμα της καταχνιάς και της αναπνοής.

Όμως αισθήσεις δυνατές είχα μονάχα τέσσερις.

H πέμπτη μ’ έφερε κοντά στο θάνατο.

 .

Oι στρατιώτες  πρέπει να είχαν καλέσει

Mε τη λέξη που έπρεπε: Aλτ. Eπειδή δεν άκουσα

Ήμουν η αποτυχία τους, χαλαρωμένη στο έλεος

Του χειμωνιάτικου ουρανού, η σημαία της ήττας τους.

Mε τις πέντε αισθήσεις τους  δεν γνώριζαν

Πως από εμένα έλειπε μια, κι έτσι έπρεπε να κτυπήσουν .

Kαι το ουράνιο τόξο θα πυροβολούσαν αν είχε

Ενα χρώμα λιγότερο από ό,τι διδάχτηκαν.

 .

Eίπε ο Xριστός πως όταν ένα πρόβατο

χαθεί, δεν έχουν πια σημασία τα άλλα.

Σ’ αυτό το νοσοκομείο, όπου η ξένη ανάσα

Kρέμεται σαν φανάρι πάνω στο στιλβωμένο πάτωμα

Συνθλίβοντας όσους δεν έχουν ύπνο,

Kαταλαβαίνω πόσο πολύτιμο είναι το κάθε τι, πόσο ακριβό,

Aφού μπορεί να μην αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ, να ιδώ

Ποτέ ξανά, επειδή δεν μπόρεσα ν’ ακούσω.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα πολύ δημοφιλής στην κυπριακή κοινωνία (που διέθετε περιορισμένες δυνατότητες διασκέδασης) ήταν η ανταλλαγή ταχυδρομικών καρτών, με διάφορα θέματα (τοπία, οικογενειακές σκηνές, λουλούδια, πουλιά, κ.λπ).

Πολύ σπανιότερα ―και κυρίως ανάμεσα στους νεότερους― κυκλοφορούσαν δελτάρια με «τολμηρότερα» θέματα, τα οποία συναντούμε κάποτε σε φωτογραφικά λευκώματα της εποχής. Βέβαια με αντιλήψεις της δικής μας εποχής  οι φωτογραφίες αυτές μόνο αφελώς τολμηρές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν.

Τρία δείγματα ακολουθούν :

Υπόσχεση για περισσότερα!

Ένα βήμα παραπάνω, με τη δικαιολογία κάποιου μετρήματος!

Ίσως το παρακάνουνε. Όμως όχι, αφού πρόκειται για ιατρική εξέταση από τον …»ράφτη» της προηγούμενης φωτογραφίας (Πάντως στο στήθος έγινε ρετουσάρισμα)!

Στους πρώτους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες, που διοργανώθηκαν στην Αθήνα την εβδομάδα 25–31 Μαρτίου 1896, ανάμεσα στους νικήτές των αγωνισμάτων περιλαμβανόταν και ο κυπριακής καταγωγής αξιωματικός του πυροβολικού Ιωάννης Χ. Φραγκούδης (1863-1916) ―ο πατέρας του Χαράλαμπος Φραγκούδης, της μεγάλης λεμεσιανής οικογένειας Φραγκούδη, είχε υπηρετήσει στην προξενική υπηρεσία της Ελλάδας.

Ο Ιωάννης Χ. Φραγκούδης, στις 30 Μαρτίου, έκτη μέρα των αγώνων, αναδείχθηκε πρώτος νικητής «εις τον δια πιστολίου αγώνα από 25 μέτρων» και με τη νίκη του έγινε ο πρώτος κύπριος ολυμπιονίκης των νεότερων χρόνων. Ο Ι. Χ. Φραγκούδης είχε λαμπρή σταδιοδρομία στον ελληνικό στρατό και εθεωρείτο ειδικός σε θέματα εξοπλισμών. Υπό την ιδιότητα αυτή, το 1914 στάλθηκε στις Ημωμένες Πολιτείες Αμερικής ως εμπειρογνώμων για την προμήθεια στρατιωτικού υλικού για τις ελληνικές δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της εκεί διαμονής του και ενώ εξέταζε νέο οπλικό σύστημα υπέστη ηλεκτροπληξία και πέθανε.

Σταθμός λίγων λεπτών για αναμνηστική φωτογραφία, στην ειδυλλιακή κυπριακή ύπαιθρο της δεκαετίας του 1930 (όσο για να ανασάνει και το ταλαιπωρημένο αυτοκίνητό τους).

Το 1952 η συγγραφέας και λαογράφος Αθηνά Ταρσούλη σε επίσκεψή της στη Θέρμια, μικρή κοινότητα στα περίχωρα της Κερύνειας, σχεδίασε το ερειπωμένο σπίτι γνωστό ως «Σπίτι του Λιπέρτη». Ο ποιητής Δημήτρης Θ. Λιπέρτης (1866-1937) γεννήθηκε στη Λάρνακα, όμως η οικογένεια του πατέρα του Θεοφάνη καταγόταν από τη Θέρμια, όπου βρισκόταν και το οικογενειακό τους σπίτι.

Σημειώνει η Ταρσούλη : «Βλέποντας το ερειπωμένο σπίτι αναλογιζόμαστε τον τρυφερό τραγουδιστή της λαϊκής κυπριώτικης ψυχής ν’ ανεβοκατεβαίνει αυτή τη σκάλα, να ζει κάτω απ’ τη στέγη του και να γράφει, τον χειμώνα δίπλα στο παραγκώνι ή την άνοιξη κάτω απ’ τα δέντρα, τα πιο χαριτωμένα του Τζιυπριώτικα Τραούδκια, γεμάτα έρωτα και πάθος νοσταλγικό…»

Για το «παππογονικό» σπίτι του Λιπέρτη ο συγγραφέας Δώρος Χρίστης μάς πληροφορεί : «Το σπίτι ήταν διώροφο. Μια πέτρινη σκάλα ανέβαζε στα ανώγεια δωμάτια. Στην πόρτα εισόδου του ανωγείου, πάνω από την πόρτα στο κέντρο, υπήρχε μέχρι της εισβολής εντοιχισμένο τετραγωνισμένο ξύλο που εξείχε πάνω από τη σκάλα και το οποίο, συμφωνα και με τα γραφόμενα του Λοΐζου Φιλίππου, αποτελούσε τη βάση, από την οποία ξεκινούσε και αιωρείτο πάνω από τη σκάλα οικογενειακό οικόσημο».

Έως την τούρκικη Εισβολή του 1974 το σπίτι του Λιπέρτη επιβίωνε, έστω ερειπωμένο. Η τύχη του σήμερα δεν μας είναι γνωστή.

Στο ετήσιο Ημερολόγιον του Κ.Φ. Σκόκου, το οποίο εκδιδόταν στην Αθήνα κατά την περίοδο  1886-1918 δημοσιεύονταν συχνά λογοτεχνικές συνεργασίες Κυπρίων αλλά και διάφορα θέματα που αναφέρονταν στην Κύπρο. Στις εκδόσεις 1904 και 1905 του Ημερολογίου παρουσιάστηκαν προσωπογραφικά σημειώματα για τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα και στον ελληνισμό του εξωτερικού. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν οι ακόλουθοι έξι διακεκριμένοι Κύπριοι δημοσιογράφοι, πέντε διευθυντές εφημερίδων της Κύπρου και ένας της Ελλάδας :

Μενέλαος Δ. Φραγκούδης (1871-1931), διευθυντής-αρχισυντάκτης 1897-1831, της εφημ. Αλήθεια, Λεμεσού.

Στυλιανός Χουρμούζιος (1850-1937), ιδρυτής-διευθυντής 1884-1901, της εφημ. Σάλπιγξ, Λεμεσού.

Χριστόδουλος Σ. Χουρμούζιος (1878-1965), εκδότης-διευθυντής 1901-1912, της εφημ. Σάλπιγξ, Λεμεσού.

Γεώργιος Νικόπουλος (1865-1912), διευθυντής 1887-1912, της εφημ. Φωνή της Κύπρου, Λευκωσίας.

Κλεόβουλος Ν. Μεσολογγίτης (1872-1939), ιδρυτής-διευθυντής 1893-1935, της εφημ. Νέον Έθνος, Λάρνακας.

Άδωνις Κύρου (1872-1918), ιδιοκτήτης-διευθυντής 1897-1918, του περιοδικού και κατόπιν εφημ. Εστία, Αθηνών.

Κείμενα και φωτογραφίες, όπως παρουσιάστηκαν στο Ημερολόγιον, δίνονται πιο κάτω :

Αιωνόβιες ευχές (για το «νέον έτος 1912»), του βαρωσιώτη βιβλιοπώλη Σάββα Ιωάννου,

που επαναλαμβάνονται εδώ αμάραντες

για το 2012  

προς όλους τους επισκέπτες του ιστολογίου.

Η συμμετοχή της Κύπρου σε ελληνικούς πολέμους ήταν πάντοτε ανεπιφύλακτη. Ολόψυχη, όμως, ήταν και η ανταπόκριση του λαού μας στις πολιτικές περιπέτειες της Ελλάδας, όπως μαρτυρά εδώ δημοσίευμα σε αθηναϊκή εφημερίδα του 1897 για τους πρόσφυγες Κρήτης των απελευθερωτικών πολέμων 1896-1898.

“Τώρα η Πάφος είναι μικρόν χωρίον (με 240 κατοίκους, εξ ων το έν τρίτον είναι τούρκοι), έχει όρμον, εξ ου εξάγονται πολλά κουκούλια και κεράτια, και λιμένα όστις είναι κεχωσμένος από άμμον. Απ’ εδώ προς νότον διευθυνόμενοι θα απαντήσωμεν το Καστρί, εκ τούτου δε προς ανατολάς στρεφόμενοι μέχρι των εκβολών του Χα ποταμίου, όπου τελειώνει όλη η παραλία, ουδέν θα απαντήσωμεν πλέον.

Εκ Πάφου, ήτις, ως ανεφέραμεν, είναι παράλιον χωρίον, εάν διευθυνθώμεν προς βορράν θα φθάσωμεν εις την κωμόπολιν Κτήμα, ήτις απέχει της Πάφου 15΄ και είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας και έδρα του Μητροπολίτου. Εν αυτή υπάρχει πρωτοδικείον, δημαρχείον, νοσοκομείον, αρρεναγωγείον μετά τμήματος ελληνικού σχολείου και παρθεναγωγείον. Το Κτήμα έχει ωραίαν αγοράν, καλάς οικοδομάς, πηγαία ύδατα, κήπους και 2560 κατοίκους, εξ ων 1100 είναι Χριστιανοί, οι δε λοιποί Μωαμεθανοί”.

[Τοπογραφία της νήσου Κύπρου, προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων, υπό Γ. Μ. Κωνσταντινίδου και Ι. Ιωαννίδου. Εν Λάρνακι (Κύπρου) : Τύποις “Φιλοκαλίας”, 1897].

Δεκεμβρίου 2016
Δ T Τ T Π S S
« Apr    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031