You are currently browsing the monthly archive for Δεκέμβριος 2009.

[Από κυπριακό περιοδικό του 1957]

Ο καταρράκτης της τουρκοκρατούμενης σήμερα Ακανθούς, σε επιχρωματισμένο δελτάριο από φωτογραφία του Θ. Ν. Τουφεξή (πρώτες δεκαετίες 20ού αιώνα).

Μέσα στην επικρατήσασα κατά τα πρόσφατα χρόνια λειψυδρία και ο καταρράκτης αυτός (όπως πολλές άλλες κυπριακές πηγές) στέρεψε και πολύ αραιά παρουσίαζε ροή.

Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 τα κυριακά ορεινά θέρετρα  συγκέντρωναν το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού Κυπρίων και ξένων, κυρίως για διαμονή ή σύντομες επισκέψεις κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τούτο είχε ως συνέπεια να αναπτυχθούν σ’ αυτά αξιόλογες ξενοδοχειακές μονάδες πολλές από τις οποίες αργότερα εγκαταλείφθηκαν, όταν το ενδιαφέρον ατόνησε λόγω και της παράλληλης ανάπτυξης των αεροπορικών συγκοινωνιών.

Τρία από τα παλαιά ιστορικά ξενοδοχεία της Κύπρου παρουσιάζονται πιο κάτω, από τα οποία μόνο το τελευταίο εξακολουθεί να λειτουργεί.

Το Ξενοδοχείο Μέσα Ποταμός ήταν πολύ δημοφιλές κατά τη δεκαετία του 1930. Βρισκόταν στην ομώνυμη ειδυλλιακή περιοχή μεταξύ Πλατρών, Σαϊττά και Κάτω Αμιάντου και ανάμεσα στα αξιοθέατά του διαφήμιζε και τους καταρράκτες του. Εδώ και πολλές δεκαετίες έπαψε να λειτουργεί.

Το ξενοδοχείο Βερεγγάρια, στον Πρόδρομο, ένα από τα μεγαλοπρεπέστερα ξενοδοχειακά κτίσματα της Κύπρου, δημιουργήθηκε από τον Ιωάννη Κόκκαλο το 1930 και λειτουργούσε έως 1986. Λόγω της περίβλεπτης θέσης του και των υπηρεσιών που προσέφερε ήταν πολύ γνωστό και στο εξωτερικό και είχε, κατά καιρούς, φιλοξενήσει πολλές ξένες προσωπικότητες.

[Διαφήμιση του 1951]

Το ξενοδοχείο Φόρεστ Παρκ (Forest Park), άρχισε να κτίζεται το 1932 από τον Γεώργιο Σκυριανίδη σε σχέδια Benzian Ginsburg και λειτούργησε επισήμως από τον Ιούλιο 1936. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο των Πλατρών, μέσα σε πυκνό δάσος από πεύκα και κατά καιρούς έχει φιλοξενήσει πληθώρα διασημοτήτων από όλο τον κόσμο. Εξακολουθεί και σήμερα να είναι πολύ αγαπητό για την παραδοσιακή φιλοξενία του, η οποία προσφέρεται από την τέταρτη γενεά της οικογένειας του ιδρυτή του.

[Λιθογραφημένη αφίσα τυπωμένη από τον αθηναϊκό οίκο Μ. Πεχλιβανίδη & Σια, τη δεκαετία 1930]

Το 1927 κυκλοφορούσε στην Κύπρο ταχυδρομικό δελτάριο με σχέδιο μεγαλοπρεπούς κτηρίου που επιγραφόταν «Παγκύπρια Ελληνικά Εκπαιδευτήρια εν Λευκωσία». Το εικονιζόμενο κτίσμα είχε κάποια στοιχεία που θύμιζαν το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης, όμως δεν ταυτιζόταν με το ιστορικό σχολείο της πρωτεύουσας. Το σύνολο του σχεδίου, με τον έντονο αρχαιολατρικό συμβολισμό του, ίσως απλώς παρέπεμπε στους ελληνοκεντρικούς προσανατολισμούς της κυπριακής εκπαίδευσης.

[Απόσπασμα από το βιβλίο του δημοσιογράφου Κ. Α. Κωνσταντινίδη, Η Αγγλική κατοχή της Κύπρου, του 1878 (Λευκωσία 1930), όπου περιγράφονται τα μέτρα κατά της εγκληματικότητας που λαμβάνονταν στη Λευκωσία κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κατοχής. Όταν τη διακυβέρνηση της Κύπρου ανέλαβαν οι Άγγλοι τους τουρκους βαρυποινίτες τους έστειλαν στην Τουρκία].

“Εις φυλακάς ―αι οποίαι ήσαν παραπλεύρως του Σεραγιού― συνεσωρεύοντο διάφοροι λησταί, φονείς κ.λπ. από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας: το Μαυροβούνιον, την Σερβίαν, την Βουλγαρίαν, το Αϊδίνι, την Σμύρνην κ.λπ., τα περίφημα “ζεϊμπέκια”, οι οποίοι απετέλουν το 95% των εγκλείστων των φυλακών ―οι Κύπριοι ήσαν ελάχιστοι. Τα κακοποιά λοιπόν αυτά στοιχεία αφήνοντο ως επί το πλείστον την ημέραν ελεύθερα να κυκλοφορούν εις την πόλιν και προ πάντων την αγοράν, λόγω μεν δια να πωλήσωσι τα προϊόντα της εργασίας των εις τας φυλακάς, όπου ο καθένας ησχολείτο με το επάγγελμά του, πάντως όμως και δια να απαλλάττεται η Κυβέρνησις της διατροφής των. Φαντάζεται κανείς πόσον κακήν επίδρασιν εις τα ήθη θα είχεν ο συναγελασμός τοιούτων προσώπων προς τον λαόν, εάν αυτός δεν είχε την καλήν και ήμερον φύσιν του Κυπρίου· οπωσδήποτε δε δεν είναι δυνατόν να μη επηρεάζοντο ασθενείς χαρακτήρες από τοιούτον παραδειγματισμόν και δια τούτο ο αναγνώστης θα ευρίσκει δικαιολογημένον τον χαρακτηρισμόν των τοιούτων φυλακών ως προτύπου Εγκληματικής Σχολής, εις την οποίαν η εγκληματολογία  εδιδάσκετο υπό διεθνών καθηγητών εμπράκτως. […]

Αλλά, θα ερωτά κανείς, δεν εφοβείτο η Κυβέρνησις ότι οι κατάδικοι αυτοί, μένοντες ελεύθεροι την ημέραν, θα ήτο δυνατόν να δραπετεύσουν; Η απάντησις εις την εύλογον ερώτησιν είναι ότι ήσαν όλοι αλυσωμένοι και ότι η Κυβέρνησις εθεώρει ως ασφάλειαν κατά της φυγής την… αλυσίδα κάθε φυλακισμένου. Σημειωτέον ότι κάθε φυλακισμένος έφερεν αλυσίδα, ή μάλλον άλυσον χονδρόν, από την ζώνην έως το κάτω μέρος του ποδιού, βάρους αρκετών οκάδων και με χαλκάδες ισαρίθμους προς τα έτη της ποινής του. Βαρύποινοι, λοιπόν, κατάδικοι εις 15-20 ετών φυλάκισιν έφερον άλυσον ο οποίος με τους χαλκάδες του έφθανε, κατά πληροφορίαν εμφαντικήν δοθείσαν εις ημάς, μέχρι 35 οκάδων! Με βάρη, λοιπόν, 10, 20, 30, κ.λπ. οκάδων και η ιδέα φυγής ήτο κατά κανόνα αδύνατος.

Εξαιρετικώς μίαν φοράν βαρύποινοι φυλακισμένοι, παρακινούμενοι από κάποιον γιγαντόσωμον Μαυροβούνιον κατώρθωσαν να διαφύγωσι προς στιγμήν από τον κλωβόν των, αφού κατώρθωσεν εκείνος με τας ηρακλείους χείρας του να βιάσει την σιδηράν εξώθυραν των φυλακών και να προηγηθεί εις την έξοδον. Μετ’ ολίγας όμως ώρας συνελαμβάνοντο οι δυστυχείς εις τον ποταμόν παρά το Καϊμακλί ενώ αφελέστατα επροσπαθούσαν, χρησιμοποιούντες τσιακκίλες ως άκμονα και σφύραν, να σπάσουν τις χονδρές αλυσίδες των”.

[Εξηγήσεις φωτογραφιών: Επάνω: “Κατάδικοι από τις φυλακές Λευκωσίας, οδηγούνται προς την Κερύνεια, συνοδευόμενοι από Άγγλους και Τούρκους στρατιώτες”. Κάτω: “Μεταφορά Τούρκων καταδίκων από την Κύπρο στην Τουρκία, με το πλοίο Μαύρος πρίγκιπας, του βασιλικού ναυτικού”].

Στην τουρκοκρατούμενη σήμερα Τρεμετουσιά (διάδοχο κοινότητα της αρχαίας πόλης της Τριμυθούντος) βρίσκεται η εκκλησία της μονής Αγίου Σπυρίδωνα, του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 12 Δεκεμβρίου.

Ο Άγιος Σπυρίδων (γύρω στα 270–358) γεννήθηκε στην Άσσια και υπήρξε επίσκοπος Τριμυθούντος με σημαντική παρουσία στην εκκλησιαστική ιστορία. Μετά το θάνατό του και για περίπου τρεις αιώνες το λείψανό του παρέμενε στην εκκλησία της μονής. Τον έβδομο αιώνα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί (γύρω στα 1456) στην Κέρκυρα, της οποίας είναι πολιούχος άγιος. [Ακολουθούν δύο ενθυμήματα αναφερόμενα στην εκκλησία του στην Τρεμετουσιά κι ένα της Κέρκυρας].

Πιστοποιητικό παραλαβής από εκπρόσωπο της μονής Αγίου Σπυρίδωνα, στην Τρεμετουσιά, ιερού κειμηλίου που στάλθηκε από την Κέρκυρα

Κέρκυρα : «Το ιερόν λείψανον κατά παλαιάν ξυλογραφίαν»

Στις 12 Δεκεμβρίου 1925, μία περίπου δεκαμελής ομάδα νέων από τη Λάρνακα ξεκινούν με τα ποδήλατά τους για εκδρομή στα ερείπια της αρχαίας Σαλαμίνας. Η αρχαία πόλη της Σαλαμίνας δεν ήταν τότε όπως τη γνωρίσαμε αργότερα, όταν η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε όλη την κρυμμένη ομορφιά της. Από την εκδρομή διασώθηκαν κάποιες φωτογραφίες οι οποίες παρουσιάζονται πιο κάτω.

Εκείνη η ομάδα των Λαρνακέων, ουσιαστικά μία συντροφιά φίλων με εκδρομικά και φυσιολατρικά ενδιαφέροντα, τον προηγούμενο χρόνο είχε συμβάλει στην ίδρυση του (πρώτου) Πεζοπορικού Ομίλου Λάρνακας. (Για περισσότερα βλ. τις αναμνήσεις του Αρίσταρχου Δημητρίου, ενός από τα ιδρυτικά μέλη του σωματείου, στο ιστολόγιο «Λάρνακα» http://larnaka.wordpress.com/2009/02/28/104). [Πηγή φωτογραφιών: Λούης Περεντός]

[Απόσπασμα από ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα σε κυπριακό περιοδικό του 1958, για την οικοδομική ανάπτυξη της Λευκωσίας, με σχετικές φωτογραφίες των “νέων κτηρίων” της και με προβλέψεις για την ανάπτυξη της πόλης κατά τα επόμενα δέκα χρόνια].

“Ο οικοδομικός οργασμός της Λευκωσίας διηγείται την ιστορία της μεταπολεμικής αναπτύξεως της Κύπρου. Το αναπτυσσόμενο εμπόριο κι η βιομηχανία του Νησιού κι η αύξηση του πληθυσμού δημιούργησαν ανάγκες για σύγχρονα και μεγαλύτερα κτήρια που να μπορούν να τους στεγάσουν, και για να το επιτύχουν αυτό οι Κύπριοι οικοδόμοι είχαν να αντιμετωπίσουν πολλά προβλήματα, το μεγαλύτερο, ίσως, απ’ όλα ο περιορισμένος χώρος. Η λύσις στο πρόβλημα βρέθηκε στη μόνη διεύθυνση που δεν παρουσίαζε περιορισμούς: η πρωτεύουσα θα ’πρεπε να αναπτυχθεί προς τα πάνω.

Νέα πολυώροφα κτήρια φυτρώνουν κάθε μέρα σαν μανιτάρια σε στενά οικόπεδα, και σιγά-σιγά αντικαθιστούν τα παλιά μονοώροφα σπίτια. Σε δέκα χρόνια η πρωτεύουσα θα έχει όψη σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλεως”.

[Επιστολικό δελτάριο που κυκλοφόρησε στην Κύπρο το 1941, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με ευχές και προσδοκίες που σύντομα διαψεύστηκαν, ενδεικτικές όμως της ευπιστίας των Κυπρίων. (Φαίνεται ότι ανάλογα αισθήματα δεν συγκινούσαν και την  «αγγλικήν ψυχήν».  Μετά το τέλος του πολέμου η άλλη πλευρά εφάρμοσε την κυπριακή παροιμία «ο βους εψόφησεν, το συμπεθερκόν εξηλώθη»)].

Δεκέμβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.   Ιαν. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031