You are currently browsing the monthly archive for Ιανουαρίου 2011.

[Η θυσία της Βελισάνδρας. Σχέδιο 18ου αιώνα]

Μεταξύ θρύλου και ιστορίας η μορφή της κυπρίας νέας που προτίμησε το θάνατο παρά να αφεθεί παθητικά στη ζωή για την οποία την προόριζαν οι τούρκοι κατακτητές της Κύπρου, το 1570, πέρασε σε ιστορικές αναφορές, στην τέχνη και στη λογοτεχνία με πολλά ονόματα: Μαρία Συγκλητική, Αρνάλδα Ρουχιά, Ρενάλδα, Βελεσάνδρα ―όποιο όμως κι αν είναι το ακριβές όνομά της, η ουσία και ο συμβολισμός της πράξης της παραμένουν ίδιοι.

Στην ηρωΐδα αναφέρθηκαν πολλοί παλαιότεροι χρονικογράφοι (Μπιζάρο, Καλέπιο, Σερένο, Γάττο. Σωζόμενος, Μπρενζόνιο, Φολιέτα, Γκρατιάνι), ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου… (Βενετία 1788) και ο άγγλος Claude Delaval Cobham (Arnalda sive captiva victrix, Λονδίνο 1910). Απασχόλησε επίσης τη νεοελληνική λογοτεχνία ―μεταξύ άλλων, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον επτανήσιο Αντώνιο Σ. Μάτεση (1864-1952) οι οποίοι έγραψαν ποιήματα εξυμνώντας την.

Ακολουθεί μικρό ανθολόγιο αποσπασμάτων.

«εν ω δε εβάρκαρε τους σκλάβους και τα λάφυρα, ένα Γαλεώνι του Μεεμέτ πασά γεμάτον σκλάβους από το άνθος των ευγενών και ευγενίδων νέων της λευκοσίας, οπού έστελλε τω Σουλτάνω, υιώ του, και τω βεζήρη Μεεμέτ, άναψε φωτίαν έξαφνα, και εκάησαν και σκλάβοι και λάφυρα εις μίαν στιγμήν. έθλιψε πολλά τον Μουσταφάν το συμβεβηκός, και κοντά εις αυτό και άλλα δύω εκάησαν. Αρνάλδα Αρχόντισσα Ευγενής λευκοσιάτισσα θυγατέρα του Κώμητος Ρουχιάς αξιοπρεπεστάτου, ος εφονεύθη εις πόλεμον, ωραία κατ’ εξοχήν, διωρισμένη δια το χαρέμι του Σουλτάνου, Ιστορούσι Στέφανος και Καλλέπιος έπραξε τούτο το Ηρωϊκόν κατόρθωμα, και επί τούτου έδωκε φωτίαν, και ευχαριστήθη να γένη πυρός παρανάλωμα με τας άλλας, παρά να καταισχύνη την δόξαν του γένους της, και να καταντήση εντρύφημα των ασεβών Νικητών της Πατρίδος της».

Αρχιμ. Κυπριανός, Ιστορία…

*

Βασίλη Μιχαηλίδη

«Η Αρνάλδα ή Βελεσάνδρα επί του πλοίου»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εις Κυπριακόν λιμένα προ της νέας Σαλαμίνος

Από πλοίου ετοιμόπλου γοερός αντήχει θρήνος.

Ήσαν κόραι Κυπριάδες λάφυρον των Μουσουλμάνων

Λεία προσδιορισθείσα δώρον δια τον Σουλτάνον.

Ο Καρά Μουσταφάς τότε ο την νήσον εκπορθήσας

Ο τας πόλεις, τα χωρία, τους ναούς λεηλατήσας

Ο σκληρός σφαγεύς Κυπρίων αμετρήτων χιλιάδων

Έκθαμβος από το κάλλος έμεινε των Κυπριάδων

Κ’ εις το μέγα τούτο πλοίον εξ αυτών παραλαμβάνων

Προητοίμασε ωραίον δώρον δια τον Σουλτάνον.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Αρνάλδα εκ του γένους των Συγκλητικών γενναία,

Ηρωΐς πασών η πρώτη και ως άγγελος ωραία

Είδε πλήρη τα ιστία, έτοιμον προς πλουν το πλοίον

Κ’ εντελώς απελπισθείσα έλεγε μετά δακρύων :

«Κάλλιον εις τον αέρα με το πυρ να τιναχθώμεν·

κάλλιον εις τον πυθμένα της θαλάσσης να πνιγώμεν,

παρά μίαν στιγμήν ζώσαι κ’ έχουσαι του Μουσουλμάνου

πλούτη, δόξαν κ’ ευτυχίαν εις ανάκτορα Σουλτάνου».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Λεμησσός, 24 Ιουνίου 1884]

*

Αντωνίου Σ. Μάτεσι

«Η Κυπριώτισσα (1570)»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Mπήκαν οι σκλάβοι αμέτρητοι… Tην άγκυρα σηκώνουν

και στα κατάρτια τα πανιά οι ναύτες ξεδιπλώνουν.

Πρίμος αγέρας τα φυσά, τ’ ανοίγει, τα φουσκώνει,

τρέχει ο πιλότος βιαστικός κι αρπάζει το τιμόνι,

σιγά, σιγά το κάτεργο κινεί και ξεμακραίνει…

Oι σκλάβοι την πατρίδα τους κοιτάζουν δακρυσμένοι.

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Δεν θα ’λθεί στου καραβιού την άκρη

για τη γλυκειά πατρίδα της πικρό να χύσει δάκρυ;

Tο τελευταίο «έχε γειά» να πει στο έρμο χώμα

που κλείνει του πατέρα της τ’ ανδρειωμένο σώμα;

Δεν θα ’λθει πέρα στα βουνά στερνή ματιά να ρίξει

και με τους άλλους δυστυχείς το δάκρυ της να σμίξει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τί λόγο έχ’ ειπωμένο,

σαν έφεραν το γέρο της εμπρός της πεθαμένο

πως θα ’ναι μόνος της σκοπός στον κόσμο που θα ζήσει

όσο μπορεί περσότερους απίστους ν’ αφανίσει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τον όρκο που ’χει πάρει

επάνω στου πατέρα της το κάτασπρο λιθάρι,

πως αν ποτέ στη Λευκωσιά, πατήσουν Mουσουλμάνοι

παρά να γίνει σκλάβα τους… αχ! κάλλιο ν’ αποθάνει;

Γοργά, γοργά το κάτεργο απ’ τη στεριά μακραίνει

…Tώρα κανείς δεν ομιλεί, τώρα κανείς δεν κρένει,

απ’ την πολλήν απελπισιά εσώπασαν οι θρήνοι

κάθε καρδιά τον πόνο της μέσα στα στήθια κλείνει.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Xαρείτ’ αδέλφια! Tον Θεόν ευχαριστείτε όλοι

με την ελπίδα στην καρδιά και τη χαρά στα στήθια,

κανένας σκλάβος από μας δεν θα ’μπει μέσ’ στην Πόλη

γιατί ο Θεός απ’ τα ψηλά μάς έδωκε βοήθεια.

Aς στολισθεί κάθε καρδιά μ’ αγάπη και μετάνοια

και γλήγορα θ’ ανέβομε στα ύψη τα ουράνια».

Eίν’ η Pενάλδα που μιλεί κι αντιφωνεί η λαλιά της,

και κυματίζουν ξέπλεκα τα ολόξανθα μαλλιά της,

και στα γαλάζια μάτια της λάμπει φωτιά μεγάλη

κι ουράνια χάρη απλώνεται στ’ αγγελικά της κάλλη.

Όλοι στα μάτια τη θωρούν αχνοί και τρομασμένοι:

μένουν βουβά τα χείλη τους, αναπνοή δεν βγαίνει.

«Φωτιά… φωτιά… χαθήκαμε» βραχνή φωνή πετιέται

και μια βοή «φωτιά, φωτιά» στο κάτεργο σκορπιέται.

Tρέχουν οι ναύτες βιαστικοί, πηδούν σ’ όλα τα μέρη,

«Φωτιά» φωνάζουν και κανείς πού ’ν’ η φωτιά δεν ξέρει·

«Φωτιά… φωτιά». O άνεμος τα κύματα φουσκώνει…

Bγαίνει καπνούρα μελανή, μαυρίζει και θολώνει…

Kι άλλοι χυμούν μες στον καπνό κι άλλοι νερό γεμίζουν

και άλλοι μες στην ταραχή χαμένοι τριγυρίζουν…

«Φωτιά!!» Tις φλόγες ο καπνός δεν ημπορεί να κρύψει,

σκορπίζονται θεόρατες και χάνονται στα ύψη,

κάθε πανί, κάθε σχοινί χρυσές φωτιές αρπάζει

κι η κόκκινη σημαία τους εμπρός στο φως χλομιάζει

…Φωτιά!! Bλαστήμιες και φωνές… Tο κάτεργο κουνά,

και τρίζουν και γκρεμίζονται κατάρτια και πινά…

Φυσά βοριάς τα κύματα και τη φωτιά ξανάβει

και παραδέρνει μέσ’ αφρούς και φλόγες το καράβι…

Oι σκλάβοι ελευθερώθηκαν… Eπάνω στα ουράνια

ο Ύψιστος τούς έδωκε μαρτυρικά στεφάνια.

Mα της Pενάλδας η ψυχή τρακόσια τώρα χρόνια

Στα γαλανά μας κύματα περιπλανάτ’ αιώνια…

Aυτή μια νύχτα σκοτεινή, νύχτα δίχως φεγγάρι

Στη ναυαρχίδα οδήγησε το χέρι του Kανάρη.


Σε «κεντρική διασταύρωση» της Λευκωσίας, (ίσως) της δεκαετίας 1920. Με όλο τον «κόσμο» της εποχής : τον φεσοφόρο αστυνομικό τροχαίας (ποιας «τροχαίας»;), ένα χωρικό με το γαϊδούρι του και τα λιγοστά πρώτα αυτοκίνητα. Ακίνητοι μέσα στο χρόνο αλλά και από το αυστηρό πρόσταγμα του οργάνου της τάξης!

Μια διασκεδαστική φωτογραφία του φωτογραφείου Glaszner της Λάρνακας, με τον εύγλωττο τίτλο «Stop! Nicosia». (Κάτι που δεν εισακούστηκε και φτάσαμε στη ξέφρενη ανάπτυξη και τις συμφορήσεις τροχαίας των ημερών μας!).

«Οι Λευκαρίται κρατούντες την σημαίαν της εργασίας ανά τα τέσσαρα άκρα της Κύπρου και εν διαφόροις της Ευρώπης χώραις, γίνονται αιτία μεγάλης εισροής χρήματος εις την κοινότητά των. Τα Λευκαρίτικα κεντήματα είναι ο επιτυχέστατος στόχος αυτών.

Η των κεντημάτων αρχική υπόστασις ανάγεται εις τους χρόνους της Ενετοκρατίας αφ’ ής αι γυναίκες ήρξαντο κεντούσαι επί χονδρού εγχωρίου υφάσματος προορίζουσαι τα κεντήματα ταύτα δια την προίκα των, πωλούσαι δε οσάκις ετύγχανεν εκ τούτων εις ξένους πλουσίους επί πενιχρά εννοείται αξία.

Μεγαλυτέρα τις ώθησις εδόθη εις την βιομηχανίαν ταύτην από του 1887 οπότε διετέλει παρθεναγωγός εν Λευκάροις η κα Πορφυροπούλου, εξ Iωαννίνων, ήτις παρώτρυνε τας γυναίκας και κορασίδας να κεντώσιν επί λεπτού υφάσματος. Τα κεντήματα ταύτα, κατ’ αρχάς ολίγης καλαισθητικής αξίας, επωλούντο δια μεταπρατριών εις τους εν Τροώδει και Πλάτρες παραθερίζοντας Άγγλους, πάντοτε επί μετρία τιμή. Κατόπιν εγένετο εξαγωγή εις Αλεξάνδρειαν ένθα δι’ ενεργειών των ελληνίδων κυριών Μπενάκη, Σαλβάγου, Συναδινού, Ζερβουδάκη, διεδόθησαν εις κύκλον ευρύτερον, πωλούμενα εις υψηλάς τιμάς, συν τω χρόνω δε τελειοποιηθέντα και τεχνουργούμενα καλαισθητικώς και κανονισμένως ηδυνήθησαν να οδεύσωσιν εις Εσπερίαν ένθα μεγάλη αυτών κατανάλωσις γίνεται περιερχομένων των Λευκαριτών εις τας μεγαλουπόλεις της Ευρώπης.

Ο Λευκαρίτης είναι  ο τύπος της ελληνικής δραστηριότητος και θελήσεως, της θαυματoυργούσης εν τω εξωτερικώ. Υπέρ τους εκατόν πεντήκoντα Λευκαρίται εξασκούσι το εμπόριον των κεντημάτων εν Ευρώπη, γινόμενοι ούτως ο χρυσορρόος αύλαξ δι’ ου μετοχετεύεται εν τω χωρίω των η ευημερία, συγχρόνως δε ο πολιτισμός και το φιλοπρόοδον πνεύμα.

Αι χιλιάδες των λιρών (25 περίπου) αίτινες κατ’ έτος πληρούσι τα Λευκαρίτικα βαλάντια εξωβέλισαν την μυσαράν τοκογλυφίαν ήτις ελυμαίνετο αυτούς και λυμαίνεται εισέτι το ορεινόν διαμέρισμα της Λάρνακος. Ου μόνον δε τα κεντήματα ταύτα είναι πηγή πλούτου εν Λευκάροις αλλά και εις όλας τας κοινότητας ένθα αι κορασίδες ενασχολούνται εις ταύτα».

[Αντ. Χ. Οικονόμου, Κιτιακόν Ημερολόγιον του έτους 1913. Εν Λάρνακι-Κύπρου].

 

Ο καθηγητής της φιλοσοφίας με ηρώτησε κάποτε ενώπιον των συμφοιτητών μου αν οι Κύπριοι είναι ευχαριστημένοι από την Βρεττανικήν διακυβέρνησιν. Του απήντησα ότι δεν γνωρίζω κανένα λαόν που είναι ευχαριστημένος υπό ξένην διοίκησιν.

Κάπως στενοχωρημένος από την απάντησίν μου εσυνέχισεν. «Αν σας αφήσωμεν ημείς θα σας πάρει ο Μουσολίνι. Θα το επροτιμούσατε αυτό;»

Του απήντησα ότι «στην Κύπρον λένε ότι ηρωτήθη κάποτε η καμήλα ποίον δρόμον προτιμά, τον ανηφορικόν ή τον κατηφορικόν. Και η καμήλα απήντησεν, ‘μα δεν υπάρχει ίσιος δρόμος;’. Είναι ανάγκη», του είπα, «να είμαστε κάτω από σας ή από τον Μουσολίνι;»

Οι συμφοιτηταί μου εκάγχασαν και εζητούσαν κάθε λίγο να τους είπω την ιστορίαν της καμήλας. Όλον το Κολλέγιον έμαθεν την ιστορίαν της καμήλας και μέχρι προ ολίγων ετών ακόμη, όταν τυχαίως συναντούσα συμφοιτητάς μου, εγελούσαμεν με την ιστορίαν της καμήλας. Ακόμη και ο σχολάρχης την επληροφορήθη.

[Ο αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κυκκώτης (1905-1972) σπούδασε στο King’s College του Λονδίνου και έζησε στο Λονδίνο από το 1936 έως τον θάνατό του. Υπήρξε στέλεχος της Κυπριακής Παροικίας με πολύ σημαντική δραστηριότητα και συγγραφέας δύο αυτοβιογραφημάτων. Το απόσπασμα είναι από το δεύτερο βιβλίο του (Δρόμος μετ’ εμποδίων, Λονδίνον 1971)].

Ιανουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31