You are currently browsing the monthly archive for Απρίλιος 2010.

Λάπηθος – Λάμπουσα

(Φωτογρ. : Δήμος Λαπήθου (http://www.lapithos.org.cy))

[Το 1912 ο διευθυντής του “ηνωμένου Ημιγυμνασίου Λαπήθου-Καραβά” Δημ. Σ. Παππαδόπουλλος, από τα Γιαννιτσά (αρχαίας Πέλλας) της Μακεδονίας εκφωνεί Πανηγυρικό λόγο στο Αρρεναγωγείο Λαπήθου, με την ευκαιρία της γιορτής των Ελληνικών Γραμμάτων. Ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Κύριλλος (κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ΄) πρωτοστατεί σε έκδοση της ομιλίας, από την οποία μεταφέρουμε εδώ σύντομο απόσπασμα].

“Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει εις τους άλλους ανθρώπους, οσάκις βλέπουσι το θείον πανόραμα της κτίσεως. Αλλά σας περιγράφω την πείραν μου, και σας λέγω τι συμβαίνει εις εμέ. Ο έχων, κύριοι, την τιμήν να ομιλή προς υμάς, σας διαβεβαιώ ότι οσάκις εξήλθον εις περιπάτους, εκδρομάς και περιοδείας, προς μελέτην και έρευναν ή προς ψυχαγωγίαν, και εις τα άλλα των τριών Ηπείρων της γης μέρη, εις τα οποία έζησα, εσπούδασα και εδίδαξα, αλλά προ πάντων εις τον παράδεισον τούτον της Κυπριακής γης, την Λάμπουσαν λέγω, όπου και αν στρέψω τους οφθαλμούς μου, και δεν παρέρχομαι βλέπων εν ηλεκτρική ταχυτήτι, μόνον το πέριξ εξελισσόμενον ως εν Κινηματογράφω, θείον πανόραμα, αλλά και παρατηρώ, το έκπαγλον θέαμα, νομίζω ότι το σύμπαν είναι ένα παμμέγα βιβλίον. Έν βιβλίον  το οποίον δεν ομοιάζει ποσώς με τα νεκρά βιβλία των βιβλιοθηκών μας. Διότι είναι βιβλίον ζωής, ζωής σφριγώσης, ζωής παλλομένης και σπαρταρούσης εκ κάλλους και αληθείας…”

Advertisements

[Φυλλομετρώντας το βιβλίο ιστορίας και γεωγραφίας της Κύπρου του διευθυντή Αστικής Σχολής Ν. Ιερείδη, το οποίο εκδόθηκε το 1903 σε δεύτερη βελτιωμένη έκδοση, “προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων και ιδιαιτέραν μελέτην”, διαπιστώνεται πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος έως τα σχολικά βιβλία και τις εκπαιδευτικές αντιλήψεις των ημερών μας.

Στο βιβλίο του ο συγγραφέας εκτός από πολλές άσκοπες πληροφορίες  συχνά προβαίνει και σε ακραίους χαρακτηρισμούς για περιοχές ή κοινότητες του τόπου, πρακτική της οποίας, σήμερα, πολύ δύσκολα κατανοούμε την “παιδευτική” σημασία.

Πιο κάτω παρατίθενται δείγματα από το δεύτερο μέρος του βιβλίου («Κύπρος : Ήτοι δοκίμιον πατριδογραφίας, προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων») ―χωρίς να κατονομάζονται οι αναφερόμενοι τόποι, για ευνόητους λόγους!]

Από την “Εισαγωγή εις την Γεωγραφίαν” ―όπου προϊδεάζεται ο αναγνώστης για …ό,τι θα ακολουθήσει

«Γεωγραφία σημαίνει ζωγραφίαν ενός τόπου· όπως δε, όταν εκ τινος ζωγραφίας παραλειφθή μέλος τι, η εικών εκείνη είναι κολοβή, χάνει πολύ εκ της αξίας της, ούτω και εκ της Γεωγραφίας δεν πρέπει να παραλείπηται ουδέν των όσων απαιτούνται προς ακριβή και πλήρη κατανόησιν του γεωγραφομένου τόπου. Αλλά, καθώς δια να εννοήση τις το καλόν μιας εικόνος, την συμμετρίαν ή δυσαναλογίαν των μερών αυτής είναι ανάγκη να του το υποδείξη άλλος τις γνώστης των τοιούτων, καλλιτέχνης, ούτω και εν τη Γεωγραφία πρέπει να εξαίρωνται τα ωραία, να παριστώνται δε δια ζωηρών χρωμάτων τα άσχημα ενός τόπου, ίνα η εικών αυτού αποτυπωθή ζωηρώς εν τη συνειδήσει του αναγινώσκοντος…»

Μικρό “ανθολόγιο” από το βιβλίο

«Η Λευκωσία έξωθεν μεν παρατηρουμένη εκ των λόφων της Αγίας Παρασκευής με τα έξωθεν του τείχους αειθαλή δένδρα, με τους υψικόμους φοίνικας, με τους ουρανομήκεις μιναρέδες, με τους ωραίους θολωτούς θόλους της Αγ. Σοφίας, με τας καταλεύκους αυτής οικίας και τους εν αυταίς θαλερούς κήπους της παρουσιάζει μαγευτικήν θέαν· εσωτερικώς όμως είναι πόλις πληκτική και σκυθρωπή, καθ’ ότι αι οδοί αυτής είναι στεναί και ακανόνιστοι…

Οι Λευκωσιάται είναι άνθρωποι πεπαιδευμένοι, σοβαροί, οικονόμοι, φίλεργοι και όχι πολύ ομιλητικοί…»

*

«Κυθραία : το κλίμα αυτής είναι υγρόν, θερμόν το θέρος και όχι πολύ υγιεινόν, αι οδοί βορβορωδέσταται και αδιάβατοι τον χειμώνα».

*

«Οι […] κατάγονται εκ Χριστιανών, οίτινες ηρνήθησαν της Χριστιανικήν θρησκείαν κατά τας σκοτεινάς ημέρας, καθ’ ας ήκμαζον οι Τούρκοι. Τώρα ή εντρέπονται ή φοβούνται ν’ αφήσωσι την Τουρκικήν θρησκείαν· εις το κρυπτόν έχουσι όνομα χριστιανικόν, φυλάττουσι τας διατεταγμένας νηστείας της εκκλησίας μας, βαπτίζονται, μεταλαμβάνουν, δεν γνωρίζουν της Τουρκικήν γλώσσαν· αι γυναίκες των δεν φέρουσι σινδόνας κλπ., εις το φανερόν όμως ενδύονται, ονομάζονται και φέρονται ως Τούρκοι. [Σημ.― Η εκκλησία μας είχε χρέος να φροντίση περί αυτών καταλλήλως, και θα επετύγχανε· και τώρα είναι καιρός ακόμη]».

*

«[…] : Πολλοί εκ των χριστιανών καταγίνονται εις την βυρσοδεψικήν, προ πάντων αι γυναίκες αυτών· ένεκα τούτου μεγάλη ακαθαρσία και δυσωδία υπάρχει εις το χωρίον, αι δε γυναίκες είναι ακάθαρτοι…»

*

«[…] : Έχει 218 οικίας και 723 κατοίκους Έλληνας χριστιανούς, πτωχούς, απαιδεύτους και όχι ζωηρούς».

*

«[…] : Είναι άνθρωποι απαίδευτοι και ακάθαρτοι· αι οικίαι των είναι χαμηλαί και σκοτειναί».

*

«Οι […]  διακρίνονται των λοιπών κατοίκων της ορεινής εκ του ιδιαιτέρου τρόπου μεθ’ ου σύρουσι την φωνήν των, και εκ του βρακίου (κοινώς: τσαττάλας). Είναι άνθρωποι απαίδευτοι και βάρβαροι…»

*

«[…] : Έχουν δημοτικόν σχολείον· είναι άνθρωποι όχι ζωηροί· το κλίμα δεν είναι υγιεινόν, ένεκα φαίνεται της ακαθαρσίας των κατοίκων· το ύδωρ είναι υφάλμυρον».

*

«Η […]  είναι κώμη ξηρά και άδενδρος όλως διόλου. Παράγει δε μόνον δημητριακούς καρπούς· έχει θερμόν κλίμα και άθλιον φρεάτιον ύδωρ. Οι κάτοικοί του αν και γεωργούν αρκετόν σίτον, δεν τρώγουν ποτέ σίτινον άρτον, αλλά κρίθινον, κατάμαυρον, τρέφονται πολύ αθλίως. Τον καθαρόν άρτον της Λευκωσίας τον ονομάζουν ‘Πούλλαν’, τον μεταχειρίζονται ως φάρμακον εις τους ασθενείς· αν τις αποθάνη, οι συγγενείς του παρηγορούμενοι λέγουν: “τι να κάμωμεν; ως και πούλλαν τον εταΐσαμεν και δεν έγειανεν”. Έχει 124 οικίας και 629 κατοίκους χριστιανούς απαιδεύτους και βαρβάρους· αι γυναίκες λίαν ακάθαρτοι· καθ’ όλον το καλοκαίριον φορούσι μόνον έν βαμβακερόν υποκάμισον μακρόν και λίαν ακάθαρτον».

*

«Οι κάτοικοι της […] είναι άνθρωποι πτωχοί, αγράμματοι και αγροίκοι· φιλόξενοι όμως· τρέφονται και ενδύονται κακώς· κοιμώνται επί ψάθων· έχουν χαμηλάς και σκοτεινάς οικίας και φωτίζονται με δάδας “κοινώς: φωτιαίς) αι στέγαι των είναι κυριολεκτικώς κατάμαυροι· ο σύζυγος φωνάζει της συζύγου του δια του βρα (κοινώς: ρρα), η δ’ ευγενής σύζυγος επίσης δια του βρε (κοινώς: ρρε). Τα ενδύματά των, προ πάντων των γυναικών, είναι λίαν ακάθαρτα και με πλήθος κομματίων…»

*

«Οι […] είναι άνθρωποι όχι πολύ φιλόπονοι· αγαπώσι μάλλον να κάθηνται εις τα καφενεία, δεν συχνάζουν δε πολύ εις τας εκκλησίας· είναι πτωχοί».

*

«Οι […] είναι οι πτωχότεροι και αμαθέστατοι κάτοικοι της Κύπρου· έχουσιν αθλιεστάτας οικίας· εκ των ηθών και εθίμων φαίνεται ότι είναι ξένης καταγωγής. Ούτω π.χ. διατηρούσι την κόμην μακράν μέχρι των ώμων· αν δε τινες την κόπτωσιν, αφίνουσι όμως εις την κορυφήν της κεφαλής των αρκετάς τρίχας, αίτινες κατερχόμεναι μέχρι των ώμων, σχηματίζουσι είδος τι μακρού θυσάνου (φούντας). Εις την ομιλίαν των μεταχειρίζονται λέξεις αρχαίας ελληνικάς· ο τρόπος δε με τον οποίον σύρουσι την φωνήν των είναι όλως αλλοίος του τρόπου των άλλων κατοίκων».

[Ο Ιωάννης Σταυρινού Σταυριανός (1804-1887) από το χωριό Λόφου, της επαρχίας Λεμεσού, πολέμησε ως εθελοντής κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821 και αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή του προσωρινού Ελληνικού κράτους από όπου αποστρατεύτηκε σε ηλικία 59 ετών με το βαθμό του ταγματάρχη. Άφησε χειρόγραφο αυτοβιογραφικό απομνημόνευμα όσων έζησε κατά τον αγώνα, με κορυφαία στιγμή την προσωπική μαρτυρία του από τη δολοφονία του Καραϊσκάκη, από συναγωνιστή του, κατά τη διάρκεια μάχης εναντίον των Τούρκων. Το έργο δημοσιεύθηκε το 1976, με επιμέλεια Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών και ανατυπώθηκε αυτοτελώς από την ίδια Εταιρεία το 1982 ―από όπου αναδημοσιεύεται το σχετικό απόσπασμα και το πορτρέτο του].

Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική Ιστορία”.

Κατά το έτος 1821 ευρέθην εις την Αλεξάνδρειαν της Παλαιστίνης μετά του πατρός μου χάριν εμπορίου. Εκεί παρουσιάσθη είς δερβίσης, ιεραπόστολος της Εταιρείας, και μας κατήχησεν τα της Επαναστάσεως μυστήρια. Επανήλθομεν εις Κύπρον το 1822. Ο πατήρ μου αποβίωσεν απόπληκτος, διότι η κινητή περιουσία μας ηρπάσθη παρά των Τούρκων όλη. Εγώ τότε, μόνος κύριος μικράς περιουσίας, μετ’ ολίγον έτρεξα λόγω εμπορίου εις Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου δια να πραγματοποιήσω την εις τον δερβίσην δοθείσαν ένορκον υπόσχεσιν. Εκεί ένας από την Κω Έλλην με έβαλεν εις την χείρα 3 χιλιάδας γροσίων και δεν είχε σκοπόν να μου τα επιστρέψη. Εγώ είχον εξοπλίσει επτά ομογενείς μου, 4 Κυπρίους και 3 Κρήτας, αγοράσας εξ ιδίων μου τον οπλισμόν όλων, τροφάς, και επλήρωσα τον ναύλον και ήμεθα έτοιμοι να αναχωρήσωμεν δια την Ελλάδα. Ο Κώτης αυτός με παρέπεμπεν από ημέραν εις ημέραν δια την πληρωμήν. Εγώ μεθυσμένος από τον ενθουσιασμόν, διότι κατώρθωσα ου μόνον να φέρω τον εαυτόν μου εις το Γένος αλλά και τους άλλους επτά, και η χαρά μου ήτο μεγίστη, αλλ’ αι τρεις χιλιάδες γρόσια με εζάλιζαν και μίαν πρωϊνήν κινώ από τον Φραγκομαχαλά δια τον Τουρκολιμένα. Ευρέθην μετά δύο ωρών οδοιπορίαν υποκάτω της στήλης του Πομπηΐου, επέστρεψα αγανακτίσμένος εις τον Φραγκομαχαλά και ευρών τον θείον μου τον είπον μετά πολλής αγανακτήσεως ότι τα χρήματα θα τα χαρίσω εις ένα Τούρκον, αλλ’ εις αυτόν τον αχρείον δεν θα τα αφήσω. Ο θείος μου εγέλασε και με είπεν:

― Ο άνθρωπος αυτός εργάζεται εις τον ταρσανά και έχει να λαμβάνη από το δημόσιον. Πήγαινε λοιπόν εις τον τελώνην και ειπέ του ότι θα αναχωρήσης δια το Γένος και να σου πληρώση αυτό το ποσόν.

Εγώ το εθεώρησα γελοίον διότι ο τελώνης μόνον είναι Κόπτης και όλοι οι άλλοι είναι Τούρκοι, αλλ’ είπον καθ’ εαυτόν: “Τι έχεις να χάσης και τι θα φοβηθής;”.

Όθεν έδραμα εις το τελωνείον και κατά σύμπτωσιν εύρον πλήθος Τούρκων, αλλ’ εγώ από τον ενθουσιασμόν μου δεν εσυστάλην αλλ’ ούτε έχασα το θάρρος. Χαιρετώ τον τελώνην και με ευτολμίαν τον λέγω αραβιστί:

― Ο δείνα άνθρωπος με χρεωστεί 3 χιλιάδες γρόσια και είμαι έτοιμος να αναχωρήσω και έχω τους ανθρώπους μου εμβαρκαρισμένους και μόνον αυτή η υπόθεσις μού μένει. Σε παρακαλώ να μου πληρώσης αυτό το ποσόν.

Μόλις ετελείωσα τον λόγον και ευθύς προστάζει έναν Τούρκον και εισάγει ενώπιόν του τον Κώον και τον ερωτά:

― Χρεωστείς εις τον νεανίαν 3 χιλ. γρόσια;

― Μάλιστα, τον απήντησεν.

Και ο τελώνης τον είπε “Πήγαινε”. Και ευθύς μου μετρά εις χρυσά και αργυρά το ποσόν ειπών με:

― Καλόν σας καταυόδιον.

Αναχωρήσαμεν εξ Αλεξανδρείας με πλοίον ρωσικής σημαίας, πλοίαρχος Αραουζαίος, 10 ναύται Έλληνες και Σκλαβούνοι, ήταν δε και άλλοι 23 Έλληνες επιβάται ερχόμενοι και ούτοι δια το Γένος…

[Σημειώσεις: Αλεξάνδρεια της Παλαιστίνης = Αλεξανδρέττα / “δερβίσης” = πιθανόν υποδηλώνει στέλεχος δεύτερου βαθμού της της Φιλικής Εταιρείας, τον ιερέα που αναλάμβανε μύηση νέων μελών / Αραουζαίος = από την πόλη Ραγούζα της Δαλματίας (σήμερα Ντουμπρόβνικ)].

[Ο φιλέλληνας Ambroise Firmin Didot (1790-1876), γόνος της μεγάλης γαλλικής οικογένειας των τυπογράφων-εκδοτών Didot, ήταν μαθητής και στενός φίλος του Αδαμάντιου Κοραή. Τον Μάρτιο του 1816, με προτροπή του δασκάλου του, πραγματοποιεί ταξίδι στην Ελλάδα, “έχοντας φλογερή επιθυμία” ―όπως γράφει― “να επισκεφθώ τη χώρα αυτή που την κατοικούν ακόμη οι απόγονοι ενός λαού του οποίου οι πράξεις και τα συγγράμματά μού είχαν γίνει πολύ γνωστά από την πολύ μικρή ηλικία”. Το ταξίδι του περιλάμβανε και την Κύπρο, όπου παρέμεινε από το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1816 έως τις 21-22 Ιανουαρίου 1817.

Δέκα χρόνια αργότερα ο Didot δημοσίεψε στο Παρίσι, ανωνύμως, περιγραφή του ταξιδιού του (Notes d’ un voyage fait dans le Levant en 1816 et 1817), από όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί, για το “Σχολείο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού” ―πρόδρομο του σημερινού “Παγκυπρίου Γυμνάσίου”.

Για την πολύτιμή βοήθειά του προς την αγωνιζόμενη Ελλάδα (που περιλάμβανε δωρεά τυπογραφικού πιεστηρίου που λειτούργησε στο Μεσολόγγι, εράνους οικονομικής στήριξης, κυκλοφορία έκκλησης για συμπαράσταση προς την Ελλάδα από τους λαούς της Ευρώπης, αλλά και σημαντικότατο πρόγραμμα εκδόσεων έργων αρχαίας ελληνικής γραμματείας) το ελεύθερο Ελληνικό κράτος έδωσε το όνομα του “Διδότου” σε κεντρική οδό της Αθήνας].

Ο αρχιεπίσκοπος ήξερε αρκετά καλά τα αρχαία ελληνικά και κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Λευκωσία τον επισκέφθηκα μερικές φορές. Η εξουσία του είναι παρόμοια με εκείνη του Τούρκου κυβερνήτη ο οποίος, αφού κατάφερε τώρα τελευταία, με διάφορες μηχανορραφίες, να ξαναδιοριστεί κυβερνήτης της Κύπρου, εξανάγκαζε τώρα το λαό να του πληρώσει τα έξοδα του ταξιδιού του στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγε για να εξασφαλίσει αυτό το διορισμό που ήταν, κατ’ ουσία, χαριστικός.

Το αρχιεπισκοπικό μέγαρο είναι για τους Έλληνες ένα είδος ειρηνοδικείου, και κάθε φορά που πήγαινα να δω τον αρχιεπίσκοπο, ήταν πάντα απασχολημένος σε δίκες. Όταν οι αντίδικοι δεν συμφωνήσουν με την απόφαση που εκδίδει, έχουν το δικαίωμα να καταφύγουν στον Τούρκο κυβερνήτη. Με το φόβο, όμως, του αφορισμού, ο αρχιεπίσκοπος κατορθώνει να κάνει σεβαστές τις αποφάσεις του, γιατί ο αφορισμός αποτελεί πάντα πολύ ισχυρό όπλο για τους Έλληνες.

Μια μέρα με πήγε να ιδώ το όμορφο μεγάλο σχολείο που φρόντισε να χτιστεί. Του εξέφρασα την ικανοποίησή μου και πρόσθεσα: “Είναι όμως σώμα χωρίς ψυχή, αφού ούτε βιβλία ούτε δασκάλους έχει”. Κι εκείνος μου απάντησε πως βιβλία και δασκάλους περιμένει από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Απρίλιος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930