You are currently browsing the monthly archive for Μαΐου 2010.

Λίγους μήνες πρίν από την έναρξη του κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα κυκλοφόρησε στην Αθήνα πολυσέλιδο τεύχος του γνωστού περιοδικού Νέα Εστία, αφιερωμένο στην Κύπρο. Μέσα στο πνεύμα των εθνικών προσδοκιών της εποχής τούτο περιλάμβανε χαιρετισμούς προσωπικοτήτων (του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών και Πρυτάνεων Πανεπιστημίων της Ελλάδας), πολιτικο-ιστορικά άρθρα, λαογραφικά κείμενα, μελετήματα για την κυπριακή λογοτεχνία, κείμενα λογοτεχνίας και ανθολόγια ποίησης και πεζογραφίας της Κύπρου.

Το εξώφυλλο του περιοδικού κοσμούσε εντυπωσιακό σχέδιο του χαράκτη Α. Τάσσου (ο οποίος είκοσι χρόνια αργότερα θα σχεδίαζε και το εμβληματικό “προσφυγόσημο” της Κύπρου).

Από το σημαντικό αυτό αφιέρωμα ας προστεθεί εδώ ο σύντομος χαιρετισμός του διευθυντή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, σπουδαίου νεοέλληνα χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού (από το εργαστήρι του οποίου είχαν περάσει τόσο ο Α. Τάσσος όσο και ο Τηλέμαχος Κάνθος).

“Δεν ξέρω πόσες εκκρεμότητες άφησαν οι δυο μεγάλοι πόλεμοι του εικοστού αιώνα. Και δεν μπορώ να προβλέψω σε ποιές λύσεις θα φτάσει ο κόσμος για να πάρει πια ελεύθερη αναπνοή και να εξασφαλίσει κάποια ευτυχία. Είναι όμως ολοφάνερο ότι η Κύπρος δεν πρόκειται να περιμένει πολύ.

Όταν πεντακόσιες χιλιάδες ψυχές έχουν τον ίδιο πόθο και προβάλλουν το ίδιο αίτημα, γίνονται ασυγκράτητη δύναμη, που τίποτα δεν κατορθώνει να της αντισταθεί ή να την ξεγελάσει. Ούτε η βία των ισχυρών ούτε οι ελιγμοί της διπλωματίας…”

Όπως αποδείχθηκε λίγο αργότερα, η Κύπρος δεν επρόκειτο να περιμένει πολύ. Σήμερα, όμως, για περισσότερο από μισό αιώνα από την τότε που διατυπώθηκαν εκείνες οι σκέψεις, επιβεβαιώνεται ότι η βία των ισχυρών και οι ελιγμοί της διπλωματίας “καλά κρατούν”.

[Το 1952, σε ταξίδι της στην Κύπρο η αθηναία ζωγράφος και συγγραφέας Αθηνά Ταρσούλη (1884-1975) επισκέφθηκε και την ιερά Μονή Σταυροβουνίου, όπου έκανε μερικά σχέδια. Από σχετικό κείμενό της, δημοσιευμένο δύο χρόνια αργότερα στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού Νέα Εστία για την Κύπρο, είναι το σχέδιο και το απόσπασμα που ακολουθεί. (Το ίδιο κείμενό αναδημοσιεύθηκε και στον β΄ τόμο της έκδοσή της για την Κύπρο, που κυκλοφόρησε το 1963)].

“Ο περιποιητικός εφημέριος πάτερ Μακάριος, που είναι και ο ράφτης του μοναστηριού, μας λέει πως όλοι οι μοναχοί του Σταυροβουνιού είναι παπουτσήδες, άλλοι μαραγκοί και χτιστάδες, άλλοι γεωργοί όπως και ο ηγούμενος αιδεσιμότατος πάτερ Γερμανός που βρίσκεται τώρα στους αγρούς και οργώνει μόνος τα χωράφια με σύγχρονα μηχανήματα.

Ο καλός εφημέριος μάς περιγράφει και το πώς στραγγίζουν οι μοναχοί από τα μελίσσια τους το ευωδιαστό μέλι. Αφού πάρουν τις κερήθρες από τις κυψέλες τις βάζουν μέσα σε καθαρές κόφες καθισμένες πάνω σε μια γούρνα τρυπημένη. Χτυπούν δυνατά τις κερήθρες όσο να λυώσουν και τις πλακώνουν με μια βαριά μυλόπετρα, ενώ ταυτόχρονα το μέλι αρχίζει να στάζει από τις κόφες στη γούρνα. Το κατασταλαγμένο μέλι το σουρώνουν περνώντας το από σακούλια. ‘Ετσι πεντακάθαρο και μοσχοβολιστό, κίτρινο όπως το κεχριμπάρι και διάφανο σαν κίτρινο διαμάντι, το φημισμένο μέλι του Σταυροβουνιού μπαίνει στα δοχεία και μοσχοπουλιέται”.

Στην προσπάθεια προώθησης προϊόντων τους οι κατασκευαστές πολύ συχνά προσθέτουν στις συσκευασίες μικρά συλλεκτικά αντικείμενα.

Σε καιρούς δύσκολους, όπως στην περίπτωση που παρουσιάζεται εδώ ―περίοδος Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου― ο βιομήχανος ζαχαροειδών έδωσε παραγγελία να τυπωθούν μικρά αριθμημένα εικονίδια μεγέθους γραμματοσήμου (μια και υπήρχε έλλειψη χαρτιού), που απεικόνιζαν σκηνές  από τη ζωή και τα αξιοθέατα της Κύπρου.

Κάθε κουτί έκρυβε μία αριθμημένη φωτογραφία και ο αγοραστής ―συνήθως από τον μαθητόκοσμο― συμπληρώνοντας πλήρη σειρά ανταμειβόταν με κάποιο «ελκυστικό» μεγαλύτερο βραβείο, π.χ. μία μπάλα!

Το 1933 ο κυπριακής καταγωγής αλεξανδρινός συγγραφέας Αντώνιος Χριστοδούλου (;-1938) εκδίδει στην Αλεξάνδρεια το έργο του Ύμνος εις την οκνηρίαν, ένα βιβλίο 56 σελίδων, όπου ―όπως δηλώνεται και από τον τίτλο― με σατιρική διάθεση “υμνείται” μία από τις …ηδονικότερες ανθρώπινες ιδιότητες! Το βιβλίο «Αφιερούται εις πάντα ευπρεπώς ζώντα οκνηρόν». Γράφει σχετικά:

“… Η οκνηρία είναι ο πλέον διηθισμένος και διαυγής ηδονισμός. Την επιτηδεύονται οι ιερείς, οι επαίται και οι εκ κληρονομίας πλούσιοι, τριάς γνωρίζουσα να ζήσει ανθρωπινότερον και διαμπερέστερον παντός άλλου φωτογενούς τυχοδιώκτου και αριβιστού. Τόσω το χειρότερον δι’ εκείνον που την νομίζει κατάραν και δυστυχίαν. Αυτός προορίζεται υπό του πεπρωμένου κάποιας βιολογικής μορφής της παγκοσμίου εξελίξεως να χρησιμεύει ως ευτελές και ανώνυμον υπομόχλιον δια να στηρίζουν οι επιτήδειοι, οι κινούντες την Γην, τον πελώριον μοχλόν των επιτυχιών των”.

Την επόμενη χρονιά (1934) κυκλοφορεί στην Κύπρο από τον τουρκοκύπριο λαϊκό ποιητή Μουσταφά Ραματά Γιακκουλλά, από τη Λουρουτζίνα, οκτασέλιδη ποητάρικη φυλλάδα στα ελληνικά, με τίτλο Σατυρικόν ποίημα περί ττεμπελιάς, και συνοδευτικό αφιερωματικό τετράστιχο που αναφέρει:

Για τον γιον μου τον οκνιάρην

που μό’κλεψεν πολλύν σιτάριν

τζαι πάσκει να με καταστρέψει

τζ’ ο Θεός να τον παιδέψη.

Στο ποίημά του ο Γιακκουλλά με σατιρική διάθεση περιγράφει τις ταλαιπωρίες που υφίσταται λόγω της τεμπελιάς του παιδιού του.

Από το ενδιαφέρον αυτό στιχούργημα, το οποίο αποτελεί αξιοσημείωτη συνεισφορά τουρκοκύπριου στην ελληνική ποιητάρικη δημιουργία, παρατίθενται οι πρώτοι δέκα στίχοι:

Βοήθειαν που λλόου σου, Θεέ μου, εννά ζητήσω,

του γιου μου τ’ αχαΐρευτου τραούδιν να τσιαττίσω.

Σηκώννεται που το πωρνόν τζ’ αντίς δουλειάν να πιάση,

σκέφτεται είντα καφενέν να πάη να τζοιδκιάση.

Πααίννει μέσ’ στον καφενέν, κάθεται στο τραπέζι,

βρίσκει δκυο τρεις κοζάτουρους, τζαι ως την νύχταν παίζει.

Λαλώ του που έτσι δουλειές πως πρέπει να να σκολάση,

τζαι τζείνος για το πείσμαν μου παίζει για να με σπάσει.

Πάλε λαλώ του α-ξανά, “αθ θέλης να περάσης,

να παραιτήσης τα χαρτιά πριχού να με κολάσης”.

[κοζάτουροι= σύντροφοι]

Το έργο των σημαντικότερων κυπρίων λογοτεχνών παραμένει συνήθως άγνωστο στο εξωτερικό, ακόμη και από το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας παρότι αυτό είναι γραμμένο στα ελληνικά. Ακόμη πιο δύσκολες είναι οι συνθήκες με τη διακίνηση του κυπριακού βιβλίου σε άλλες χώρες, όπου το εμπόδιο της γλώσσας δημιουργεί πρόσθετα και δυσεπίλυτα προβλήματα ενώ οι μεταφράσεις των έργων είναι πολύ σπάνιες.

Δείγμα από τις λίγες εξαιρέσεις του «κανόνα» αποτελούν τα τρία εξώφυλλα μεταφράσεων από το πεζογραφικό έργο του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη (1904-1999) που δίνονται πιο κάτω.

[Γ. Φιλίππου Πιερίδης, Σκληροί καιροί. Μετάφραση στα ρωσικά Τ. Κουκουρίναγια. Πρόλογος Κ. Αφανάσιεφ. Μόσχα: Εκδοτικός Οίκος “Προγκρές”, 1965].

[Γ. Φιλίππου Πιερίδης, Σκληροί καιροί. Μετάφραση στα ρουμανικά A. Augustopol-Jucan και Marcel Gafton. Bucuresti: Editura Pentru Literarura Universala, 1966].

[Γιώργος Φιλίππου, Οι βαμβακάδες. Μετάφραση στα αραβικά Δρ. Αμπντέλ Μόχσιν ελ Χασιάμπ. Εισαγωγή Σοχάυρ ελ Καλαμάουϊ. Κάιρο: Κρατικός Εκδοτικός Οίκος, 1968].

Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31