You are currently browsing the monthly archive for Ιανουαρίου 2010.

[Στις 8 Δεκεμβρίου 1935, ο δικηγόρος και συγγραφέας Σάββας Χρίστης (1887-1973), απαντώντας σε σχετικό αίτημα φίλου του, καταγράφει από την Κερύνεια τις ακόλουθες πληροφορίες για την εκκλησία Αρχαγγέλου, το “Φουντζί” και την οικογένεια Καρλέττι, και άλλά κερυνειώτικου ενδιαφέροντος θέματα].


Tο χτίσιμο της εκκλησίας του Aρχαγγέλου αποδίδεται στον πάππο της μητέρας μου X» Γιαννάκη Xριστοδούλου (ή Xριστοδουλή) Πασαπορτή· κάποιος μακαρίτης αδερφός του μακαρίτη δικηγόρου Γ. Λοϊζίδη ήξαιρε διάφορα τεχνάσματα του Πασαπορτή για να τα καταφέρει να μην εμποδιστεί το χτίσιμο της εκκλησίας. Δεν έχω ακούσει όμως για τον τόπο ποιός τον είχε δώσει μα μου φαίνεται πως χρησιμοποιότανε για ταφή από παλιά χρόνια· σε μια πέτρα ως τόρα- πιστεύω- διακρίνεται αποτύπωμα ( ίσως πρέπει να πω αποπέτρωμα) σκελετικό, κι όταν ήμουνα στο Δημοτικό, σ’ ένα κούφωμα του βράχου που είναι χτισμένη, στη νότια του πλευρά είχανε βρεθεί διάφορα κόκκαλα.

Για τάφο κάποιου ξένου εκεί κοντά θυμούμαι να είχα ακούσει πως βρίσκεται κάτω από το σκαλί της πόρτας που μπαίναμε στο δημοτικό σχολείο του καιρού μου, που τόρα είναι το μέσο του ανατολικού τοίχου του νηπιαγωγείου, μα δε μπορώ να θυμηθώ για ποιού ξένου τάφο τον άκουσα.

T’ όνομα Carletti το ξαίρω από το μακαρίτη πατέρα μου. Tης οικογένειας του είναι και τόρα στη ζωή κάπιο βλαστάρι, ο A(t)tilio (ή ίσως Atiglio) Carletti που μένει- θαρρώ- στη Mύρτου, νομίζω να είναι αδερφός του Benigno C., που ήταν στη Σκάλα πρωτοκολλητής, ίσως αμέσως πριν από τον πεθερό μου. Oι Kαρλέττηδες τούτοι, κατά τον πατέρα μου, είναι απόγονοι της «Kοκόνας», μέλους της οικογένειας των «Φράγκων» που είχαν το «Φουντζί», και τ’ αδέρφια της ένεκα χρεών το πουλήσανε στο Mιχ. Σιακαλλή το μερίδιο τους. Eπειδή ο Mιχ. Σιακαλλής είχε στείλει στο «Φουντζί» το νεαρό τότε μακαρίτη Γιώργο M. Σιακαλλή, κ’ είχε η «Kοκόνα» κόρη όμοια νεαρή (που μπορεί να είναι η Kα Luigi Carletti που ζητάτε), αποφάσισε και πούλησε και κείνη το μερίδιο της· με το τσιφλήκι του «Φουντζιού» είναι προσαρτημένα και μια αποθήκη και σπίτι στην Kερύνια, όχι μακρυά από την εκκλησία· σε μικρή απόσταση από τούτο προς το νοτιά είναι είναι ένα σπίτι του Δημαρχείου σήμερα που έρχεται από το Φελή (Felix), του οποίου τη σχέση με την «Kοκόνα» δεν τη θυμούμαι. Tο «Φουντζί» από το Σιακαλλή πέρασε στους Πασχάλη Kωνσταντινίδη και Γ. Παπαδόπουλο, ύστερα στον κ. και την Kα. N. Πασχάλη, και τόρα στη τελευταία μοναχά.

Πάντα δικός σας

Σάββας Xρίστης

Advertisements

[Ο άγγλος ζωγράφος Edward Lear (1812-1888) πολύ γνωστός συγγραφέας ποίησης με παράλογο περιεχόμενο (nonsense verse) και χαριτωμένων στιχουργημάτων που έγιναν γνωστά ως limerick (ποιητικό είδος για το οποίο ενδιαφέρθηκε και ο Γιώργος Σεφέρης) ταξίδεψε στην Ελλάδα (1848-1864) και στην ανατολική Μεσόγειο, όπου δημιούργησε πολλά έργα.

Τον Φεβρουάριο του 1948 διοργανώθηκε στο Βρετανικό Ινστιτούτο Λευκωσίας έκθεση και πώληση έργων του ζωγράφου, για την οποία δημοσίεψε το ακόλουθο κείμενο ο ζωγράφος Αδαμάντιος Διαμαντής].

“Από τις 2 μέχρι τις 7 του Φεβρουαρίου έγινε στο Βρετανικό Ινστιτούτο μια μικρή έκθεση υδατογραφιών του Edward Lear. Εξετέθησαν 36 νερομπογιές σε μικρό και τις περισσότερες στενόμακρο σχήμα. Είναι γνωστό πως ο περίφημος Άγγλος συγγραφέας των Nonsense Rhymes εικονογραφούσε ο ίδιος τα βιβλία του. Τα θέματα των εικόνων του, είναι τοπία από τις περιηγήσεις του στην Νίκαια, Κάννες, Κέρκυρα και Κρήτη (με ελληνικούς τίτλους), Γιάφα, Λούξος, Δαμασκό κ.τ.λ.

Φαίνεται πως τα έργα που εκτίθενται είναι υπολείμματα έκθεσης που είχε γίνει αλλού, οι τιμές δε είναι από £3.3.0 μέχρι £12.12.0. Οι εικόνες είναι καμωμένες με νερομπογιά σε, συνήθως, έγχρωμο χαρτί και με αρκετή χρήση της πέννας, με πολλήν ευαισθησία, αν και με στερεότυπο τρόπο. Επίσης, εκτός από τη δεξιότητα που τις χαρακτηρίζει βρίσκει κανείς κατανόηση του υπαίθρου, των απεράντων εκτάσεων και του βάθους που του αρέσει να ζωγραφίζει. Από τα 36 έργα επωλήθησαν 18.

Μας ευχαριστεί πολύ η πώληση. Ελπίζουμε πως το ενδιαφέρο σημαίνει εκτίμηση του έργου και όχι σνομπισμό ή ασφαλισμένη τοποθέτηση χρημάτων με την αγορά έργων ενός ιστορικού ονόματος”.

[Αν σκεφτεί κάποιος τις μυθικές τιμές που έχουν σήμερα τα έργα ζωγράφων όπως ο Lear (και τις τιμές στις οποίες προσφέρονταν τότε, τα μισά μάλιστα παραμένοντας απώλητα) ακόμη και ο “σνομπισμός” στον οποίο αναφερόταν ο Α. Διαμαντής, μπορούσε να αποδειχθεί χρυσοφόρο ελάττωμα!]

Limerick και συνοδευτικό σχέδιο του Edward Lear



Δύο φωτογραφίες από τους πάντοτε λαμπρούς εορτασμούς του καρναβαλιού της Λεμεσού  ―εδώ πριν από μισό αιώνα

[1958]

[1960]

[Το 1965 ο ζωγράφος Τάκης Μ. Φραγκούδης (1900-1978) έδωσε στη Βιβλιοθήκη Λεμεσού διάλεξη, η οποία αργότερα κυκλοφόρησε σε πολυγραφημένο δακτυλόγραφο με τίτλο “Η παλιότερη Λεμεσός κ’ άνθρωποί της”. Από εκείνη την έκδοση μεταφέρεται εδώ απόσπασμα των αναμνήσεών του από τη λεμεσιανή εκπαιδευτικό και συγγραφέα Πολυξένη Λοϊζιάδα (1855-1942). (Το πορτρέτο της Π. Λοϊζιάδος είναι έργο του Νίκου Νικολαϊδη και βρίσκεται στο Λανίτειο Λύκειο Β΄, Λεμεσού)].

Στο Παρθεναγωγείο της Λεμεσού, διευθύντρια ήταν η Πολυξένη Λοϊζιάς, που ανέθρεψε κι αυτή ελληνοπρεπώς τις μητέρες και τις αδελφές μας. Η ηθικολογία της ήταν κάτι χωρίς προηγούμενο και θυμούμαι τώρα ένα ωραίο επεισόδιο, που έγινε στο Θέατρο Χατζηπαύλου, όταν στο βωβό κινηματογράφο της εποχής εκείνης, παιζότανε το “Quo Vadis”, σε ειδική απογευματινή προβολή για τους μαθητές και τις μαθήτριες των σχολείων, χωρίς εκείνη την πράξη, που έδειχνε τα οργιώδη συμπόσια του Νέρωνα, αλλά και χωρίς τη μουσική υπόκρουση του πιάνου του μαέστρου (του Γιώργου Χουρμούζιου, που ήταν κι ο Διευθυντής της Φιλαρμονικής του Δήμου Λεμεσού).

Οι μαθήτριες, μαζί με την κυρία Πολυξένη και τις άλλες δασκάλες, πήρανε θέσεις στην πλατεία του Θεάτρου και στις δυο πλαϊνές ‘πεζούλες’. Εμείς οι μαθητές του Γυμνασίου, καθήσαμε στον πρώτον εξώστη και στο υπερώο.

Σε μια στιγμή της ταινίας, που ο Πετρώνιος αγκάλιαζε και φιλούσε περιπαθώς την αγαπημένη του Λυγία, ακούστηκε ξαφνικά στην ησυχία της σάλας, η αγριοφωνάρα της κυρίας Πολυξένης: ‘Εν αδελφός της, κόρη, εν αδελφός της!!’

Μπορείτε να καταλάβετε τι καγχασμοί ξέσπασαν από τους δυο εξώστες του Θεάτρου.

Η Πολυξένη Λοϊζιάς, έκανε και την ποιήτρια κι έγραψε και τύπωσε σε καθαρευουσιάνικους στίχους ένα ‘δραματικόν ειδύλλιο’, όπως το έλεγε, που έδωσε αφορμή στο θείο μου Σίμο Μενάρδο, τον μετέπειτα Ακαδημαϊκό και Καθηγητή της Οξφόρδης και του Πανεπιστημίου Αθηνών, να βάλει όλην τη γνωστή ειρωνεία του απάνω στο βιβλιαράκι της κυρίας Πολυξένης.

Στο πίσω εξώφυλλο του ‘δραματικού ειδυλλίου’, ήταν τυπωμένη η τιμή του, με τη φράση που συνηθιζόταν τότε: Τιμάται σελλινίου. Έγραψε λοιπόν ο Μενάρδος από πάνω:

Καμμία φράσις τραγική

εντός του ειδυλλίου

δεν εύρον, πλην αυτής εδώ:

Τιμάται σελλινίου.

Σ’ ένα άλλο σημείο του έργου, όπου η ηρωΐδα, η Καρλόττα, έκλαιγε γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί αυτόν που θέλανε να της δώσουνε, ο Μενάρδος σημείωσε:

Έπαρε τον, Καρλόττα μου,

τι ωφελούν οι θρήνοι;

Κι εγώ εθρήνησα πολύ,

μα πάει το σελλίνι.

Κι αλλού, όπου αναφέρεται μέσα σε παρένθεση: ‘Ακούγονται φωναί έξωθεν’, σημείωσε στο περιθώριο:

Ειν’ οι συνδρομηταί, που κάμνουν το αλάι,

που δώσαν το σελλίνι τους και χάθηκε και πάει.


Σπίτια στην παλιά Λευκωσία όπως τα είδε ξένος επισκέπτης της δεκαετίας του 1950


Η Βιβλιοθήκη Φανερωμένης άρχισε να λειτουργεί με φροντίδα της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Φανερωμένης το 1933 σε μικρό υποστατικό στην οδό Ονασαγόρου, στη Λευκωσία. Από το 1936, λόγω μεγάλης αύξησης των βιβλίων της, μεταφέρθηκε σε διώροφο οίκημα λίγο πιο κάτω από την εκκλησία.  Διέθετε σπουδαίες κυπρολογικές συλλογές και για μερικές δεκαετίες προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες σε Κυπρίους και ξένους ερευνητές. Πρώτος διευθυντής της ήταν ο  Α. Χατζηιωσήφ και αργότερα, από το 1948, ο φιλόλογος και ερευνητής βυζαντινής ιστορίας  Κώστας Χατζηψάλτης.

Μετά τα γεγονότα του 1974 οι συλλογές της κρίθηκε ασφαλέστερο να μεταφερθούν στη Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Μακαρίου, στο μέγαρο Αρχιεπισκοπής. (Εδώ και λίγους μήνες το ανακαινισμένο κτήριο όπου στεγαζόταν η Βιβλιοθήκη Φανερωμένης λειτουργεί ως αναγνωστήριο της Κυπριακής Βιβλιοθήκης).

Το κτήριο της Βιβλιοθήκης Φανερωμένης (1955)

Το αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης Φανερωμένης, με τον έφορο Κ. Χατζηψάλτη (1955)

[Η περιγραφή που ακολουθεί αναφέρεται στο πανηγύρι Παναγίας Κρηνιώτισσας, στη Λάπηθο, στις 2 Φεβρουαρίου, όπως εορταζόταν πριν από ακριβώς ένα αιώνα].

“Εκ των πολλών της Λαπήθου τοπικών πανηγύρεων των καθ’ όλον τον κύκλον του ενιαυτού τελουμένων, αξίαν μνείας και μικράς τινος περιγραφής θεωρούμεν ―καθ’ ό διαχυτικότερον τερπνοτέραν― την κατά την 2αν Φεβρουαρίου εορτήν της Υπαπαντής. Κατά ταύτην, του καιρού ευνοϊκού όντος, πολλοί των Λαπηθίων ανέρχονται εις τα “Κρηνιά” (εκτεταμένον άλσος εκ πεύκων και κυπαρίσσων επί των κλιτύων του όρους Κόρνου) ένθα ίδρυται εκκλησίδιον τιμώμενον επ’ ονόματι της Παναγίας της Κρηνιώτισσας.

Μετά την θείαν ιερουργίαν και την προσκύνησιν της εικόνος της Θεομήτορος, εξέρχονται πάντες του ναϊδρίου και καθ’ ομάδας, αναμίξ άνδρες και γυναίκες, ανακλίνονται επί της χλόης οκλαδόν καθήμενοι και άρχονται της ευωχίας, ής τα χρειώδη έσχον ήδη την πρόνοιαν να συναποφέρωσιν εκ των οίκων των.

Το συμπόσιον διαρκεί φαιδρόν και απολαυστικόν μέχρι της τρίτης ή τετάρτης απογευματινής ώρας, οπότε εγείρονται, και τούτων οι οπλοφορούντες άνδρες, εν επευφημίαις και επιδοκιμασίαις των άλλων, άρχονται ―μετά γενναίας πάντοτε τω βάκχω σπονδάς― δια των εκηβόλων καριοφιλίων των, αγώνων σκοποβολής, λαμβάνοντες ως στόχους, τους πυκνοφύλλους κλάδους και κλώνας των υψηκαρήνων πευκών και κυπαρισσίων. Του δ’ ηλίου εγγίζοντος την Δύσιν, οι αλπινισταί εν άκρα ευθυμία, κατέρχονται το όρος, άδοντες συγχρόνως μετά πολλής ερωτικής περιπαθείας εγχώρια άσματα και εμμέτρους διαλόγους, εν οίς λίαν εκφραστικώς περιγράφονται και εξωτερικεύονται της ψυχής τα αγνά αισθήματα και της καρδίας οι μυστικοί πόνοι. Περί λύχνων δ’ αφάς καταφθάνουσιν εις την κώμην των, ένθα οι μεν γέροντες και παίδες μεταβαίνουσιν εις τους οίκους των, ενώ οι υπό νεανικού σφρίγους πυρούμενοι νέοι, μεταβαίνουσι εν ορισμένοις καφενείοις, όπου εν συνοδεία εγχόρδων οργάνων άρχονται πάλιν τα άσματα, και ο χορός ούτω, χωρίς ουδέν άτοπον να συμβεί, συνεχίζεται η αδελφική αύτη ευθυμία, εν αδιαπτώτω φαιδρότητι σχεδόν μέχρι μεσονυκτίου”.

Η πλατεία Ελευθερίας και το Δημαρχείο Λευκωσίας σε φωτογραφία του 1955. Χαρακτηριστική είναι η απουσία ψηλών κτηρίων στη γύρω περιοχή.

Χάρτης της Αμμοχώστου, από έκδοση του 1878, με τίτλο «Famagusta Road»[«Road. /Roadsted» = Ακτή ελλιμενισμού πλοίων].  Τα Κάτω Βαρώσια αναφέρονται ως  «Καλά Βαρώσια»! Περιλαμβάνονται επίσης τα Πάνω Βαρώσια και στα ανατολικά, προς τη θάλασσα, φυτείες  από ριζάρι (ερυθρόδανον) το οποίο εχρησιμοποιείτο για βαφή ρούχων.

Επειδή μας ενοχλεί, μερικές φορές, η ακρίβεια ειδήσεων του αστυνομικού δελτίου, ας θυμηθούμε ανάλογα περιστατικά από τα πολύ παλαιότερα χρόνια, όπως αυτή την είδηση από εφημερίδα του Φεβρουαρίου 1887:

“Σήμερον το πρωΐ διεδόθη, ότι κλέπται ελήστευσαν την οικίαν του Διοικητού Λεμησσού Kυρίου Mίτζελ · εγνώσθη κατόπιν ότι η διαδοθείσα είδησις ήτο ψευδής, απωλεσθείσης μόνον εκ της μάνδρας μιάς αιγός, ήτις πιθανόν και να έφυγε”.

Ιανουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031