You are currently browsing the monthly archive for Οκτώβριος 2010.

“Κατά τα πρώτα έτη της λειτουργίας του σιδηροδρόμου συνέβη να ταξιδεύει μίαν ημέραν από Αμμόχωστον εις Λευκωσίαν είς άγγλος ιεραπόστολος. Ούτος εις τον σταθμόν της Αγκαστίνας επρόσεξε μίαν γραίαν η οποία μετέφερε πεζή εις το χωρίον της Καϊμακλί μικρόν δεμάτιον από φρύγανα. Ο ιεραπόστολος εξήλθε του σιδηροδρόμου και αφού επληροφορήθη παρ’ αυτής ότι κατηυθύνετο εις το χωρίον της, από το οποίον θα διήρχετο ο σιδηρόδρομος, την παρεκάλεσε να εισέλθει εις το τραίνον μετά του φορτίου της το δε αγώγιον θα το επλήρωνε ο ίδιος.

Προς μεγάλην του έκπληξιν όμως η γραία απέρριψε την πρότασίν του και είπε εις αυτόν αφελέστατα: “Ευχαριστώ, κύριε, αλλά βιάζομαι”.

Ο ιεραπόστολος επανήλθε εις το τραίνον, μη δυνάμενος να εξηγήσει την παράδοξον αποποίησιν της γραίας.

Αλλά, κατά ειρωνίαν της τύχης, η μηχανή του σιδηροδρόμου εβλάβη και το τραίνον εσταμάτησεν επί δύο περίπου ώρας δια να διορθωθεί.

Η γραία, συνεχίζουσα τον δρόμον της, έφθασε το τραίνον, εχαιρέτισε τον άγγλον ιεραπόστολον, όστις ίστατο σκεπτικός εις το παράθυρον του τραίνου και έφθασεν εις το χωρίον της κατά πολύ ενωρίτερον του σιδηροδρόμου!”

[Από δημοσίευμα του 1957]

Advertisements

Κατά τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας η Κύπρος μαστιζόταν από ληστές και ομάδες παρανόμων που δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ιδίως σε μικρότερες κοινότητες της υπαίθρου. Στην επαρχία Πάφου το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα έντονο. Πολύ γνωστή (και πλούσια) ήταν η δράση των “Χασαμπουλιών”, τριων Τούρκων από τα Μαμώνια της Πάφου οι οποίοι τελικώς πλήρωσαν με τη ζωή τους (1895-1896).

Λιγότερο γνωστή είναι η περίπτωση ενός μοναχικού κακοποιού, του εικοσιπεντάχρονου Γεώργη Γιαλλούρη, από τη Τσάδα της Πάφου, ο οποίος από το 1891 με την εγκληματική δραστηριότητά του τρομοκρατούσε περιοχές της Πάφου. Κυνηγημένος, για να γλυτώσει από τη δικαιοσύνη, διέφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην τουρκοκρατούμενη Κάλυμνο και κατόπιν στη Βηρυτό ―επίσης κάτω από τουρκική διοίκηση), τελικώς όμως εκδόθηκε στις κυπριακές αρχές, καταδικάστηκε σε θάνατο και τον Νοέμβριο του 1894 εκτελέστηκε στις φυλακές του Σεραγίου, στη Λευκωσία.

Ο Γιαλλούρης ήταν νέος και ίσως αρκετά ωραίος, γι’ αυτό συγκέντρωσε τη συμπάθεια πολλών, αλλά και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Είναι ενδεικτικό ότι τουλάχιστον δύο σημαντικοί λαϊκοί ποιητές (ποιητάρηδες) της εποχής κυκλοφόρησαν φυλλάδες περιγράφοντας τη δράση και το τέλος του Γιαλλούρη, με σχετική συμπάθεια.

Ο Χριστόδουλος Μ. Τζαπούρας (1845/1846-1913), ποιητάρης από την Κρήτου Τέρρα, στη φυλλάδα του Τραγούδιον του Γεωργή Γιαλλούρη (1893), αρκετά πριν από το τραγικό (αλλά αναπόφευκτο) τέλος του Γιαλλούρη, έγραφε:

Στα χίλια οκτακόσια στα ενενήντα ένα

ό,τι γινεί γνωρίζω το, ρωτάτε με κι εμένα.

Επόνησα τα μάδια μου που το πολύν γραψίμιν,

να ιστορήσω τακτικά του Γιαλλουρκού την φήμην.

Πως είναι νέος νόστιμος αγγελοκαμωμένος

με το φαρμάκι της κουφής αλήθεια ζυμωμένος.

Τρία χρόνια αργότερα, ύστερα από την εκτέλεση του Γιαλλούρη, ο ποιητάρης Κυριάκος Παπαδόπουλος (1872-1922), από τον Αρακαπά, αρχίζει τη φυλλάδα του Ο διαβόητος Γιαλλούρης (1894), με τους στίχους:

Θε ν’ αρχινήσω σιγανά δια να τραγουδήσω,

του Γιαλλουρκού τα πάθη του να σας τα ιστορήσω.

Όπως είναι ο ουρανός με τα άστρα στολισμένος

και το Γιαλλούρην έτσι ήτο εις τον κόσμον ξακουσμένος.

Τόσον που ακούστηκεν εις όλην την οικουμένην,

μα την ζωήν του είχεν την πάντα ’ποφασισμένην.

Περιγράφοντας τη μεταφορά του υπόδικου Γιαλλούρη μέσα από τους δρόμους της Λευκωσίας σημειώνει:

Όταν τον επερνούσασιν από την Λευκωσίαν

δεν εχώρεν η αγορά που την πολλοκοσμίαν.

Πολλοί τον ελυπήθησαν γιατ’ είχεν νοστιμάδες,

μαζεύθη κόσμος άμετρος, άνω τες δυο χιλιάδες.

Και ύστερα από την εκτέλεση του νεαρού κακοποιού, ο ποιητάρης προσθέτει και τον δικό του πόνο:

Πολλά τον ελυπήθηκα, έρχεται μου να κλάψω,

τρία μερόνυκτα ’καμα την λύπην του να γράψω.

Είχεν αγγελικόν κορμί, πολλοί τον επαινούσιν,

ποτέ μου δεν τον ήξευρα, άλλοι μου το λαλούσιν.

Σίγουρα με παρόμοιες εκφράσεις συμπάθειας δεν αντιμετωπίστηκε και ο θάνατος των ―πολύ διασημότερων του “Γιαλλουρκού”― Χασαμπουλιών!

Ένα από τα ωραιότερα θεάτρα της Κύπρου έως τα μέσα του 20ού αιώνα ήταν το παγκυπρίως γνωστό “Θέατρο Παπαδοπούλου” το οποίο βρισκόταν στην οδό Αισχύλου, στην καρδιά της παλιάς Λευκωσίας. Ανήκε στον δραστήριο επιχειρηματία Γεώργιο Παπαδόπουλο (1847-1910) και ήταν το αρχαιότερο της πόλης.

Σχεδιάστηκε από ιταλούς αρχιτέκτονες επάνω σε πρότυπα ευρωπαϊκών θέατρων της εποχής και κτίστηκε την περίοδο 1893-1899. Αναφέρεται ότι το κτίσιμό του στοίχισε το σεβαστό ποσό των 3-4 χιλιάδων λιρών της εποχής. Αργότερα το θέατρο (υπό τη διεύθυνση του Ζήνωνα Γ. Παπαδόπουλου) λειτούργησε και ως κινηματογράφος.

Στο “Θέατρο Παπαδοπούλου” έπαιξαν σχεδόν όλοι οι ελληνικοί και ξένοι θίασοι που κατά καιρούς επισκέφθηκαν την Κύπρο. Φιλοξενούσε επίσης πολλές άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως αυτή του “Χορού Μετημφιεσμένων” του λευκωσιάτικου Σωματείου “Τραστ”, της 28ης Φεβρουαρίου 1925, που παρουσιάζεται πιο κάτω.


Μία εικόνα της βιομηχανίας και βιομηχανικής παραγωγής της Κύπρου κατά το 1937 (όπως παρουσιάζεται στον Παγκύπριο Εμπορικό Οδηγό 1938).

Πολλοί, που για δεκαετίες έως σήμερα χρησιμοποιούν ή προσπερνούν το στενό δρομάκι με το όνομα “οδός Ξάνθης Ξενιέρου” στην παλιά Λευκωσία, θα διερωτήθηκαν ποιά είναι άραγε η μυστηριώδης γυναίκα που έδωσε το όνομά της σ’ αυτό. Και έχουν απόλυτo δίκαιο.

Όπως δικαιολογημένη θα ήταν και η ίδια αν επανερχόταν στη ζωή και περνώντας από το δρόμο δεν αναγνώριζε το όνομά της. Γιατί βέβαια άλλο να ονομάζεσαι Elisabeth (“Xanthi”) Chenier ―δηλ. Ξάνθη Σενιέ― κι άλλο οι δημοτικές αρχές της Λευκωσίας να σε “τιμούν” μετατρέποντας το όνομά σου σε Ξάνθη …Ξενιέρου!

Η κυπριακής καταγωγής Elisabeth Santi-Lomaca, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν σύζυγος του Louis Chenier, γάλλου προξένου στην Πόλη. Ανάμεσα στα πέντε παιδιά της ήταν και ο διάσημος γάλλος ποιητής Αντρέ Σενιέ (1762-1794) ο οποίος εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης. Ένα βιβλίο με επιστολές της ελληνικού ενδιαφέροντος κυκλοφόρησε αργότερα (Lettres Grecques de Μadame Chénier, précédées d’une étude sur sa vie, par Robert de Bonnières. Paris, 1879).

Ο  Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης (1829-1897) είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πνευματικές προσωπικότητες του κυπριακού 19ου αιώνα. Πατέρας του ήταν ο αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Ιωάννης Δ. Φραγκούδης, από τη Λεμεσό, και η μητέρα του Κερκυραία.

Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας, εργάστηκε ως εκπαιδευτικός για λίγο στην Κύπρο (την οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει γύρω στα 1854, όταν έγινε γνωστό ότι είχε συντάξει και κυκλοφορήσει επαναστατικό φυλλάδιο κατά της τουρκικής διοίκησης του τόπου) και ύστερα από σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη κατέληξε καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων στο πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου. Ανάμεσα στα δημοσιευμένα έργα του είναι και το μυθιστόρημα Ο Θέρσανδρος (1847), ένα από τα πρωϊμότερα πεζογραφήματα της νεοελληνικής γραμματείας της Κύπρου.

Ο Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Κέρκυρα γνώρισε τον Διονύσιο Σολωμό (“ευτύχισε να γνωρίσει από κοντά τον διάσημο ποιητή”, σημειώνει χαρακτηριστικά). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι στα κατάλοιπα του Σολωμού βρέθηκε και τετράδιο με κυπριακά δημοτικά τραγούδια, χειρόγραφο του Φραγκούδη. Μετά τον θάνατο του μεγάλου νεοέλληνα ποιητή ο Φραγκούδης δημοσίευσε σημαντική προσωπική μαρτυρία για τη γνωριμία τους. Γράφει :

“Aπατώνται οι λέγοντες τον αοίδιμον Διονύσιον Σολωμόν αρεσκόμενον το μηδέν πράττειν · ο ανήρ εποίει, και εποίει αδιαλείπτως, ως μαρτυρούσιν οι εκ του σύνεγγυς ειδότες τον άνδρα· ο γράφων τας γραμμάς ταύτας τουλάχιστον, ευτυχήσας να συνοικειωθή τω περιβλέπτω αοιδώ, γινώσκει πολλάς και παντοίας αυτού ποιήσεις, τας οποίας, εν περιπάτω ως επί το πολύ ενεπιστεύθη αυτώ· εσπινθηροβόλουν τότε οι οφθαλμοί του, και τα χείλη του έτρεμον, και αι τρίχες του έφρισσον, όταν δίκην μαργαριτών, εξέχεε το στόμα του τα θαυμάσια έπη, και ο ταπεινός εγώ, όλος όμματα και όλος ακοή, ανηρτώμην από των χειλέων του και μετείχον του αγίου ενθουσιασμού του. Πολλάκις, μέσω νυκτός ανεφέλου, επί των επάλξεων του παλαιού της Κερκύρας φρουρίου, απήγγειλέ μου ολόκληρα άσματα του ανεκδότου επικού ποιήματός του η άλωσις του Μεσολογγίου· αλλ’ ο ανήρ είχε τας ιδιοτροπίας του, και μία τούτων ήτον η προς την δια τύπου δημοσίευσιν των ποιημάτων του αποστροφή· δια τούτο πολλοί των φίλων του, σεβόμενοι τας τούτου αδυναμίας, απείχον του να μετατυπώσωσιν ή εκδώσωσιν εις φως όσα τυχόν ενεπιστεύθη αυτοίς, ή άπαξ εκδοθέντα παρεμορφώθησαν ή αλλοιώθησαν διαστραφέντα. Εκείνου πλην θανόντος, η αποχή αύτη αποβαίνει αδικαιολόγητος, διότι του λοιπού, φιλοτιμίας ευγενούς ίδιόν εστιν, έκαστος ημών, ως έχει, να προσπαθήσωμεν πάντες να συλλέξωμεν όσα φέρονται προϊόντα της μεγαλοφυΐας αυτού, και άλλος μεν να δημοσιεύση, επανορθών τα παραμεμορφωμένα, ένιοι δε να προσπαθήσωσιν, ει δυνατόν, να εύρωσι ει που τυχόν φέρεταί τι κεκρυμμένον εν τινι γωνία του γραφείου αυτού, και τούτο να δώσωσιν εις φως, κληρονομίαν ανεκτίμητον κληροδοτούντες το έθνος”.

Οκτώβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Δεκ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031