You are currently browsing the monthly archive for Ιουλίου 2011.

Ο Παύλος Δημητρίου Πικροδάφνης (1911-1977), από φτωχή οικογένεια της Καλαβασού και με μόρφωση Ε΄ τάξης δημοτικού, ποτέ δεν επιζήτησε «φιλολογικές δάφνες» παρ’ ότι εξέδωσε δύο πλήρεις ποιητικές συλλογές [Η αγωνία (1944) και Ο πόνος του αρκάτη(1960)] με λαϊκά στιχουργήματα πατριωτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Παρά την περιορισμένη τυπική μόρφωσή του ο Πικροδάφνης αποτελούσε υπόδειγμα φιλαναγνώστη. Κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα έστειλε στίχους του για δημοσίευση στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους, τις φιλολογικές σελίδες του οποίου επιμελείτο ο Κώστας Μόντης.

Δούλεψε ως υγιειονομικός εργάτης στη Λευκωσία, και στο μεταλλείο Καλαβασού. Ύστερα από προβλήματα υγείας υπηρέτησε στο τηλεφωνικό κέντρο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας (σε εμπειρίες του από αυτή την εργασία αναφέρεται και το σατιρικό στιχούργημά του που ακολουθεί).

Το 1962 μετανάστευσε στην Αγγλία, όπου και πέθανε.

Αυτό τον ―άγνωστό μας― ταπεινό και  ξεχασμένο (αλλά αξιομνημόνευτο) λαϊκό κύπριο δημιουργό παρουσιάζουμε εδώ, σε καιρούς που τόσοι άλλοι προβεβλημένοι και «επώνυμοι», ως κύμβαλα αλαλάζοντα επιζητούν την προσοχή μας.

Τα τηλέφωνα

(Σατιρικόν)

Τώρα εις την Λευκωσίαν

εν να ανοίξει η εταιρεία

τηλεφώνων πιον σχολή

για να πάει όποιος θέλει

το τηλέφωνον να μάθει

τζιαι να το ξηφοηθεί.

*

Γιατί έσιει που φοούνται

προπαντός που τα χωρκά

το ακουστικόν να πιάσουν

τζιαι το φτιν τους να το βάλουν

για να ακούσουν καθαρά,

τζιαι στην μια μερκάν τ’ αφίνουν

έναν πήχυν μακριά

τζι έτσι ’εν ακούουν λέξιν

που τον άλλον που μιλά.

*

Φαίνεται πως είναι νόμος

όποιος  ―τζιαι ο πιο μιτσής―

το τηλέφωνον κτυπήσει,

να το θέλει πάντα βίαν,

γλήορα για να μιλήσει,

τζι άμα πεις «εν κρατημένον»,

εν ν’ ακούσεις θυμωμένα

«ώς ποσον να περιμένω;»

*

Κάποτε κτυπούσιν πέντε

τζιαι φωνάζουν μονομιάς,

τζι άμα πιάσεις ν’ απαντήσεις

έναν έναν στην σειράν

εν ν’ ακούσεις να φωνάζουν

«μα γιατί ’εν απαντάς;»

Κάποτες κτυπούσιν πάλιν

τζιαι ζητούν πέρσοναλ κολ

μα ξεχάννουν να σου ’πούσιν

του ατόμου που ζητούσιν

τ’ όνομάν του το μικρό,

τζι’ έτσι πιάνουν δικηγόρον

ενώ εθέλασιν γιατρόν.

*

Κάποιος ακτυπά στο κόλποξ

τζιαι ζητά βιαστικά

αριθμόν που το Βαρώσι.

Κάποιον όνομα ζητά

τζιαι τζιαμαί πα’ στο τραπέζι

το ακουστικόν κουμπά·

έσιει ράδιον ν’ ακούσει,

’κόμα δκυο που συζητούσιν,

κάποιον άλλον που μιλά,

τζι ’εν ακούει του τηλεφώνου

τόσην ώραν που κτυπά

τζι ύστερα εν να θυμώσει

πως πολλά εν να πκιερώσει.

*

Κάποιος άλλος εις το Κτήμαν

θέλει να τηλεφωνήσει

τζιαι ζητά το έρτζιεντ ’κόμα,

γλήορα για να μιλήσει,

―εν τον κόφτει που το χρήμαν,

ας πλήρώσει τζιαι διπλά―

’φίννει το ακουστικόν τζιαι φεύκει

πως του έτυχεν δουλειά,

τζιαι το σιέρι σου μουδκιάζει

που την ώραν που κτυπά :

’εν σου απαντά κανένας,

τζι ύστερα που επιστρέφει

χέμα ρέστα σου ζητά.

*

Το λοιπόν για τούτα ούλλα,

για να μεν τα ρίχνουμεντε

πα’ στον τηλεφωνητήν,

’ποφασίζει η εταιρεία

να ανοίξει την Σχολήν.

**

[Γλωσσάρι : πέρσοναλ (personal call) προσωπική κλήση / κόλποξ (callbox) τηλεφωνικός θάλαμος / έρτζιεντ (urgent) επείγουσα κλήση / χέμα (τουρκ. hem) μάλιστα].

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1958 στο εργαστήρι του στο Βαρώσι ο ζωγράφος Γ. Πολ. Γεωργίου [Γεώργιος Πολυβίου Γεωργίου (1901-1972)] έβαζε τις τελευταίες πινελιές στον πίνακά του “Φυλακισμένα Μνήματα”. (Τον προηγούμενο χρόνο ο ζωγράφος είχε ολοκληρώσει κι άλλο μεγάλων διαστάσεων έργο με τίτλο “Η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου”. Και οι δύο πίνακες ανήκουν σήμερα στη Συλλογή Πινακοθήκης Ιδρύματος Αρχ. Μακαρίου Γ΄).

Στα “Φυλακισμένα Μνήματα” παρουσιάζονται συμβολικά πίσω από συρματοπλέγματα δέκα μνήματα ηρώων του κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα ―εννέα απαγχονισθέντων (Μιχαήλ Κουτσόφτα, Στέλιου Μαυρομάτη, Ανδρέα Παναγίδη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Ιάκωβου Πατάτσου, Ανδρέα Ζάκου, Χαρίλαου Μιχαήλ, Μιχαήλ Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου) και του πεσόντος Γρηγόρη Αυξεντίου, τους οποίους οι Άγγλοι είχα θάψει στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας.

Σε πληροφοριακό σημείωμα για το έργο, που δημοσιεύθηκε τότε στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους, ο ζωγράφος εξηγούσε :

“Το απανθρακωμένο λείψανο του Γρηγόρη Αυξεντίου θάφτηκε στις εφτά του Μάρτη του 1957, πίσω από τα σιδερένια κάγκελα των κεντρικών φυλακών κοντά στους τάφους του Καραολή, του Δημητρίου, του Μιχαήλ, του Μαυρομάτη, του Κουτσόφτα, του Παναγίδη, του Ζάκου, του Πατάτσου και του Παλληκαρίδη.

Σαράντα μέρες μετά τον θάνατό του, σ’ ένα μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του, ενώ η μητέρα του μοιρολογούσε, ένα λευκό περιστέρι πέταξε και κάθησε στην εκκλησιά”.

Στο κάτω μέρος του πίνακα ο Γεωργίου παρουσιάζει τρεις πενθοφορούσες κυπρίες μητέρες και το περιστέρι επάνω στην εκκλησία.

Μέσω του περιοδικού Τάιμς οφ Σάιπρους ο Γ. Πολ. Γεωργίου απηύθυνε και την ακόλουθη έκκληση προς τον Κυβερνήτη :

“Ευσεβάστως απευθύνομαι προς την Εξοχότητά σας για να σας ζητήσω να λευτερώσετε τους νεαρούς νεκρούς που είναι θαμμένοι πίσω από τα κάγκελα των Κεντρικών φυλακών για να ταφούν χρισιτανικά και ν’ αναπαυθούν σε ειρήνη. Και πάλι σας ευχαριστώ. Γ. Πολ. Γεωργίου, Αμμόχωστος».

Η έκκληση του ζωγράφου έπεσε στο κενό : ακόμη τρεις πεσόντες (Μάρκος Δράκος, Στυλιανός Λένας, Κυριάκος Μάτσης) προστέθηκαν στο φυλακισμένο κοιμητήριο. Κι ως αυτό να μην ήταν αρκετό, όταν κάποτε έγινε δυνατή η πρόσβαση στο χώρο του κοιμητηρίου αποκαλύφθηκε ότι οι Άγγλοι μερικές φορές έθαβαν δύο αγωνιστές στον ίδιο τάφο (Α. Δημητρίου και Στυλ. Λένας, Α. Ζάκος και Κ. Μάτσης, Α. Παναγίδης και Μ. Κουτσόφτας, Γρηγ. Αυξενίου και Ευαγ. Παλληκαρίδης).

Για τον ζωγράφο Γ. Πολ. Γεωργίου βλ. και ανάρτηση αρ. 12.

«Καίτοι προσήκει τας αρετάς ασκείν και τας κακίας φεύγειν πολύ μάλλον ταις πόλεσιν ή ταις ιδιώταις· ανήρ μεν γαρ ασεβής και πονηρός τυχόν αν φθάσειε τελευτήσας, πριν δούναι δίκην των ημαρτημένων· αι δε πόλεις δια την αθανασίαν υπομένουσι και τας παρά των ανθρώπων και τας παρά των θεών τιμωρίας.

Ών ενθυμουμένους χρη μή προσέχειν τον νουν τοις εν τω παρόντι μεν χαριζομένοις, του δε μέλλοντος χρόνου μηδεμίαν επιμέλειαν ποιουμένοις, μηδέν τοις φιλείν μεν τον δήμον φάσκουσιν, όλην δε την πόλιν λυμαινομένοις· ως και πρότερον, επειδή παρέλαβον οι τοιούτοι την επί του βήματος δυναστείαν, εις τοσαύτην άνοιαν προήγαγον την πόλιν, ώστε παθείν αυτήν οίά περ ολίγω πρότερον υμίν διηγησάμην».

Ισοκράτης, Περί ειρήνης, 120-122.

 [Κι όμως αρμόζει πολύ περισσότερο στις πόλεις παρά στους πολίτες να ασκούν τις αρετές και να αποφεύγουν τις κακίες. Γιατί ένας άνδρας ασεβής και κακός τυχαία θα προλάβαινε να πεθάνει, προτού τιμωρηθεί για τα ηθικά παραπτώματά του· οι πόλεις όμως εξαιτίας της αθανασίας (τους) υπομένουν τις τιμωρίες που τους επιβάλλονται και από τους ανθρώπους και από τους θεούς.

Αναλογιζόμενοι αυτά πρέπει να αδιαφορούμε για εκείνους που μας προσφέρουν μεν προσωρινή ευχαρίστηση, αλλά δεν φροντίζουν καθόλου για το μέλλον, και για εκείνους που ισχυρίζονται ότι αγαπούν το λαό, αλλά καταστρέφουν ολόκληρη την πόλη γιατί και πρωτύτερα, από τότε που οι τέτοιου είδους άνθρωποι κυριάρχησαν στο βήμα, οδήγησαν την πόλη σε τόσο μεγάλη αφροσύνη, ώστε να πάθει αυτή τέτοια ακριβώς που λίγο πρωτύτερα σας διηγήθηκα].

Ιουλίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Σεπτ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031