You are currently browsing the monthly archive for Οκτώβριος 2011.

Τα υδρευτικά έργα τα οποία άρχισε να κατασκευάζει η αγγλική Κυβέρνηση Κύπρου το 1899 στην περιοχή Αχερίτου, περιλαμβανομένου μεγάλου φράγματος, υπολογιζόταν ότι θα ικανοποιούσαν τις υδατικές ανάγκες μεγάλου τμήματος της Μεσαορίας.

Τα έργα σχεδιάστηκαν από τον άγγλο μηχανικό  J. H. Medlicott, του Indian Irrigation Department και η κατασκευή τους πραγματοποιήθηκε από τους επίσης άγγλους εργολάβους  Charles και Percy Christian.

Δύο φωτογραφίες ―του 1900― από τις εργασίες κατασκευής, παρουσιάζονται πιο κάτω.

«Τοίχος νέου υδατοφράκτη Αχερίτου»

«Αρχαία θυρίδα εκροής υδατοφράκτη Αχερίτου»

Advertisements

Μία πολυάριθμη ομάδα ρώσων προσφύγων της αίρεσης «ντουχομπόρτσι» [=πνευματικοί αγωνιστές], έφθασε από το Βατούμ για εγκατάσταση στην Κύπρο στις 26 Αυγούστου 1898. Επρόκειτο για μέλη ειρηνιστικής θρησκευτικής αίρεσης που είχε υποστεί μεγάλους διωγμούς από το τσαρικό κράτος επειδή, ως αντιρρησίες συνείδησης, το 1895 είχαν μαζικά καταστρέψει τα όπλα τους αρνούμενοι να καταταγούν στο ρωσικό στρατό.

Οι αγγλικές αρχές της Κύπρου τους εγκατέστησαν σε διάφορα μέρη, κυρίως στο Τσιφλίκι Αθαλάσσας [αργότερα «Κυβερνητική Έπαυλη Αθαλάσσας»] και στις κοινόττητες Περγάμου και Κουκλιών. Το 1899 οι Ντουχομπόρτσοι της Κύπρου, οι οποίοι έφθασαν στους 1125, αναχώρησαν για οριστική εγκατάσταση στον Καναδά, αφήνοντας πίσω, μοναδικό τεκμήριο από το πέρασμά τους, ένα μικρό κοιμητήριο στο Τσιφλίκι Αθαλάσσας.

[Στη φωτογραφία : Ντουχομπόρτσοι από την Κύπρο φθάνουν στον Καναδά]

[Ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντινίδης (1882-1956) δημοσίεψε το 1936 στην εφημερίδα του Νέος Κυπριακός Φύλαξ σειρά αναμνήσεων από τη Λευκωσία του τέλους της Τουρκοκρατίας και των πρώτων χρόνων της Αγγλοκρατίας. Ακολουθεί απόσπασμα όπου περιγράφεται η οδός Λήδρας όπως ήταν τότε].

Είπαμεν ήδη, ότι ο Μεγάλος δρόμος, η οδός Λήδρας, ο οφθαλμός σήμερα της Λευκωσίας, ήταν τότε τυφλός κα αδιέξοδος σχεδόν. Εκεί που είναι σήμερα η Λέσχη των Κυβερνητικών υπαλλήλων ήταν ένα μικρό στενοσόκκακο – πιό στενό ακόμη από όσον είναι το ανηφορικό «δρομούδι» κοντά εις το σπίτι της Κας Αριστοδήμου Φοινιέως – που οδηγούσε επάνω στο Κάστρο. Ο δρόμος αυτός, η μεγάλη και ένδοξη αρτηρία της πρωτεύουσας, δεν επαρουσίαζε καθόλου όψιν δρόμου μεγάλης συγκοινωνίας και την νύχτα προ πάντων «αροθύμαν» κανένας να περάσει και στις 7 η ώρα. Πιό κεντρικός απ’ αυτόν ήταν ο παράλληλος δρόμος, «δρόμος του Μασιαιρά», η σημερινή Οδός Ονασαγόρου, εις την οποίαν με τον καθορισμόν της μονοδρόμου κατευθύνσεως έχει διοχευτευθεί μεγάλο μέρος της τροχαίας κινήσεως της Οδού Λήδρας.

Ενώ σήμερα η Οδός Λήδρας έγινε σχεδόν ολόκληρον τμήμα της Αγοράς ως προς τα κάτω πατώματα των σπιτιών της, τότε δεν είχε παρά ελάχιστα μαγαζιά στην αρχή της κι αυτά μάλλον αποθήκες παρά μαγαζιά. Στην θέσιν του Καταστήματος που έχει σήμερα το Γραφείον της  Εταιρείας Αυτοκινήτων «Εμπιστοσύνη» ήταν αποθήκη ξυλείας του Τουρμούση Πασχαλίδη, ο οποίος είχε το γραφείον του και άλλο κατάστημα εις το Παζάρι του Τζύκκου, όπου είναι σήμερα το κατάστημα του κ. Κ. Νεοφυτίδη. Εις την θέσιν που είνε το «Αθήναιον» [καφενείο στην οδό Λήδρας αρ. 153] ήταν μια αποθήκη ξυλείας υγρή, σκοτεινή του Χαππάζη. Μόλις κατά το 1885 εκτίσθη το σημερινόν κτίριον, το περίφημον τότε Καφενείον του Παναγιωτάτζιη και το γεγονός αυτό εσημειώθη σε επιστολάς που εστάλησαν στο Εξωτερικό (ειδικώς το Βερούτι) ως σπουδαίο.

Εις την θέσιν που είναι το Κατάστημα Οινοπνευματωδών του κ. Παγκρατίου Λιβέρα [Λήδρας 180-181] ήταν το κατάστημα Αποικιακών και Μπάρ του Μιχαλάκη Χριστοφίδη και δίπλα, όπου είναι τώρα το Πρατήριον της Εταιρείας Σίγγερ [Στοά Ταρσή], ήταν το πρώτον Καπαρέ στην Λευκωσία και αυτό του Μιχ. Χριστοφίδη. Εδώ έπαιζε και η πρώτη Κομπανία Γερμανίδων υπό την διεύθυνσιν κάποιου Καντήλ.

Η κομπανία αποτελείτο από 28 όλα πρόσωπα, 22 γκέρλς και 5 -6 άνδρες. Η νεολαία της Λευκωσίας, της Σκάλας και της Λεμεσού έγινεν ανάστατος εις το άκουσμα της αφίξεως της Γερμανικής Κομπανίας. Οι γλεντζέδες νέοι – 3-4 απ’ αυτούς ζούν ακόμη και θυμούνται τα … «παληά κι αξέχαστα» – αγωνιούσαν να νυχτώσει, για ν’ αρχίσουν τα «παιχνίδκια». Η ώρες της ατέλειωτης ημέρας ήταν βαριές, πληχτικές, ώρες λαχταριστής αναμονής και γλυκιάς προσδοκίας. Η ξανθές Γερμανίδες έφεραν, καθώς μας διηγείται φίλος, από τους πρώτους γλεντζέδες της εποχής, αναστάτωση στην φαντασία των «νεαρών» μας.

Αυτές δεν ήταν χαμηλοδείκλητες, αμίλητες και ντροπαλές Κυπριώτισσες που να στρέψει κανένας να τις δει, εγίνοντο κατακόκκινες. Η Γερμανίδες τούς έβλεπαν και γελούσαν!! Και στην πρόσκληση για ένα γεύμα έτρεχαν πεταχτές και πήγαιναν κοντά τους!! Εκάθιζαν μαζί τους, ολοπρόθυμες να τους χαρίζουν την ευχαρίστηση της συντροφιάς τους. Μόλις είχε περάσει η σκοτεινιά της Τουρκοκρατίας και μόλις επρόβαλλε το φώς της κοινωνικής ελευθερίας για τους νέους.

[Στη φωτογραφία : Γειτονιά της παλιάς Λευκωσίας (σχέδιο 1888)]

Το μοναστήρι του Αγίου Προκοπίου (γνωστότερο ως «Μετόχι του Κύκκου»), που βρίσκεται στο Δήμο Έγκωμης, στη Λευκωσία, ήταν ο χώρος όπου είχε διαμείνει ο πρώτος άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου Sir Garnet Wolseley, μόλις έφθασε στη Λευκωσία τον Ιούλιο 1878. Στον περίβολό του στρατοπέδευσε το τμήμα στρατού που τον συνόδευε. Παρέμειναν εκεί για όσο διάστημα χρειαζόταν έως ότου αποκτήσουν μονιμότερη στέγη.

Δέκα χρόνια αργότερα ο άγγλος συγγραφέας William H. Mallock (1849-1923) γράφει για το Μετόχι :

«Βρίσκεται σε εύφορο τμήμα της μεγάλης κεντρικής πεδιάδας, κοντά σε κήπους με δέντρα και δασώδη κοινότητα. Εξωτερικά παρουσιάζει εικόνα ασφαλώς γραφική, όμως θυμίζει περισσότερο αγρόκτημα παρά μοναστήρι. Η εκκλησία έχει κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, αυστηρή μέσα στην αρχαϊκή απλότητά της παρ’ ότι από πηλό και ασβέστη. Όσο για για την εσωτερική εικόνα ζωής αυτή είναι η αναμενόμενη. Μελαχρινοί μοναχοί με μακριά μαλλιά, και καλόβολες φυσιογνωμίες αλλά εντελώς αναλφάβητοι, γυροφέρνουν σε τυχαίες ομάδες, έτοιμοι να εξαντλήσουν την περιέργειά τους για τον επισκέπτη με ερωτήματα που θα ήσαν πολύ ενοχλητικά αν δεν κρίνονταν ως παιδιάστικα».

Μετόχι του Κύκκου : Εξωτερική άποψη (1888)

Μετόχι του Κύκκου : Εσωτερική άποψη (1888)

Η ειδυλλιακή περιοχή και η εκκλησία της Αγίας Μαύρης [Μαύρας] κοντά στο Κοιλάνι, όπως αντιστοίχως αποτυπώνονταν σε φωτογραφία και σχέδιο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Ο γιγαντιαίος πλάτανος της Αγίας Μαύρης, σε φωτογραφία του 1905

Η εκκλησία της Αγίας Μαύρης (σχέδιο του αρχιτέκτονα George Jeffery, 1918)

Οκτώβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Δεκ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31