You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2011.

Το δημοτικό σχολείο «Ελένειον», ένα από τα παλαιότερα ιστορικά σχολεία της Λευκωσίας, κτίστηκε το 1925 με δωρεά του μεγαλεμπόρου Κωνσταντίνου Σ. Λοϊζίδη (1862-1937) στη μνήμη της κόρης του Ελένης, που είχε πεθάνει λίγα χρόνια προηγουμένως σε ηλικία εικοσιδύο χρονών.

Με πρώτο διευθυντή του τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο (1882-1962), για εικοσιδύο χρόνια, δημιούργησε όνομα και αίγλη που διατηρήθηκε και στις επόμενες δεκαετίες. Πολλές γνωστές προσωπικότητες του τόπου, όπως ο εθνικός αγωνιστής Ροδίων Γεωργιάδης, ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης κ.ά.  ήταν απόφοιτοι των πρώτων χρόνων του σχολείου. Το σχολείο, κατά καιρούς, είχε και τουρκοκυπρίους αποφοίτους.

Πρόσοψη (κεντρικό τμήμα) του σχολείου

Από αναμνήσεις του γιατρού και ποιητή Κύπρου Χρυσάνθη (1915-1998), αποφοίτου της σχολικής χρονιάς 1926-1927, μεταφέρονται εδώ δύο αποσπάσματα:

«Τον Οκτώβρη του 1925 γραφτήκαμε στο Ελένειο. Καινούριο σχολείο, ελληνικού ρυθμού όπως μας είπαν, πέτρινο από πουρόπετρα, μ’ ευρύχωρες φωτεινές αίθουσες και μεγάλους διαδρόμους ―ύψος, ύψος παντού… και με αίθουσα συγκεντρώσεων στο ανώι, γεμάτη παράθυρα και φως. Εμείς που κατοικούσαμε μέσα από τα τείχη (πολύ λίγοι είχαν τα σπίτια τους έξω από τα τείχη, μετρημένοι στα δάκτυλα του χεριού) έπρεπε να πάρουμε γραμμή την τάφρο, που πρασινολογούσε με τα πολλά δέντρα και τους θάμνους της, ή να κατεβούμε από μια στενή κι απότομη σκάλα που σχεδόν κρεμόταν από το τείχος μέσα στην τάφρο. Συνήθως προτιμούσαμε γραμμή όλη την τάφρο, που ήταν για μας πιο βολικό, διασκεδάζοντας με την απεριποίητη αλλά πλούσια φυσική ομορφιά της. Τότε η τάφρος ονομαζόταν στη μαθητική ορολογία ‘κάτω στο τεισιόν’. Διευθυντής μας ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος, ένας κοκκινοπρόσωπος φαλακρός δάσκαλος όλο νεύρο και δραστηριότητα, αυστηρός αλλά όχι βάναυσος, χωρίς και να γλυτώνουμε από το ξυλαρίδι του όταν ήταν στα μπουρίνια του. […]

Και καταλήγει ο λόγος μου αυτός, η αναδρομή στα περασμένα χρόνια, στο διευθυντή μας Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο. Τα αισθήματά μας γι’ αυτόν ήταν ένα αμάλγαμα σεβασμού και φόβου. Ήταν αυτός αυστηρός αλλά προσέγγιζε τους μαθητές, ιδίως της τάξης του, της έκτης. Πρόσφερνε με τη διδασκαλία του πολλές γνώσεις, ουσιαστικές, χωνεμένες και όχι τυπικές. Αφήνω πως αρκετά από τα σχολικά βιβλία ήταν δικής του συγγραφής. Ξεχωριστά μένει στο μυαλό μου μια Υγιεινή του με μερικές εικόνες εντυπωσιακές για τα χρόνια εκείνα των πολύ φτωχών και γυμνών εκδόσεων, των πολύ πρωτόγονων, όπως π.χ. μια εικόνα στο κεφάλαιο της λύσσας. Ως σήμερα θυμάμαι πόσο μας άγγιζαν οι περιγραφές του για επιδημίες. Αλλά και το ξυλαρίδι του δεν μας έλειπε. Στο αριστερό μου φρύδι κάποτε πληγώθηκα, γιατί κοιτάζοντας να του ξεφύγω για να γλυτώσω από το ξυλοφόρτωμα με τη γυαλιστερή του ρίγα, κτύπησα κάπου. Ε! Τότε με περιποιήθηκε υποδειγματικά, αναβάλλοντας την τιμωρία αργότερα που θα γιατρευόμουν. Σε κατοπινά χρόνια συνεργαστήκαμε με τον Παπαδόπουλλο στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, όπου μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω την άλλη, την ελεύθερη εκπαιδευτική του δράση ως εκδότη περιοδικού και συγγραφέα».

Με δωρεές του Δημοσθένη Χρ. Σεβέρη (1879-1955), δικηγόρου, μεγαλοκτηματία και πολιτευτή, κτίστηκαν η Σεβέρειος Αστική Σχολή Κερύνειας (1912), η Σεβέρειος Βιβλιοθήκη του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας (1949), αλλά και η Σεβέρειος Παιδική Εξοχή Λευκωσίας (1953) η οποία βρισκόταν στην Κερύνεια, σε ύψωμα στην περιοχή Γλυκιώτισσας.

[Παραχώρηση φωτογραφίας : Λούης Περεντός]

Ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Κουριοκουρίτης (1735/1745 – 1802/1805) με το μνημειώδες έργο του Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, το οποίο εκδόθηκε με δικά του έξοδα στη Βενετία το 1788, έδωσε “το πρώτον ιστορικόν σύγγραμμα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, τουλάχιστον δια την εποχήν κατά την οποίαν συνεγράφη” (κατά χαρακτηρισμό του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, διεύθυντη του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου το 1971 όταν επιμελήθηκε φωτομηχανική επανέκδοση του έργου).

Η Ιστορία του Κυπριανού στηρίχθηκε σε κυπριακές αρχειακές πηγές (κυρίως εκκλησιαστικές) αλλά και σε ευρωπαϊκά ιστορικά έργα και μαρτυρίες που κυκλοφορούσαν ή εντοπίζονταν σε βιβλιοθήκες ή αρχεία της Βενετίας. Εκτός από το καθαρώς ιστορικό μέρος ο Κυπριανός ασχολείται στο βιβλίο και με θέματα εθνογραφίας, κοινωνίας και πολιτισμού της Κύπρου.

Από το εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή της επανέκδοσης μεταφέρεται εδώ ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“Η κοινωνική και εθνική κατάστασις της Κύπρου κατά τας διαφόρους εποχάς, ιδιαιτέρως δε κατά την Τουρκοκρατίαν, αποτελεί μέλημα του Κυπριανού, όστις δεν παραλείπει, οσάκις τούτο αναγκαιοί, να αναφερθή σε ξένα ‘γένη’, τα οποία εγκατεστάθησαν εν τη Νήσω. Ο Κυπριανός δεν τρέφει προκαταλήψεις κατά της παρουσίας ξένων εθνικών στοιχείων, ούτε θεωρεί μειωτικήν δια τους Έλληνας της Νήσου την παρουσίαν ταύτην. Είναι όμως ευαίσθητος εις το θέμα της κοινωνικής και οικονομικής εξαθλιώσεως του χριστιανικού πληθυσμού, την οποίαν συνεπήγοντο αι ξέναι κυριαρχίαι, ιδιαιτέρως δε όταν πραγματεύεται την περίοδον της Τουρκοκρατίας, η οποία καταλαμβάνει και το τελευταίον τμήμα του αφηγηματικού μέρους της ιστορίας του. Εις την πραγματικότητα το τελευταίον τούτο μέρος παύει να είναι αφηγηματικόν, προσλαμβάνον τον χαρακτήρα μιας επιτόμου κοινωνικής ιστορίας του τουρκοκρατουμένου Κυπριακού ελληνισμού”.

Προμετωπίδα (αποσπάσματα από το έργο του Λουκιανού, Πατρίδος Εγκώμιον...) : «Ουδέν γλύκιον ης Πατρίδος…»

Η πρώτη σελίδα αφιέρωσης του έργου στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο. Στο επάνω μέρος χαλκογραφία με αλληγορία της Κύπρου ―δεξιά διακρίνεται και χάρτης της πατρίδας του συγγραφέα.

Στην προηγούμενη ανάρτηση γινόταν έμμεση αναφορά σε δόξες της Αμμοχώστου, της εποχής των Ενετών. Εδώ έχουμε δύο φωτογραφίες της περιοχής του λιμανιού Αμμοχώστου (από ταχυδρομικά δελτάρια που παραχωρήθηκαν από τον Λούη Περεντό). Το πρώτο είναι του J. Foscolo, ένα τέταρτο του αιώνα από την έναρξη της Αγγλοκρατίας, και το δεύτερο του L. Glaszner, περίπου άλλα εικοσιπέντε χρόνια αργότερα.

Η Αγγλο-Τουρκική Συνθήκη παραχώρησης της Κύπρου στην Αγγλία υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1878. Όταν τούτο έγινε γνωστό άρχισαν να δημοσιεύονται σχόλια και πολιτικές εκτιμήσεις εφημερίδων, από όλο τον κόσμο, για τη σημασία αυτής της αλλαγής στο στρατιωτικό ισοζύγιο της ανατολικής Μεσογείου. Από τις αντιδράσεις που δημοσιεύτηκαν, το καλοκαίρι του 1878, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει παθιασμένο σχόλιο της επιθεώρησης Il Bersagliere της Ρώμης, στο οποίο η πολιτική αλλαγή κρίνεται αποκλειστικά ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει σε ιταλικά συμφέροντα και σε κατάλοιπά τους από την …περίοδο των Ενετών! Γράφει :

«Το θεϊκό νησί της Κύπρου πωλήθηκε από τους ευνούχους της Κωνσταντινούπολης στους τοκογλύφους του Λονδίνου. Φτωχή Κύπρος! κτυπημένη από τόσες δυνάμεις, με τέτοια ηρωϊκή άμυνα, σε τόσο ιταλικό αίμα βουτηγμένη, ποιός θα μπορούσε να σου πει ότι μια μέρα θα σε πούλαγαν για μια χούφτα χρυσάφι, σε εμπόρους που έρχονται από τις ομίχλες του βορρά;

Αγοράζουν και θα κερδίσουν από το νέο κτήμα τους· θα στρέψουν τα κανόνια της Αμμοχώστου, όπου ιταλοί κατασκευαστές έγραψαν τα ονόματά τους, εναντίον ιταλικών καραβιών που πλέουν στην περιοχή. Οι ίδιοι, από τους βράχους όπου ανέμιζε η σημαία της Σαβοΐας, θα προσπαθήσουν να βυθίσουν καράβια με την ιταλική σημαία. Ω, πόσο γλυκύ θα ήταν αν αυτό δεν είναι παρά ένα [κακό] όνειρο!

Όμως, υπομονή. Στις ακτές της Μεσογείου αναπτύχθηκε η Καρθαγένη, κέντρο διεθνούς εμπορίου, φόβητρο της ανθρωπότητας· και λίγα χρόνια αργότερα ο Μάριος, ο μεγάλος εξόριστος, καθόταν ανάμεσα στα ερείπιά της και στοχαζόταν».

[Σημειώσεις: Οι Ιταλοί διεκδικούσαν την Κύπρο από το 1463, όταν η πριγκίπισσα Άννα ντε Λουζινιάν παντρεύτηκε τον ιταλό δούκα Λουδοβίκο της Σαβοΐας. / Ο ρωμαίος στρατηγός Γάιος Μάριος (157-86 π.Χ.) εζησε λίγα χρόνια ως πολιτικός εξόριστος στην Καρθαγένη (αρχαία Καρχηδόνα της Τύνιδας). / «Ο Γάιος Μάριος στην εξορία» (πίνακας)].

Η επίπονη διαδικασία παραγωγής καρβούνων, όπως γίνεται ακόμη σε μερικές κοινότητες της Κύπρου, π.χ. στον Κάτω Πύργο Τηλλυρίας, παραμένει αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες. Αυτή ακριβώς η έλλειψη προσαρμογής σε νεότερες μεθόδους αποτελεί ίσως και τη βασική αιτία που το επάγγελμα του παραδοσιακού καρβουνιάρη (ειδικότερα δε του παραγωγού καρβούνων) ολοένα και εγκαταλείπεται και σε λίγα χρόνια θα συγκαταλέγεται σε εκείνα που χάθηκαν.

Η κατασκευή του καμινιού για κάψιμο των ξύλων, ένα “έργο τέχνης” όπως διαπιστώνεται και από τις φωτογραφίες που ακολουθούν, γίνεται από έμπειρο επαγγελματία, ο οποίος μαθήτεψε σε παλαιότερο καρβουνιάρη (συνήθως της οικογένειάς του).

Για καλής ποιότητας κάρβουνα χρησιμοποιούνται σκληρά ξυλα τα οποία τοποθετούνται με λοφοειδή κυκλική διάταξη και σκεπάζονται με χλωρά αλλά και ξερά χόρτα. Επάνω σ’ αυτά τοποθετείται χώμα ώστε να καλυφθούν όλες οι τρύπες και να αποκλειστεί κάθε πηγή οξυγόνου από την ατμόσφαιρα, που θα προκαλούσε γρήγορη καύση και καταστροφή των καρβούνων. Από την κορυφή του σωρού έως τη βάση του αφήνεται τρύπα από την οποία ο καρβουνάρης θα βάλει το προσάναμμα και κατόπιν θα τη σκεπάσει. Στη βάση του καμινιού λίγες μικρές τρύπες διατηρούν την κρυφή φλόγα καθ’ όλη τη διαδικασία της καύσης. Κάτω από το άγρυπνο μάτι του καρβουνιάρη η διαδικασία καύσης διαρκεί  δύο-τρεις μέρες κι άλλες τόσες έως ότου κρυώσουν τα κάρβουνα.

Σε πρόσφατες φωτογραφίες (καλοκαίρι 2010) που ακολουθούν παρουσιάζονται τέσσερα στιγμιότυπα από τη διαδικασία παραγωγής καρβούνων : στήσιμο του σωρού, κάλυψη καμινιού, άναμμα και ολοκλήρωση του έργου πριν από το άνοιγμα του καμινιού.


Μαρτίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031