You are currently browsing the category archive for the ‘Τοπογραφία’ category.

“Τώρα η Πάφος είναι μικρόν χωρίον (με 240 κατοίκους, εξ ων το έν τρίτον είναι τούρκοι), έχει όρμον, εξ ου εξάγονται πολλά κουκούλια και κεράτια, και λιμένα όστις είναι κεχωσμένος από άμμον. Απ’ εδώ προς νότον διευθυνόμενοι θα απαντήσωμεν το Καστρί, εκ τούτου δε προς ανατολάς στρεφόμενοι μέχρι των εκβολών του Χα ποταμίου, όπου τελειώνει όλη η παραλία, ουδέν θα απαντήσωμεν πλέον.

Εκ Πάφου, ήτις, ως ανεφέραμεν, είναι παράλιον χωρίον, εάν διευθυνθώμεν προς βορράν θα φθάσωμεν εις την κωμόπολιν Κτήμα, ήτις απέχει της Πάφου 15΄ και είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας και έδρα του Μητροπολίτου. Εν αυτή υπάρχει πρωτοδικείον, δημαρχείον, νοσοκομείον, αρρεναγωγείον μετά τμήματος ελληνικού σχολείου και παρθεναγωγείον. Το Κτήμα έχει ωραίαν αγοράν, καλάς οικοδομάς, πηγαία ύδατα, κήπους και 2560 κατοίκους, εξ ων 1100 είναι Χριστιανοί, οι δε λοιποί Μωαμεθανοί”.

[Τοπογραφία της νήσου Κύπρου, προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων, υπό Γ. Μ. Κωνσταντινίδου και Ι. Ιωαννίδου. Εν Λάρνακι (Κύπρου) : Τύποις “Φιλοκαλίας”, 1897].

[Ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντινίδης (1882-1956) δημοσίεψε το 1936 στην εφημερίδα του Νέος Κυπριακός Φύλαξ σειρά αναμνήσεων από τη Λευκωσία του τέλους της Τουρκοκρατίας και των πρώτων χρόνων της Αγγλοκρατίας. Ακολουθεί απόσπασμα όπου περιγράφεται η οδός Λήδρας όπως ήταν τότε].

Είπαμεν ήδη, ότι ο Μεγάλος δρόμος, η οδός Λήδρας, ο οφθαλμός σήμερα της Λευκωσίας, ήταν τότε τυφλός κα αδιέξοδος σχεδόν. Εκεί που είναι σήμερα η Λέσχη των Κυβερνητικών υπαλλήλων ήταν ένα μικρό στενοσόκκακο – πιό στενό ακόμη από όσον είναι το ανηφορικό «δρομούδι» κοντά εις το σπίτι της Κας Αριστοδήμου Φοινιέως – που οδηγούσε επάνω στο Κάστρο. Ο δρόμος αυτός, η μεγάλη και ένδοξη αρτηρία της πρωτεύουσας, δεν επαρουσίαζε καθόλου όψιν δρόμου μεγάλης συγκοινωνίας και την νύχτα προ πάντων «αροθύμαν» κανένας να περάσει και στις 7 η ώρα. Πιό κεντρικός απ’ αυτόν ήταν ο παράλληλος δρόμος, «δρόμος του Μασιαιρά», η σημερινή Οδός Ονασαγόρου, εις την οποίαν με τον καθορισμόν της μονοδρόμου κατευθύνσεως έχει διοχευτευθεί μεγάλο μέρος της τροχαίας κινήσεως της Οδού Λήδρας.

Ενώ σήμερα η Οδός Λήδρας έγινε σχεδόν ολόκληρον τμήμα της Αγοράς ως προς τα κάτω πατώματα των σπιτιών της, τότε δεν είχε παρά ελάχιστα μαγαζιά στην αρχή της κι αυτά μάλλον αποθήκες παρά μαγαζιά. Στην θέσιν του Καταστήματος που έχει σήμερα το Γραφείον της  Εταιρείας Αυτοκινήτων «Εμπιστοσύνη» ήταν αποθήκη ξυλείας του Τουρμούση Πασχαλίδη, ο οποίος είχε το γραφείον του και άλλο κατάστημα εις το Παζάρι του Τζύκκου, όπου είναι σήμερα το κατάστημα του κ. Κ. Νεοφυτίδη. Εις την θέσιν που είνε το «Αθήναιον» [καφενείο στην οδό Λήδρας αρ. 153] ήταν μια αποθήκη ξυλείας υγρή, σκοτεινή του Χαππάζη. Μόλις κατά το 1885 εκτίσθη το σημερινόν κτίριον, το περίφημον τότε Καφενείον του Παναγιωτάτζιη και το γεγονός αυτό εσημειώθη σε επιστολάς που εστάλησαν στο Εξωτερικό (ειδικώς το Βερούτι) ως σπουδαίο.

Εις την θέσιν που είναι το Κατάστημα Οινοπνευματωδών του κ. Παγκρατίου Λιβέρα [Λήδρας 180-181] ήταν το κατάστημα Αποικιακών και Μπάρ του Μιχαλάκη Χριστοφίδη και δίπλα, όπου είναι τώρα το Πρατήριον της Εταιρείας Σίγγερ [Στοά Ταρσή], ήταν το πρώτον Καπαρέ στην Λευκωσία και αυτό του Μιχ. Χριστοφίδη. Εδώ έπαιζε και η πρώτη Κομπανία Γερμανίδων υπό την διεύθυνσιν κάποιου Καντήλ.

Η κομπανία αποτελείτο από 28 όλα πρόσωπα, 22 γκέρλς και 5 -6 άνδρες. Η νεολαία της Λευκωσίας, της Σκάλας και της Λεμεσού έγινεν ανάστατος εις το άκουσμα της αφίξεως της Γερμανικής Κομπανίας. Οι γλεντζέδες νέοι – 3-4 απ’ αυτούς ζούν ακόμη και θυμούνται τα … «παληά κι αξέχαστα» – αγωνιούσαν να νυχτώσει, για ν’ αρχίσουν τα «παιχνίδκια». Η ώρες της ατέλειωτης ημέρας ήταν βαριές, πληχτικές, ώρες λαχταριστής αναμονής και γλυκιάς προσδοκίας. Η ξανθές Γερμανίδες έφεραν, καθώς μας διηγείται φίλος, από τους πρώτους γλεντζέδες της εποχής, αναστάτωση στην φαντασία των «νεαρών» μας.

Αυτές δεν ήταν χαμηλοδείκλητες, αμίλητες και ντροπαλές Κυπριώτισσες που να στρέψει κανένας να τις δει, εγίνοντο κατακόκκινες. Η Γερμανίδες τούς έβλεπαν και γελούσαν!! Και στην πρόσκληση για ένα γεύμα έτρεχαν πεταχτές και πήγαιναν κοντά τους!! Εκάθιζαν μαζί τους, ολοπρόθυμες να τους χαρίζουν την ευχαρίστηση της συντροφιάς τους. Μόλις είχε περάσει η σκοτεινιά της Τουρκοκρατίας και μόλις επρόβαλλε το φώς της κοινωνικής ελευθερίας για τους νέους.

[Στη φωτογραφία : Γειτονιά της παλιάς Λευκωσίας (σχέδιο 1888)]

Το μοναστήρι του Αγίου Προκοπίου (γνωστότερο ως «Μετόχι του Κύκκου»), που βρίσκεται στο Δήμο Έγκωμης, στη Λευκωσία, ήταν ο χώρος όπου είχε διαμείνει ο πρώτος άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου Sir Garnet Wolseley, μόλις έφθασε στη Λευκωσία τον Ιούλιο 1878. Στον περίβολό του στρατοπέδευσε το τμήμα στρατού που τον συνόδευε. Παρέμειναν εκεί για όσο διάστημα χρειαζόταν έως ότου αποκτήσουν μονιμότερη στέγη.

Δέκα χρόνια αργότερα ο άγγλος συγγραφέας William H. Mallock (1849-1923) γράφει για το Μετόχι :

«Βρίσκεται σε εύφορο τμήμα της μεγάλης κεντρικής πεδιάδας, κοντά σε κήπους με δέντρα και δασώδη κοινότητα. Εξωτερικά παρουσιάζει εικόνα ασφαλώς γραφική, όμως θυμίζει περισσότερο αγρόκτημα παρά μοναστήρι. Η εκκλησία έχει κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, αυστηρή μέσα στην αρχαϊκή απλότητά της παρ’ ότι από πηλό και ασβέστη. Όσο για για την εσωτερική εικόνα ζωής αυτή είναι η αναμενόμενη. Μελαχρινοί μοναχοί με μακριά μαλλιά, και καλόβολες φυσιογνωμίες αλλά εντελώς αναλφάβητοι, γυροφέρνουν σε τυχαίες ομάδες, έτοιμοι να εξαντλήσουν την περιέργειά τους για τον επισκέπτη με ερωτήματα που θα ήσαν πολύ ενοχλητικά αν δεν κρίνονταν ως παιδιάστικα».

Μετόχι του Κύκκου : Εξωτερική άποψη (1888)

Μετόχι του Κύκκου : Εσωτερική άποψη (1888)

Η ειδυλλιακή περιοχή και η εκκλησία της Αγίας Μαύρης [Μαύρας] κοντά στο Κοιλάνι, όπως αντιστοίχως αποτυπώνονταν σε φωτογραφία και σχέδιο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Ο γιγαντιαίος πλάτανος της Αγίας Μαύρης, σε φωτογραφία του 1905

Η εκκλησία της Αγίας Μαύρης (σχέδιο του αρχιτέκτονα George Jeffery, 1918)

Ο αρχαιολόγος David George Hogarth (1862-1927) βρισκόταν στην Κύπρο με αποστολή, το 1887-1888. Από το βιβλίο του Devia Cypria, Notes of an Archaeological Journey in Cyprus in 1888 (Λονδίνο 1889) παρουσιάζεται εδώ χάρτης αρχαιολογικών χώρων της Καρπασίας και ένα απόσπασμα (σε μετάφραση).

  

«Πιθανόν σ’ αυτή τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, συνδυασμένη με σχετική απομόνωση από την υπόλοιπη Κύπρο, να οφείλεται η ιδιότυπη μη-κυπριώτικη εμφάνιση των χωρικών της Καρπασίας : το λευκό δέρμα και συχνά τα ξανθά μαλλιά, η ομορφιά των γυναικών, η χρήση ξένων λέξεων, όπως «τρε» (αντί τρεις), «ριδάλλα» (rix-dollar; [=ασημένιο νόμισμα]) για κέρμα, στοιχεία που υποδεικνύουν ιδιαίτερα εμφανή την επίδραση της Δύσης.

Οι μουσουλμάνοι που κατοικούν στα κεντρικά χωριά Άγιος Ανδρόνικος, Έλισις, Κορόβια και Γαληνόπορνη ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά έχουν με εκείνα των άλλων Τούρκων : μιλούν ελληνικά και σχεδόν δεν γνωρίζουν τουρκικά· οι γυναίκες σπανίως καλύπτονται με πέπλο, ενώ, αντιθέτως, κοιτούν κατάμματα τον ξένο και του μιλούν στην παρουσία των συζύγων τους· οι τελευταίοι δεν είναι τόσο συγκρατημένοι και απόμακροι όπως συνήθως οι μουσουλμάνοι αλλού. Οι εργατικότητα των Τούκων και των Ελλήνων, η συστηματική καλλιέργεια της γης και η προσεκτική διαχείριση του λιγοστού νερού που επιτρέπει η ηλιοφάνεια του Ιουλίου, η καλή κατασκευή των σπιτιών και η συγκριτικά μεγαλύτερη καθαριότητα στις συνήθειές τους, ίσως οφείλονται τόσο σ’ αυτό τον λόγο όσο και στο ευνοϊκό κλίμα, καθώς και στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, λόγω του απρόσιτου της περιοχής, κατά τη διάρκεια του τουρκικού ζυγού επιτράπηκε στην Καρπασία να διατηρήσει μέρος της ευημερίας που αποτελούσε κοινό χαρακτηριστικό ολόκληρης της Κύπρου κατά τη Φραγκοκρατία.

Είναι, τουλάχιστον, βέβαιο ότι καμιά άλλη περιοχή δεν εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με την καλή διοίκησή, την τάξη και τη φυσική ευγένεια των κατοίκων της όσο αυτή η απομακρυσμένη χερσόνησος».

Με δωρεές του Δημοσθένη Χρ. Σεβέρη (1879-1955), δικηγόρου, μεγαλοκτηματία και πολιτευτή, κτίστηκαν η Σεβέρειος Αστική Σχολή Κερύνειας (1912), η Σεβέρειος Βιβλιοθήκη του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας (1949), αλλά και η Σεβέρειος Παιδική Εξοχή Λευκωσίας (1953) η οποία βρισκόταν στην Κερύνεια, σε ύψωμα στην περιοχή Γλυκιώτισσας.

[Παραχώρηση φωτογραφίας : Λούης Περεντός]

Στην προηγούμενη ανάρτηση γινόταν έμμεση αναφορά σε δόξες της Αμμοχώστου, της εποχής των Ενετών. Εδώ έχουμε δύο φωτογραφίες της περιοχής του λιμανιού Αμμοχώστου (από ταχυδρομικά δελτάρια που παραχωρήθηκαν από τον Λούη Περεντό). Το πρώτο είναι του J. Foscolo, ένα τέταρτο του αιώνα από την έναρξη της Αγγλοκρατίας, και το δεύτερο του L. Glaszner, περίπου άλλα εικοσιπέντε χρόνια αργότερα.

Πολλοί, που για δεκαετίες έως σήμερα χρησιμοποιούν ή προσπερνούν το στενό δρομάκι με το όνομα “οδός Ξάνθης Ξενιέρου” στην παλιά Λευκωσία, θα διερωτήθηκαν ποιά είναι άραγε η μυστηριώδης γυναίκα που έδωσε το όνομά της σ’ αυτό. Και έχουν απόλυτo δίκαιο.

Όπως δικαιολογημένη θα ήταν και η ίδια αν επανερχόταν στη ζωή και περνώντας από το δρόμο δεν αναγνώριζε το όνομά της. Γιατί βέβαια άλλο να ονομάζεσαι Elisabeth (“Xanthi”) Chenier ―δηλ. Ξάνθη Σενιέ― κι άλλο οι δημοτικές αρχές της Λευκωσίας να σε “τιμούν” μετατρέποντας το όνομά σου σε Ξάνθη …Ξενιέρου!

Η κυπριακής καταγωγής Elisabeth Santi-Lomaca, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν σύζυγος του Louis Chenier, γάλλου προξένου στην Πόλη. Ανάμεσα στα πέντε παιδιά της ήταν και ο διάσημος γάλλος ποιητής Αντρέ Σενιέ (1762-1794) ο οποίος εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης. Ένα βιβλίο με επιστολές της ελληνικού ενδιαφέροντος κυκλοφόρησε αργότερα (Lettres Grecques de Μadame Chénier, précédées d’une étude sur sa vie, par Robert de Bonnières. Paris, 1879).

Ιουνίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930