You are currently browsing the category archive for the ‘Συγκοινωνίες’ category.

Έως και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα σε βολικά σημεία «μακρινών» διαδρομών στους δρόμους της Κύπρου λειτουργούσαν «Σταθμοί» για ξεκούραση των ταξιδιωτών (μια και οι ανέσεις που πρόσφερε το οδικό δίκτυο και οι τρόποι μετακίνησης ―πεζοπορία, ζώα, κάρρα, ή πρωτόγονα μηχανοκίνητα― δεν ήταν πολλές). Ανάμεσα στους γνωστότερους «σταθμούς» ήταν του Πυροϊού, της Χοιροκοιτίας και Σκαρίνου, και του Πισσουριού.

Την 1η Δεκεμβρίου 1895, ο Σάββας Τσερκεζής, από τον Μαζωτό, ταξιδεύει πεζός από Λάρνακα προς Λευκωσία και σημειώνει:

«Eις τας 5 μ.μ. έλαβον την εις Λευκωσίαν άγουσαν. Ήτο νυξ Δεκεμβρίου, ο ουρανός ήτο συννεφώδης, το ψύχος ήτο διαπεραστικότατον και εγώ ήμην ηναγκασμένος να διανύσω είκοσι τεσσάρων αγγλικών μιλίων δρόμον πεζός. Μετά ημισείας περίπου ώρας οδοιπορίαν, ότε απεμακρύνθην της Λάρνακος ώς δύο περίπου αγγλικά μίλια, έδυσεν ο ήλιος και άφησε όπισθέν του τον ουρανόν ημισυννεφώδη και ερυθρόχρουν, μετά ημίσειαν δε ώραν σκότος βαθύ εκάλυψε την γην και το ψύχος έγινεν επαισθητότερον.

Την στιγμήν εκείνην με εκατάλαβε βαθεία σκέψις. Από την μίαν εσυλλογούμην την σκατο[ανα]παραδιάν μου –οπού επήγαινα εις μίαν πόλιν οπού τα πάντα δι’ εμέ ήτο ξένα, δεν είχα πού την κεφαλήν κλίναι– και από την άλλην εσυλλογούμην την ψυχράν του [Δεκεμβρίου] νύκτα. Απεφάσισα να γυρίσω πίσω, αλλά επειδή εντρεπόμην απεφάσισα να πάγω και ό,τι έλθει της τύχης μου να το υποφέρω αγογγύστως· άρχισα λοιπόν βήμα τακτικόν.

Καθ’ οδόν συνήντησα έν φορτηγόν αμάξιον και παρεκάλεσα τον αμαξηλάτην να με αφήσει να βάλω τουλάχιστον τα ρούχα μου εις το κάρον· μοι το επέτρεψεν, λέγων μοι: “Eάν δεν είχα φορτίον πολύ θα σε ανέβαζα επάνω, αλλ’ εξάλλου κάμνει και δυνατόν κρύο και είναι προτιμότερον να περιπατεί κανείς”.

Mετά τεσσάρων ωρών βραδυπορίαν εφθάσαμεν εις ένα σταθμόν ονομαζόμενον Πυρόι· εκεί στάθμευον όλα τα κάρα και όλαι αι άμαξαι, και μετά δίωρον ανάπαυσιν ανεχώρουν. Επειδή είχε και άλλα κάρα σταθμευμένα εκεί, εκατέβασα τα ρούχα μου, εμπήκα μέσα, εκάθισα και ήρχισα να εξετάζω τα πέριξ: ο σταθμός περιείχε μέσα καφενείον, ξενοδοχείον και παντοπωλείον.

Oι καραγωγείς και οι αμαξηλάται εισήλθον εντός του εστιατορίου του σταθμού και παρήγγειλαν διάφορα φαγητά, αλλ’ εγώ, επειδή τα χρήματά μου ήσαν μόνον οκτώμισι γρόσια, επροτίμησα να μη φάγω τίποτε, έπιον μόνον ένα καφέ· ερώτησα πόσα κάμνει και μου είπεν είκοσι παράδες, έδωσα τους είκοσι και απεσύρθην εις μίαν γωνίαν, επειδή ήτο απέναντι η θύρα του σταθμού και εκρύωνα· εις το διάστημα αυτό οι καραγωγείς έτρωγον. Επήγα και επήρα ένα κρασί και άναψα ένα τσιγάρο, και αποχαιρετίσας τους καραγωγείς και τον ξενοδόχον εξηκολούθησα τον δρόμον μου».

[Σάββας Τσερκεζής, Ημερολόγιον του βίου μου, Αρχόμενον από του 1886. Β΄έκδοση. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, 2007) σ. 35-36].

Ακολουθούν δύο φωτογραφικές μαρτυρίες για οδικούς σταθμούς κατοπινών δεκαετιών.

Σταθμός Χοιροκοιτίας (ταχυδρομικό δελτάριο)

Σταθμός Σκαρίνου (διαφήμιση του 1939)

Απρίλιος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930