You are currently browsing the category archive for the ‘Συγγραφείς’ category.

H αγγλίδα ποιήτρια Patricia Beer (1919-1999) το 1959 δημοσίευσε στη συλλογή της Loss of the Magyar το ποίημα «The Fifth Sense» («H πέμπτη αίσθηση»), που έχει ως αφετηρία του ένα επεισόδιο που συνέβη κατά τη διάρκεια του κυπριακού απελευθερωτικού Αγώνα, μεταξύ ενός κύπριου χωρικού και των «Δυνάμεων Aσφαλείας», όπως –κατ’ ευφημισμό– αποκαλούσε η αγγλική κυβέρνηση της Kύπρου τις στρατιωτικές μονάδες καταστολής.

H ποιήτρια, γεννημένη στο Devon της Aγγλίας το 1919 και καθηγήτρια της αγγλικής, κατά τη διάρκεια της ζωής της εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές και μια επιλογή ποιημάτων της, ένα βιβλίο πεζογραφίας, ένα αυτοβιογράφημα, κι ένα βιβλίο κριτικής. Ποιήτρια χαμηλών τόνων και συγγραφέας που κατά κανόνα απέφευγε τη δημοσιότητα η Beer, στην εισαγωγή του βιβλίου της Collected Poems (1988) κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο ποίημα «Πέμπτη αίσθηση» εξαιτίας ενός περιστατικού που της έτυχε κατά τη διάρκεια ανάγνωσης ποιημάτων της πολλά χρόνια μετά τη δημοσίευσή το. Γράφει:

«Mια άλλη εμπειρία από την οποία ελπίζω ότι το παρόν βιβλίο θα με προστατεύσει είναι να κριθώ μονάχα από τα πολύ παλιά ποιήματά μου. Πριν λίγο καιρό διάβαζα ποιήματά μου σε μια μικρή αγροτική πόλη του βορρά, μπροστά σε μια ομάδα σκληρών ηλικιωμένων γυναικών που επέλεξαν να επιτεθούν στην ‘Πέμπτη αίσθηση’, ένα ποίημα που έγραψα το 1957 και δεν είχα συμπεριλάβει στο πρόγραμμα. Mια από αυτές έφθασε μάλιστα να πει ότι η επιγραφή –απόσπασμα από επαρχιακή εφημερίδα– ήταν το μόνο καλό του ποιήματος. O κιτρινομάλλης επιμελητής, που προφανώς πίστευε ότι η αγένεια ήταν εξυπνάδα, κουνούσε  ενθαρρυντικά το κεφάλι για κάθε στιλέτο που μπηγόταν.

Kάποια στιγμή βρήκα τη δύναμη να ρωτήσω αν θα προτιμούσαν να επιτεθούν σε κάποιο άλλο ποίημά μου, μια και εκείνο είχε γραφεί ένα τέταρτο του αιώνα πρωτύτερα και το είχαν ακολουθήσει περισσότερα από άλλα εκατό ποιήματα για τα οποία θα ήμουν καλύτερα προετοιμασμένη να αμυνθώ. Όπως απεδείχθη αυτό ήταν το μόνο που είχαν ποτέ διαβάσει· ο επιμελητής το είχε φωτοτυπήσει για την περίσταση από κάποια ανθολογία. Γνωρίζω ότι ούτε ο επιμελητής ούτε κάποια από την ομάδα του θα αγοράσουν ή θα δανειστούν την Eπιλογή ποιημάτων μου, αισθάνομαι όμως ότι αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων».

H ευπρέπεια της συγγραφέως δεν αφήνει υπονοούμενα για τα πιθανά αίτια αυτής της επίθεσης. Ποιές Ερινύες κυνηγούσαν τις ηλικιωμένες Aγγλίδες ύστερα από τόσα χρόνια; Μήπως οι μνήμες ενοχών για την πολιτική της χώρας τους απέναντι σε ένα λαό που ζητούσε την ελευθερία του ―και που θα ήταν καλύτερο να τις κρύψουν;

Παραθέτω το ποίημα σε δική μου μετάφραση.

H πέμπτη αίσθηση

«Eξηνταπεντάχρονος Eλληνοκύπριος βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου, τραυματίστηκε σπό τις δυνάμεις ασφαλείας ενωρίς το πρωΐ σήμερα. Tον κάλεσαν δυο φορές να σταματήσει κι όταν δεν ανταποκρίθηκε στη διαταγή, ο στρατός τον πυροβόλησε. Σε κατοπινή εξέταση που έγινε στο νοσοκομείο απεδείχθη ότι ήταν κουφός. Eιδήσεις, 30 Δεκεμβρίου 1957″.

Tα φώτα όλο το βράδι είναι αναμμένα

Eδώ, όπου όλους επιτηρούν και τους φροντίζουν,

Kι εγώ, ένας βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου,

Eπιθυμώ το σκοτάδι, γιατί εκεί

Είχα σιγουριά, ενώ τώρα η ματιά μου

Σκουντουφλά σε κρεββάτια, σαν λευκά σκόρπια λιθάρια,

και το σπιτικό μου νοσταλγώ, απόμακρο και κοιμισμένο

καθώς η νύχτα βαραίνει στους ώμους μου.

 .

H όρασή μου ήταν καλή,

Καλύτερη από άλλους. Γευόμουν το κρασί και το ψωμί

Kαι το βρεγμένο αλώνι αναγνώριζα

Tο θέρος. Ήξερα να φυλάγομαι απ’ την οσμή

Tης αλεπούς μές στο λαβύρινθο του δάσους και της βλάστησης.

Ένιωθα τ’ άγγιγμα της καταχνιάς και της αναπνοής.

Όμως αισθήσεις δυνατές είχα μονάχα τέσσερις.

H πέμπτη μ’ έφερε κοντά στο θάνατο.

 .

Oι στρατιώτες  πρέπει να είχαν καλέσει

Mε τη λέξη που έπρεπε: Aλτ. Eπειδή δεν άκουσα

Ήμουν η αποτυχία τους, χαλαρωμένη στο έλεος

Του χειμωνιάτικου ουρανού, η σημαία της ήττας τους.

Mε τις πέντε αισθήσεις τους  δεν γνώριζαν

Πως από εμένα έλειπε μια, κι έτσι έπρεπε να κτυπήσουν .

Kαι το ουράνιο τόξο θα πυροβολούσαν αν είχε

Ενα χρώμα λιγότερο από ό,τι διδάχτηκαν.

 .

Eίπε ο Xριστός πως όταν ένα πρόβατο

χαθεί, δεν έχουν πια σημασία τα άλλα.

Σ’ αυτό το νοσοκομείο, όπου η ξένη ανάσα

Kρέμεται σαν φανάρι πάνω στο στιλβωμένο πάτωμα

Συνθλίβοντας όσους δεν έχουν ύπνο,

Kαταλαβαίνω πόσο πολύτιμο είναι το κάθε τι, πόσο ακριβό,

Aφού μπορεί να μην αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ, να ιδώ

Ποτέ ξανά, επειδή δεν μπόρεσα ν’ ακούσω.

Το 1952 η συγγραφέας και λαογράφος Αθηνά Ταρσούλη σε επίσκεψή της στη Θέρμια, μικρή κοινότητα στα περίχωρα της Κερύνειας, σχεδίασε το ερειπωμένο σπίτι γνωστό ως «Σπίτι του Λιπέρτη». Ο ποιητής Δημήτρης Θ. Λιπέρτης (1866-1937) γεννήθηκε στη Λάρνακα, όμως η οικογένεια του πατέρα του Θεοφάνη καταγόταν από τη Θέρμια, όπου βρισκόταν και το οικογενειακό τους σπίτι.

Σημειώνει η Ταρσούλη : «Βλέποντας το ερειπωμένο σπίτι αναλογιζόμαστε τον τρυφερό τραγουδιστή της λαϊκής κυπριώτικης ψυχής ν’ ανεβοκατεβαίνει αυτή τη σκάλα, να ζει κάτω απ’ τη στέγη του και να γράφει, τον χειμώνα δίπλα στο παραγκώνι ή την άνοιξη κάτω απ’ τα δέντρα, τα πιο χαριτωμένα του Τζιυπριώτικα Τραούδκια, γεμάτα έρωτα και πάθος νοσταλγικό…»

Για το «παππογονικό» σπίτι του Λιπέρτη ο συγγραφέας Δώρος Χρίστης μάς πληροφορεί : «Το σπίτι ήταν διώροφο. Μια πέτρινη σκάλα ανέβαζε στα ανώγεια δωμάτια. Στην πόρτα εισόδου του ανωγείου, πάνω από την πόρτα στο κέντρο, υπήρχε μέχρι της εισβολής εντοιχισμένο τετραγωνισμένο ξύλο που εξείχε πάνω από τη σκάλα και το οποίο, συμφωνα και με τα γραφόμενα του Λοΐζου Φιλίππου, αποτελούσε τη βάση, από την οποία ξεκινούσε και αιωρείτο πάνω από τη σκάλα οικογενειακό οικόσημο».

Έως την τούρκικη Εισβολή του 1974 το σπίτι του Λιπέρτη επιβίωνε, έστω ερειπωμένο. Η τύχη του σήμερα δεν μας είναι γνωστή.

Αμέσως μετά τον θάνατο του ηγέτη της νεότερης Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ (γνωστού ως «Ατατούρκ» [=πατέρας των Τούρκων]), τον Νοέμβριο 1938, ο πολυγραφότατος κύπριος λαϊκός ποιητής Χαράλαμπος Μ. Άζινος (1905-1979), από την Φιλούσα Πάφου, εξέδωσε υμνητική φυλλάδα για τον Ατατούρκ, με προφανή στόχο να την διαθέσει κυρίως σε τουρκοκυπρίους.

Η φυλλάδα τυπώθηκε σε 2000 αντίτυπα, στα ελληνικά, και σε 2000 αντίτυπα σε έκδοση όπου το ελληνικό κείμενο είχε μεταγραφεί με λατινικούς χαρακτήρες, για όσους (τούρκους) αναγνώστες μιλούσαν ελληνικά αλλά δεν γνώριζαν και να τα διαβάζουν.

Στη φυλλάδα ο ποιητάρης Άζινος σε υψηλούς τόνους περιγράφει τη ζωή και το έργο του Ατατούρκ, παραλείποντας ο,τιδήποτε σχετικό με την περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας και την καταστροφή της Σμύρνης. Οι πρώτοι οκτώ στίχοι  του ποιήματος είναι :

Λυπητερά, λυπητερά πάλιν εν να φωνάξω

όλους μεγάλους και μικρούς κοντά μου να συνάξω

Όσοι παρών ευρίσκεστε να σας παρακαλήσω

να δώσετε μιαν προσοχήν σ’ αυτά πον να μιλήσω

Τον βίον του Κεμάλ Ατατούρκ εν να σας ιστορίσω

τζαι δεν θα μείνη μια καρκιά να μεν την συγκινήσω

Ο θάνατός του συννεφκιά το γένος του σιεπάζει

κι ούλλη Ευρώπη γενικώς κλαίει κι αναστενάζει […]

 Η ελληνική έκδοση πραγματοποιήθηκε σε ελληνικό τυπογραφείο της Λευκωσίας και η έκδοση με λατινικούς χαρακτήρες σε τουρκικό τυπογραφείο της Λευκωσίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και τρόπος μεταγραφής των ελληνικών σε λατινική γραφή :

Ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης μεταγραφηκε σε : O vios ge o sanatos tu Kemal Ataturk.

Οι στίχοι στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης

Ξύπνα μεγάλε αρχηγέ τους έθνους σου πατέρα

που σ’ έχουν για καμάριν τους που σ’ έχουν για μανιέρα

έγιναν

Iksibna megali arhige tu esnosu badera

Bu sehun ya kamarintus by sehun ya manyera

[Στον ευρύτερο ελληνισμό η συμβατική γραφή τουρκικών με ελληνικούς χαρακτήρες (αντί των αραβικών) ―για όσους μιλούσαν τουρκικά αλλά γνώριζαν να διαβάζουν ελληνικά― ονομάστηκε «καραμανλίδικη». Η ιδιότυπη περίπτωση της φυλλάδας του Χαράλαμπου Μ. Άζινου, όπου ελληνικό κείμενο τυπώθηκε με λατινικούς χαρακτήρες, μήπως θα μπορούσε να θεωρηθεί  …πρόδρομος των σύγχρονων «greeklish» (λατινοελληνικών) που οι νεότεροι χρησιμοποιούν στα SMS και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία τους;]

Ο Παύλος Δημητρίου Πικροδάφνης (1911-1977), από φτωχή οικογένεια της Καλαβασού και με μόρφωση Ε΄ τάξης δημοτικού, ποτέ δεν επιζήτησε «φιλολογικές δάφνες» παρ’ ότι εξέδωσε δύο πλήρεις ποιητικές συλλογές [Η αγωνία (1944) και Ο πόνος του αρκάτη(1960)] με λαϊκά στιχουργήματα πατριωτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Παρά την περιορισμένη τυπική μόρφωσή του ο Πικροδάφνης αποτελούσε υπόδειγμα φιλαναγνώστη. Κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα έστειλε στίχους του για δημοσίευση στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους, τις φιλολογικές σελίδες του οποίου επιμελείτο ο Κώστας Μόντης.

Δούλεψε ως υγιειονομικός εργάτης στη Λευκωσία, και στο μεταλλείο Καλαβασού. Ύστερα από προβλήματα υγείας υπηρέτησε στο τηλεφωνικό κέντρο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας (σε εμπειρίες του από αυτή την εργασία αναφέρεται και το σατιρικό στιχούργημά του που ακολουθεί).

Το 1962 μετανάστευσε στην Αγγλία, όπου και πέθανε.

Αυτό τον ―άγνωστό μας― ταπεινό και  ξεχασμένο (αλλά αξιομνημόνευτο) λαϊκό κύπριο δημιουργό παρουσιάζουμε εδώ, σε καιρούς που τόσοι άλλοι προβεβλημένοι και «επώνυμοι», ως κύμβαλα αλαλάζοντα επιζητούν την προσοχή μας.

Τα τηλέφωνα

(Σατιρικόν)

Τώρα εις την Λευκωσίαν

εν να ανοίξει η εταιρεία

τηλεφώνων πιον σχολή

για να πάει όποιος θέλει

το τηλέφωνον να μάθει

τζιαι να το ξηφοηθεί.

*

Γιατί έσιει που φοούνται

προπαντός που τα χωρκά

το ακουστικόν να πιάσουν

τζιαι το φτιν τους να το βάλουν

για να ακούσουν καθαρά,

τζιαι στην μια μερκάν τ’ αφίνουν

έναν πήχυν μακριά

τζι έτσι ’εν ακούουν λέξιν

που τον άλλον που μιλά.

*

Φαίνεται πως είναι νόμος

όποιος  ―τζιαι ο πιο μιτσής―

το τηλέφωνον κτυπήσει,

να το θέλει πάντα βίαν,

γλήορα για να μιλήσει,

τζι άμα πεις «εν κρατημένον»,

εν ν’ ακούσεις θυμωμένα

«ώς ποσον να περιμένω;»

*

Κάποτε κτυπούσιν πέντε

τζιαι φωνάζουν μονομιάς,

τζι άμα πιάσεις ν’ απαντήσεις

έναν έναν στην σειράν

εν ν’ ακούσεις να φωνάζουν

«μα γιατί ’εν απαντάς;»

Κάποτες κτυπούσιν πάλιν

τζιαι ζητούν πέρσοναλ κολ

μα ξεχάννουν να σου ’πούσιν

του ατόμου που ζητούσιν

τ’ όνομάν του το μικρό,

τζι’ έτσι πιάνουν δικηγόρον

ενώ εθέλασιν γιατρόν.

*

Κάποιος ακτυπά στο κόλποξ

τζιαι ζητά βιαστικά

αριθμόν που το Βαρώσι.

Κάποιον όνομα ζητά

τζιαι τζιαμαί πα’ στο τραπέζι

το ακουστικόν κουμπά·

έσιει ράδιον ν’ ακούσει,

’κόμα δκυο που συζητούσιν,

κάποιον άλλον που μιλά,

τζι ’εν ακούει του τηλεφώνου

τόσην ώραν που κτυπά

τζι ύστερα εν να θυμώσει

πως πολλά εν να πκιερώσει.

*

Κάποιος άλλος εις το Κτήμαν

θέλει να τηλεφωνήσει

τζιαι ζητά το έρτζιεντ ’κόμα,

γλήορα για να μιλήσει,

―εν τον κόφτει που το χρήμαν,

ας πλήρώσει τζιαι διπλά―

’φίννει το ακουστικόν τζιαι φεύκει

πως του έτυχεν δουλειά,

τζιαι το σιέρι σου μουδκιάζει

που την ώραν που κτυπά :

’εν σου απαντά κανένας,

τζι ύστερα που επιστρέφει

χέμα ρέστα σου ζητά.

*

Το λοιπόν για τούτα ούλλα,

για να μεν τα ρίχνουμεντε

πα’ στον τηλεφωνητήν,

’ποφασίζει η εταιρεία

να ανοίξει την Σχολήν.

**

[Γλωσσάρι : πέρσοναλ (personal call) προσωπική κλήση / κόλποξ (callbox) τηλεφωνικός θάλαμος / έρτζιεντ (urgent) επείγουσα κλήση / χέμα (τουρκ. hem) μάλιστα].

Το δημοτικό σχολείο «Ελένειον», ένα από τα παλαιότερα ιστορικά σχολεία της Λευκωσίας, κτίστηκε το 1925 με δωρεά του μεγαλεμπόρου Κωνσταντίνου Σ. Λοϊζίδη (1862-1937) στη μνήμη της κόρης του Ελένης, που είχε πεθάνει λίγα χρόνια προηγουμένως σε ηλικία εικοσιδύο χρονών.

Με πρώτο διευθυντή του τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο (1882-1962), για εικοσιδύο χρόνια, δημιούργησε όνομα και αίγλη που διατηρήθηκε και στις επόμενες δεκαετίες. Πολλές γνωστές προσωπικότητες του τόπου, όπως ο εθνικός αγωνιστής Ροδίων Γεωργιάδης, ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης κ.ά.  ήταν απόφοιτοι των πρώτων χρόνων του σχολείου. Το σχολείο, κατά καιρούς, είχε και τουρκοκυπρίους αποφοίτους.

Πρόσοψη (κεντρικό τμήμα) του σχολείου

Από αναμνήσεις του γιατρού και ποιητή Κύπρου Χρυσάνθη (1915-1998), αποφοίτου της σχολικής χρονιάς 1926-1927, μεταφέρονται εδώ δύο αποσπάσματα:

«Τον Οκτώβρη του 1925 γραφτήκαμε στο Ελένειο. Καινούριο σχολείο, ελληνικού ρυθμού όπως μας είπαν, πέτρινο από πουρόπετρα, μ’ ευρύχωρες φωτεινές αίθουσες και μεγάλους διαδρόμους ―ύψος, ύψος παντού… και με αίθουσα συγκεντρώσεων στο ανώι, γεμάτη παράθυρα και φως. Εμείς που κατοικούσαμε μέσα από τα τείχη (πολύ λίγοι είχαν τα σπίτια τους έξω από τα τείχη, μετρημένοι στα δάκτυλα του χεριού) έπρεπε να πάρουμε γραμμή την τάφρο, που πρασινολογούσε με τα πολλά δέντρα και τους θάμνους της, ή να κατεβούμε από μια στενή κι απότομη σκάλα που σχεδόν κρεμόταν από το τείχος μέσα στην τάφρο. Συνήθως προτιμούσαμε γραμμή όλη την τάφρο, που ήταν για μας πιο βολικό, διασκεδάζοντας με την απεριποίητη αλλά πλούσια φυσική ομορφιά της. Τότε η τάφρος ονομαζόταν στη μαθητική ορολογία ‘κάτω στο τεισιόν’. Διευθυντής μας ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος, ένας κοκκινοπρόσωπος φαλακρός δάσκαλος όλο νεύρο και δραστηριότητα, αυστηρός αλλά όχι βάναυσος, χωρίς και να γλυτώνουμε από το ξυλαρίδι του όταν ήταν στα μπουρίνια του. […]

Και καταλήγει ο λόγος μου αυτός, η αναδρομή στα περασμένα χρόνια, στο διευθυντή μας Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο. Τα αισθήματά μας γι’ αυτόν ήταν ένα αμάλγαμα σεβασμού και φόβου. Ήταν αυτός αυστηρός αλλά προσέγγιζε τους μαθητές, ιδίως της τάξης του, της έκτης. Πρόσφερνε με τη διδασκαλία του πολλές γνώσεις, ουσιαστικές, χωνεμένες και όχι τυπικές. Αφήνω πως αρκετά από τα σχολικά βιβλία ήταν δικής του συγγραφής. Ξεχωριστά μένει στο μυαλό μου μια Υγιεινή του με μερικές εικόνες εντυπωσιακές για τα χρόνια εκείνα των πολύ φτωχών και γυμνών εκδόσεων, των πολύ πρωτόγονων, όπως π.χ. μια εικόνα στο κεφάλαιο της λύσσας. Ως σήμερα θυμάμαι πόσο μας άγγιζαν οι περιγραφές του για επιδημίες. Αλλά και το ξυλαρίδι του δεν μας έλειπε. Στο αριστερό μου φρύδι κάποτε πληγώθηκα, γιατί κοιτάζοντας να του ξεφύγω για να γλυτώσω από το ξυλοφόρτωμα με τη γυαλιστερή του ρίγα, κτύπησα κάπου. Ε! Τότε με περιποιήθηκε υποδειγματικά, αναβάλλοντας την τιμωρία αργότερα που θα γιατρευόμουν. Σε κατοπινά χρόνια συνεργαστήκαμε με τον Παπαδόπουλλο στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, όπου μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω την άλλη, την ελεύθερη εκπαιδευτική του δράση ως εκδότη περιοδικού και συγγραφέα».

Πολλές φορές κύπριοι καλλιτέχνες έχουν σχεδιάσει προσωπογραφίες κυπρίων λογοτεχνών, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή σε βιβλία. Έξι αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτού του είδους παρουσιάζονται πιο κάτω.

Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) [χαρακτικό Χαμπή]

Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937) [χαρακτικό Τηλέμαχου Κάνθου]

Νίκος Νικολαΐδης (1884-1956) [σχέδιο Βίκτωρα Ιωαννίδη]

Τεύκρος Ανθίας (1903-1968) [χαρακτικό Τηλέμαχου Κάνθου]

Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης (1904-1999) [σχέδιο Αντρέα Χαραλάμπους]

Παντελής Μηχανικός (1926-1979) [σχέδιο Καίτης Στεφανίδου]

Ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Χριστόδουλος Παπαχρυσοστόμου (1905-1987) από τον Ιούλιο 1958 έως το τέλος του απελευθερωτικού Αγώνα βρισκόταν ως πολιτικός κρατούμενος στα Κρατητήρια Πύλας. Από αυτό τον τόπο αγγλικής «φιλοξενίας» έστειλε σε φίλους του, τα Χριστούγεννα του 1959, ευχετήριο δελτάριο με δικούς του στίχους. (Ο ζωγράφος του σχεδίου στο εξώφυλλο, με τα αρχικά Α.Χ.Χ., μας είναι άγνωστος).

Μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Χρ. Παπαχρυσοστόμου συνέβαλε στην ίδρυση του Μουσείου Αγώνος, του οποίου ήταν ο πρώτος διευθυντής.

[Η θυσία της Βελισάνδρας. Σχέδιο 18ου αιώνα]

Μεταξύ θρύλου και ιστορίας η μορφή της κυπρίας νέας που προτίμησε το θάνατο παρά να αφεθεί παθητικά στη ζωή για την οποία την προόριζαν οι τούρκοι κατακτητές της Κύπρου, το 1570, πέρασε σε ιστορικές αναφορές, στην τέχνη και στη λογοτεχνία με πολλά ονόματα: Μαρία Συγκλητική, Αρνάλδα Ρουχιά, Ρενάλδα, Βελεσάνδρα ―όποιο όμως κι αν είναι το ακριβές όνομά της, η ουσία και ο συμβολισμός της πράξης της παραμένουν ίδιοι.

Στην ηρωΐδα αναφέρθηκαν πολλοί παλαιότεροι χρονικογράφοι (Μπιζάρο, Καλέπιο, Σερένο, Γάττο. Σωζόμενος, Μπρενζόνιο, Φολιέτα, Γκρατιάνι), ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου… (Βενετία 1788) και ο άγγλος Claude Delaval Cobham (Arnalda sive captiva victrix, Λονδίνο 1910). Απασχόλησε επίσης τη νεοελληνική λογοτεχνία ―μεταξύ άλλων, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον επτανήσιο Αντώνιο Σ. Μάτεση (1864-1952) οι οποίοι έγραψαν ποιήματα εξυμνώντας την.

Ακολουθεί μικρό ανθολόγιο αποσπασμάτων.

«εν ω δε εβάρκαρε τους σκλάβους και τα λάφυρα, ένα Γαλεώνι του Μεεμέτ πασά γεμάτον σκλάβους από το άνθος των ευγενών και ευγενίδων νέων της λευκοσίας, οπού έστελλε τω Σουλτάνω, υιώ του, και τω βεζήρη Μεεμέτ, άναψε φωτίαν έξαφνα, και εκάησαν και σκλάβοι και λάφυρα εις μίαν στιγμήν. έθλιψε πολλά τον Μουσταφάν το συμβεβηκός, και κοντά εις αυτό και άλλα δύω εκάησαν. Αρνάλδα Αρχόντισσα Ευγενής λευκοσιάτισσα θυγατέρα του Κώμητος Ρουχιάς αξιοπρεπεστάτου, ος εφονεύθη εις πόλεμον, ωραία κατ’ εξοχήν, διωρισμένη δια το χαρέμι του Σουλτάνου, Ιστορούσι Στέφανος και Καλλέπιος έπραξε τούτο το Ηρωϊκόν κατόρθωμα, και επί τούτου έδωκε φωτίαν, και ευχαριστήθη να γένη πυρός παρανάλωμα με τας άλλας, παρά να καταισχύνη την δόξαν του γένους της, και να καταντήση εντρύφημα των ασεβών Νικητών της Πατρίδος της».

Αρχιμ. Κυπριανός, Ιστορία…

*

Βασίλη Μιχαηλίδη

«Η Αρνάλδα ή Βελεσάνδρα επί του πλοίου»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εις Κυπριακόν λιμένα προ της νέας Σαλαμίνος

Από πλοίου ετοιμόπλου γοερός αντήχει θρήνος.

Ήσαν κόραι Κυπριάδες λάφυρον των Μουσουλμάνων

Λεία προσδιορισθείσα δώρον δια τον Σουλτάνον.

Ο Καρά Μουσταφάς τότε ο την νήσον εκπορθήσας

Ο τας πόλεις, τα χωρία, τους ναούς λεηλατήσας

Ο σκληρός σφαγεύς Κυπρίων αμετρήτων χιλιάδων

Έκθαμβος από το κάλλος έμεινε των Κυπριάδων

Κ’ εις το μέγα τούτο πλοίον εξ αυτών παραλαμβάνων

Προητοίμασε ωραίον δώρον δια τον Σουλτάνον.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Αρνάλδα εκ του γένους των Συγκλητικών γενναία,

Ηρωΐς πασών η πρώτη και ως άγγελος ωραία

Είδε πλήρη τα ιστία, έτοιμον προς πλουν το πλοίον

Κ’ εντελώς απελπισθείσα έλεγε μετά δακρύων :

«Κάλλιον εις τον αέρα με το πυρ να τιναχθώμεν·

κάλλιον εις τον πυθμένα της θαλάσσης να πνιγώμεν,

παρά μίαν στιγμήν ζώσαι κ’ έχουσαι του Μουσουλμάνου

πλούτη, δόξαν κ’ ευτυχίαν εις ανάκτορα Σουλτάνου».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Λεμησσός, 24 Ιουνίου 1884]

*

Αντωνίου Σ. Μάτεσι

«Η Κυπριώτισσα (1570)»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Mπήκαν οι σκλάβοι αμέτρητοι… Tην άγκυρα σηκώνουν

και στα κατάρτια τα πανιά οι ναύτες ξεδιπλώνουν.

Πρίμος αγέρας τα φυσά, τ’ ανοίγει, τα φουσκώνει,

τρέχει ο πιλότος βιαστικός κι αρπάζει το τιμόνι,

σιγά, σιγά το κάτεργο κινεί και ξεμακραίνει…

Oι σκλάβοι την πατρίδα τους κοιτάζουν δακρυσμένοι.

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Δεν θα ’λθεί στου καραβιού την άκρη

για τη γλυκειά πατρίδα της πικρό να χύσει δάκρυ;

Tο τελευταίο «έχε γειά» να πει στο έρμο χώμα

που κλείνει του πατέρα της τ’ ανδρειωμένο σώμα;

Δεν θα ’λθει πέρα στα βουνά στερνή ματιά να ρίξει

και με τους άλλους δυστυχείς το δάκρυ της να σμίξει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τί λόγο έχ’ ειπωμένο,

σαν έφεραν το γέρο της εμπρός της πεθαμένο

πως θα ’ναι μόνος της σκοπός στον κόσμο που θα ζήσει

όσο μπορεί περσότερους απίστους ν’ αφανίσει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τον όρκο που ’χει πάρει

επάνω στου πατέρα της το κάτασπρο λιθάρι,

πως αν ποτέ στη Λευκωσιά, πατήσουν Mουσουλμάνοι

παρά να γίνει σκλάβα τους… αχ! κάλλιο ν’ αποθάνει;

Γοργά, γοργά το κάτεργο απ’ τη στεριά μακραίνει

…Tώρα κανείς δεν ομιλεί, τώρα κανείς δεν κρένει,

απ’ την πολλήν απελπισιά εσώπασαν οι θρήνοι

κάθε καρδιά τον πόνο της μέσα στα στήθια κλείνει.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Xαρείτ’ αδέλφια! Tον Θεόν ευχαριστείτε όλοι

με την ελπίδα στην καρδιά και τη χαρά στα στήθια,

κανένας σκλάβος από μας δεν θα ’μπει μέσ’ στην Πόλη

γιατί ο Θεός απ’ τα ψηλά μάς έδωκε βοήθεια.

Aς στολισθεί κάθε καρδιά μ’ αγάπη και μετάνοια

και γλήγορα θ’ ανέβομε στα ύψη τα ουράνια».

Eίν’ η Pενάλδα που μιλεί κι αντιφωνεί η λαλιά της,

και κυματίζουν ξέπλεκα τα ολόξανθα μαλλιά της,

και στα γαλάζια μάτια της λάμπει φωτιά μεγάλη

κι ουράνια χάρη απλώνεται στ’ αγγελικά της κάλλη.

Όλοι στα μάτια τη θωρούν αχνοί και τρομασμένοι:

μένουν βουβά τα χείλη τους, αναπνοή δεν βγαίνει.

«Φωτιά… φωτιά… χαθήκαμε» βραχνή φωνή πετιέται

και μια βοή «φωτιά, φωτιά» στο κάτεργο σκορπιέται.

Tρέχουν οι ναύτες βιαστικοί, πηδούν σ’ όλα τα μέρη,

«Φωτιά» φωνάζουν και κανείς πού ’ν’ η φωτιά δεν ξέρει·

«Φωτιά… φωτιά». O άνεμος τα κύματα φουσκώνει…

Bγαίνει καπνούρα μελανή, μαυρίζει και θολώνει…

Kι άλλοι χυμούν μες στον καπνό κι άλλοι νερό γεμίζουν

και άλλοι μες στην ταραχή χαμένοι τριγυρίζουν…

«Φωτιά!!» Tις φλόγες ο καπνός δεν ημπορεί να κρύψει,

σκορπίζονται θεόρατες και χάνονται στα ύψη,

κάθε πανί, κάθε σχοινί χρυσές φωτιές αρπάζει

κι η κόκκινη σημαία τους εμπρός στο φως χλομιάζει

…Φωτιά!! Bλαστήμιες και φωνές… Tο κάτεργο κουνά,

και τρίζουν και γκρεμίζονται κατάρτια και πινά…

Φυσά βοριάς τα κύματα και τη φωτιά ξανάβει

και παραδέρνει μέσ’ αφρούς και φλόγες το καράβι…

Oι σκλάβοι ελευθερώθηκαν… Eπάνω στα ουράνια

ο Ύψιστος τούς έδωκε μαρτυρικά στεφάνια.

Mα της Pενάλδας η ψυχή τρακόσια τώρα χρόνια

Στα γαλανά μας κύματα περιπλανάτ’ αιώνια…

Aυτή μια νύχτα σκοτεινή, νύχτα δίχως φεγγάρι

Στη ναυαρχίδα οδήγησε το χέρι του Kανάρη.


Ο καθηγητής της φιλοσοφίας με ηρώτησε κάποτε ενώπιον των συμφοιτητών μου αν οι Κύπριοι είναι ευχαριστημένοι από την Βρεττανικήν διακυβέρνησιν. Του απήντησα ότι δεν γνωρίζω κανένα λαόν που είναι ευχαριστημένος υπό ξένην διοίκησιν.

Κάπως στενοχωρημένος από την απάντησίν μου εσυνέχισεν. «Αν σας αφήσωμεν ημείς θα σας πάρει ο Μουσολίνι. Θα το επροτιμούσατε αυτό;»

Του απήντησα ότι «στην Κύπρον λένε ότι ηρωτήθη κάποτε η καμήλα ποίον δρόμον προτιμά, τον ανηφορικόν ή τον κατηφορικόν. Και η καμήλα απήντησεν, ‘μα δεν υπάρχει ίσιος δρόμος;’. Είναι ανάγκη», του είπα, «να είμαστε κάτω από σας ή από τον Μουσολίνι;»

Οι συμφοιτηταί μου εκάγχασαν και εζητούσαν κάθε λίγο να τους είπω την ιστορίαν της καμήλας. Όλον το Κολλέγιον έμαθεν την ιστορίαν της καμήλας και μέχρι προ ολίγων ετών ακόμη, όταν τυχαίως συναντούσα συμφοιτητάς μου, εγελούσαμεν με την ιστορίαν της καμήλας. Ακόμη και ο σχολάρχης την επληροφορήθη.

[Ο αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κυκκώτης (1905-1972) σπούδασε στο King’s College του Λονδίνου και έζησε στο Λονδίνο από το 1936 έως τον θάνατό του. Υπήρξε στέλεχος της Κυπριακής Παροικίας με πολύ σημαντική δραστηριότητα και συγγραφέας δύο αυτοβιογραφημάτων. Το απόσπασμα είναι από το δεύτερο βιβλίο του (Δρόμος μετ’ εμποδίων, Λονδίνον 1971)].

Ο Στυλιανός Ι. Θεοχάρίδης (1886-1923) ήταν ο πρώτος Κύπριος  ο οποίος έγραψε στον Κ.Π. Καβάφη, τον Σεπτέμβριο 1919, εκφράζοντας θαυμασμό για την ποίησή του και ζητώντας να αποκτήσει τα ποιήματά του. Δημοσίεψε και ο ίδιος ποιήματα, τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, με τη φροντίδα του πατέρα του (Ποιήματα, εκ της μεγάλης του σειράς, Λάρνακα 1925).

Απρίλιος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930