You are currently browsing the category archive for the ‘Προσωπικότητες’ category.

Στους πρώτους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες, που διοργανώθηκαν στην Αθήνα την εβδομάδα 25–31 Μαρτίου 1896, ανάμεσα στους νικήτές των αγωνισμάτων περιλαμβανόταν και ο κυπριακής καταγωγής αξιωματικός του πυροβολικού Ιωάννης Χ. Φραγκούδης (1863-1916) ―ο πατέρας του Χαράλαμπος Φραγκούδης, της μεγάλης λεμεσιανής οικογένειας Φραγκούδη, είχε υπηρετήσει στην προξενική υπηρεσία της Ελλάδας.

Ο Ιωάννης Χ. Φραγκούδης, στις 30 Μαρτίου, έκτη μέρα των αγώνων, αναδείχθηκε πρώτος νικητής «εις τον δια πιστολίου αγώνα από 25 μέτρων» και με τη νίκη του έγινε ο πρώτος κύπριος ολυμπιονίκης των νεότερων χρόνων. Ο Ι. Χ. Φραγκούδης είχε λαμπρή σταδιοδρομία στον ελληνικό στρατό και εθεωρείτο ειδικός σε θέματα εξοπλισμών. Υπό την ιδιότητα αυτή, το 1914 στάλθηκε στις Ημωμένες Πολιτείες Αμερικής ως εμπειρογνώμων για την προμήθεια στρατιωτικού υλικού για τις ελληνικές δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της εκεί διαμονής του και ενώ εξέταζε νέο οπλικό σύστημα υπέστη ηλεκτροπληξία και πέθανε.

Advertisements

Το 1952 η συγγραφέας και λαογράφος Αθηνά Ταρσούλη σε επίσκεψή της στη Θέρμια, μικρή κοινότητα στα περίχωρα της Κερύνειας, σχεδίασε το ερειπωμένο σπίτι γνωστό ως «Σπίτι του Λιπέρτη». Ο ποιητής Δημήτρης Θ. Λιπέρτης (1866-1937) γεννήθηκε στη Λάρνακα, όμως η οικογένεια του πατέρα του Θεοφάνη καταγόταν από τη Θέρμια, όπου βρισκόταν και το οικογενειακό τους σπίτι.

Σημειώνει η Ταρσούλη : «Βλέποντας το ερειπωμένο σπίτι αναλογιζόμαστε τον τρυφερό τραγουδιστή της λαϊκής κυπριώτικης ψυχής ν’ ανεβοκατεβαίνει αυτή τη σκάλα, να ζει κάτω απ’ τη στέγη του και να γράφει, τον χειμώνα δίπλα στο παραγκώνι ή την άνοιξη κάτω απ’ τα δέντρα, τα πιο χαριτωμένα του Τζιυπριώτικα Τραούδκια, γεμάτα έρωτα και πάθος νοσταλγικό…»

Για το «παππογονικό» σπίτι του Λιπέρτη ο συγγραφέας Δώρος Χρίστης μάς πληροφορεί : «Το σπίτι ήταν διώροφο. Μια πέτρινη σκάλα ανέβαζε στα ανώγεια δωμάτια. Στην πόρτα εισόδου του ανωγείου, πάνω από την πόρτα στο κέντρο, υπήρχε μέχρι της εισβολής εντοιχισμένο τετραγωνισμένο ξύλο που εξείχε πάνω από τη σκάλα και το οποίο, συμφωνα και με τα γραφόμενα του Λοΐζου Φιλίππου, αποτελούσε τη βάση, από την οποία ξεκινούσε και αιωρείτο πάνω από τη σκάλα οικογενειακό οικόσημο».

Έως την τούρκικη Εισβολή του 1974 το σπίτι του Λιπέρτη επιβίωνε, έστω ερειπωμένο. Η τύχη του σήμερα δεν μας είναι γνωστή.

Αμέσως μετά τον θάνατο του ηγέτη της νεότερης Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ (γνωστού ως «Ατατούρκ» [=πατέρας των Τούρκων]), τον Νοέμβριο 1938, ο πολυγραφότατος κύπριος λαϊκός ποιητής Χαράλαμπος Μ. Άζινος (1905-1979), από την Φιλούσα Πάφου, εξέδωσε υμνητική φυλλάδα για τον Ατατούρκ, με προφανή στόχο να την διαθέσει κυρίως σε τουρκοκυπρίους.

Η φυλλάδα τυπώθηκε σε 2000 αντίτυπα, στα ελληνικά, και σε 2000 αντίτυπα σε έκδοση όπου το ελληνικό κείμενο είχε μεταγραφεί με λατινικούς χαρακτήρες, για όσους (τούρκους) αναγνώστες μιλούσαν ελληνικά αλλά δεν γνώριζαν και να τα διαβάζουν.

Στη φυλλάδα ο ποιητάρης Άζινος σε υψηλούς τόνους περιγράφει τη ζωή και το έργο του Ατατούρκ, παραλείποντας ο,τιδήποτε σχετικό με την περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας και την καταστροφή της Σμύρνης. Οι πρώτοι οκτώ στίχοι  του ποιήματος είναι :

Λυπητερά, λυπητερά πάλιν εν να φωνάξω

όλους μεγάλους και μικρούς κοντά μου να συνάξω

Όσοι παρών ευρίσκεστε να σας παρακαλήσω

να δώσετε μιαν προσοχήν σ’ αυτά πον να μιλήσω

Τον βίον του Κεμάλ Ατατούρκ εν να σας ιστορίσω

τζαι δεν θα μείνη μια καρκιά να μεν την συγκινήσω

Ο θάνατός του συννεφκιά το γένος του σιεπάζει

κι ούλλη Ευρώπη γενικώς κλαίει κι αναστενάζει […]

 Η ελληνική έκδοση πραγματοποιήθηκε σε ελληνικό τυπογραφείο της Λευκωσίας και η έκδοση με λατινικούς χαρακτήρες σε τουρκικό τυπογραφείο της Λευκωσίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και τρόπος μεταγραφής των ελληνικών σε λατινική γραφή :

Ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης μεταγραφηκε σε : O vios ge o sanatos tu Kemal Ataturk.

Οι στίχοι στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης

Ξύπνα μεγάλε αρχηγέ τους έθνους σου πατέρα

που σ’ έχουν για καμάριν τους που σ’ έχουν για μανιέρα

έγιναν

Iksibna megali arhige tu esnosu badera

Bu sehun ya kamarintus by sehun ya manyera

[Στον ευρύτερο ελληνισμό η συμβατική γραφή τουρκικών με ελληνικούς χαρακτήρες (αντί των αραβικών) ―για όσους μιλούσαν τουρκικά αλλά γνώριζαν να διαβάζουν ελληνικά― ονομάστηκε «καραμανλίδικη». Η ιδιότυπη περίπτωση της φυλλάδας του Χαράλαμπου Μ. Άζινου, όπου ελληνικό κείμενο τυπώθηκε με λατινικούς χαρακτήρες, μήπως θα μπορούσε να θεωρηθεί  …πρόδρομος των σύγχρονων «greeklish» (λατινοελληνικών) που οι νεότεροι χρησιμοποιούν στα SMS και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία τους;]

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1958 στο εργαστήρι του στο Βαρώσι ο ζωγράφος Γ. Πολ. Γεωργίου [Γεώργιος Πολυβίου Γεωργίου (1901-1972)] έβαζε τις τελευταίες πινελιές στον πίνακά του “Φυλακισμένα Μνήματα”. (Τον προηγούμενο χρόνο ο ζωγράφος είχε ολοκληρώσει κι άλλο μεγάλων διαστάσεων έργο με τίτλο “Η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου”. Και οι δύο πίνακες ανήκουν σήμερα στη Συλλογή Πινακοθήκης Ιδρύματος Αρχ. Μακαρίου Γ΄).

Στα “Φυλακισμένα Μνήματα” παρουσιάζονται συμβολικά πίσω από συρματοπλέγματα δέκα μνήματα ηρώων του κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα ―εννέα απαγχονισθέντων (Μιχαήλ Κουτσόφτα, Στέλιου Μαυρομάτη, Ανδρέα Παναγίδη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Ιάκωβου Πατάτσου, Ανδρέα Ζάκου, Χαρίλαου Μιχαήλ, Μιχαήλ Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου) και του πεσόντος Γρηγόρη Αυξεντίου, τους οποίους οι Άγγλοι είχα θάψει στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας.

Σε πληροφοριακό σημείωμα για το έργο, που δημοσιεύθηκε τότε στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους, ο ζωγράφος εξηγούσε :

“Το απανθρακωμένο λείψανο του Γρηγόρη Αυξεντίου θάφτηκε στις εφτά του Μάρτη του 1957, πίσω από τα σιδερένια κάγκελα των κεντρικών φυλακών κοντά στους τάφους του Καραολή, του Δημητρίου, του Μιχαήλ, του Μαυρομάτη, του Κουτσόφτα, του Παναγίδη, του Ζάκου, του Πατάτσου και του Παλληκαρίδη.

Σαράντα μέρες μετά τον θάνατό του, σ’ ένα μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του, ενώ η μητέρα του μοιρολογούσε, ένα λευκό περιστέρι πέταξε και κάθησε στην εκκλησιά”.

Στο κάτω μέρος του πίνακα ο Γεωργίου παρουσιάζει τρεις πενθοφορούσες κυπρίες μητέρες και το περιστέρι επάνω στην εκκλησία.

Μέσω του περιοδικού Τάιμς οφ Σάιπρους ο Γ. Πολ. Γεωργίου απηύθυνε και την ακόλουθη έκκληση προς τον Κυβερνήτη :

“Ευσεβάστως απευθύνομαι προς την Εξοχότητά σας για να σας ζητήσω να λευτερώσετε τους νεαρούς νεκρούς που είναι θαμμένοι πίσω από τα κάγκελα των Κεντρικών φυλακών για να ταφούν χρισιτανικά και ν’ αναπαυθούν σε ειρήνη. Και πάλι σας ευχαριστώ. Γ. Πολ. Γεωργίου, Αμμόχωστος».

Η έκκληση του ζωγράφου έπεσε στο κενό : ακόμη τρεις πεσόντες (Μάρκος Δράκος, Στυλιανός Λένας, Κυριάκος Μάτσης) προστέθηκαν στο φυλακισμένο κοιμητήριο. Κι ως αυτό να μην ήταν αρκετό, όταν κάποτε έγινε δυνατή η πρόσβαση στο χώρο του κοιμητηρίου αποκαλύφθηκε ότι οι Άγγλοι μερικές φορές έθαβαν δύο αγωνιστές στον ίδιο τάφο (Α. Δημητρίου και Στυλ. Λένας, Α. Ζάκος και Κ. Μάτσης, Α. Παναγίδης και Μ. Κουτσόφτας, Γρηγ. Αυξενίου και Ευαγ. Παλληκαρίδης).

Για τον ζωγράφο Γ. Πολ. Γεωργίου βλ. και ανάρτηση αρ. 12.

Μια ξεχασμένη, σήμερα, πνευματική προσωπικότητα της Κύπρου ο γιατρός Γεώργιος Διαγκούσης καταγόταν από την Κάσο και είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1880 εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό, τόπο καταγωγής της συζύγου του, όπου εργάστηκε ως γιατρός. Πέθανε στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του, ο φίλος του Ευγένιος Ζήνων (1876-1929), δικηγόρος στη Λεμεσό και συγγραφέας, εξέδωσε στην Αλεξάνδρεια τα ποιήματά του (Ποιήματα, 1908). Από τον πρόλογο του Ε. Ζήνωνος μεταφέρεται εδώ ένα απόσπασμα :

Δεν ήτο ωραίος και όμως είχε την καλλονήν την ελκύουσαν των ωραίων πνευμάτων. Σαγήνη ήτον η λαλιά του και μελίρρυτος η χάρις του λόγου του. Δεν θα έλεγέ τις υπερβολήν  αν τον εχαρακτήριζεν ως τον θελκτικώτερον ομιλητήν μεταξύ όλων μας. Μόρφωσις ποικίλη και φυσική τις ζηλευτή συνεκράτει επί ώρας τον ακροατήν και εμάγευε. Και παρ’ όλον τον σεβασμόν, τον οποίον μοι ενέπνεεν ως επιστήμων, εσκέφθην συχνά και σπουδαίως αν μη παρεξέκλινε, γενόμενος ιατρός, της ιδιοφυΐας του, και αν άνθρωπος τοιαύτης δυνάμεως λόγου δεν έπρεπε να ήτο μάλλον το σέμνωμα και εγκαλλώπισμα του δικανικού βήματος. Τόσον ήτο ωραίος και τόσον παρέσυρεν όταν ελάλει. Ποικιλία εικόνων εκάλλυνε πάσαν αυτού ομιλίαν και έξαρσις ποιητική ασυνήθης.

Ποιητικός την καρδίαν ήτο και ποιητής υπό την συγκεκριμένην της λέξεως έννοιαν. Εις νεανικούς αυτού χρόνους η μούσα του εκελάδησε τους πρώτους παλμούς της καρδίας του και έψαλε μετά γοητευτικής χάριτος την ζωήν των ναυτών και το μυστηριώδες μεγαλείον του πόντου. Ολίγοι στίχοι του από το ποίημά του ‘Στους ναύτας’ δίδουν την εξήγησιν της ακαταλήπτου έλξεως των ναυτών προς την θάλασσαν εις εικόνα εξόχου ποιητικής αρμονίας και χάριτος.

Ρώτα τον άμμο του γιαλού

σαν τον φιλά το κύμα

ρώτα τ’ αστέρια τ’ ουρανού

και τη γλυκειά σελήνη

σαν φέγγουν κι αρμενίζουνε

οι ναύτες με γαλήνη·

ρώτησε και της θάλασσας

την δροσερή την αύρα

σαν παίρνει τα τραγούδια μας

και της καρδιάς τη λάβρα

σ’ εκείνους π’ αγαπούμε,

και πες αν είναι κρίμα

να αγαπάς τη θάλασσα

και το γαλάζιο κύμα.

Το δημοτικό σχολείο «Ελένειον», ένα από τα παλαιότερα ιστορικά σχολεία της Λευκωσίας, κτίστηκε το 1925 με δωρεά του μεγαλεμπόρου Κωνσταντίνου Σ. Λοϊζίδη (1862-1937) στη μνήμη της κόρης του Ελένης, που είχε πεθάνει λίγα χρόνια προηγουμένως σε ηλικία εικοσιδύο χρονών.

Με πρώτο διευθυντή του τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο (1882-1962), για εικοσιδύο χρόνια, δημιούργησε όνομα και αίγλη που διατηρήθηκε και στις επόμενες δεκαετίες. Πολλές γνωστές προσωπικότητες του τόπου, όπως ο εθνικός αγωνιστής Ροδίων Γεωργιάδης, ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης κ.ά.  ήταν απόφοιτοι των πρώτων χρόνων του σχολείου. Το σχολείο, κατά καιρούς, είχε και τουρκοκυπρίους αποφοίτους.

Πρόσοψη (κεντρικό τμήμα) του σχολείου

Από αναμνήσεις του γιατρού και ποιητή Κύπρου Χρυσάνθη (1915-1998), αποφοίτου της σχολικής χρονιάς 1926-1927, μεταφέρονται εδώ δύο αποσπάσματα:

«Τον Οκτώβρη του 1925 γραφτήκαμε στο Ελένειο. Καινούριο σχολείο, ελληνικού ρυθμού όπως μας είπαν, πέτρινο από πουρόπετρα, μ’ ευρύχωρες φωτεινές αίθουσες και μεγάλους διαδρόμους ―ύψος, ύψος παντού… και με αίθουσα συγκεντρώσεων στο ανώι, γεμάτη παράθυρα και φως. Εμείς που κατοικούσαμε μέσα από τα τείχη (πολύ λίγοι είχαν τα σπίτια τους έξω από τα τείχη, μετρημένοι στα δάκτυλα του χεριού) έπρεπε να πάρουμε γραμμή την τάφρο, που πρασινολογούσε με τα πολλά δέντρα και τους θάμνους της, ή να κατεβούμε από μια στενή κι απότομη σκάλα που σχεδόν κρεμόταν από το τείχος μέσα στην τάφρο. Συνήθως προτιμούσαμε γραμμή όλη την τάφρο, που ήταν για μας πιο βολικό, διασκεδάζοντας με την απεριποίητη αλλά πλούσια φυσική ομορφιά της. Τότε η τάφρος ονομαζόταν στη μαθητική ορολογία ‘κάτω στο τεισιόν’. Διευθυντής μας ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος, ένας κοκκινοπρόσωπος φαλακρός δάσκαλος όλο νεύρο και δραστηριότητα, αυστηρός αλλά όχι βάναυσος, χωρίς και να γλυτώνουμε από το ξυλαρίδι του όταν ήταν στα μπουρίνια του. […]

Και καταλήγει ο λόγος μου αυτός, η αναδρομή στα περασμένα χρόνια, στο διευθυντή μας Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο. Τα αισθήματά μας γι’ αυτόν ήταν ένα αμάλγαμα σεβασμού και φόβου. Ήταν αυτός αυστηρός αλλά προσέγγιζε τους μαθητές, ιδίως της τάξης του, της έκτης. Πρόσφερνε με τη διδασκαλία του πολλές γνώσεις, ουσιαστικές, χωνεμένες και όχι τυπικές. Αφήνω πως αρκετά από τα σχολικά βιβλία ήταν δικής του συγγραφής. Ξεχωριστά μένει στο μυαλό μου μια Υγιεινή του με μερικές εικόνες εντυπωσιακές για τα χρόνια εκείνα των πολύ φτωχών και γυμνών εκδόσεων, των πολύ πρωτόγονων, όπως π.χ. μια εικόνα στο κεφάλαιο της λύσσας. Ως σήμερα θυμάμαι πόσο μας άγγιζαν οι περιγραφές του για επιδημίες. Αλλά και το ξυλαρίδι του δεν μας έλειπε. Στο αριστερό μου φρύδι κάποτε πληγώθηκα, γιατί κοιτάζοντας να του ξεφύγω για να γλυτώσω από το ξυλοφόρτωμα με τη γυαλιστερή του ρίγα, κτύπησα κάπου. Ε! Τότε με περιποιήθηκε υποδειγματικά, αναβάλλοντας την τιμωρία αργότερα που θα γιατρευόμουν. Σε κατοπινά χρόνια συνεργαστήκαμε με τον Παπαδόπουλλο στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, όπου μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω την άλλη, την ελεύθερη εκπαιδευτική του δράση ως εκδότη περιοδικού και συγγραφέα».

Ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Κουριοκουρίτης (1735/1745 – 1802/1805) με το μνημειώδες έργο του Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, το οποίο εκδόθηκε με δικά του έξοδα στη Βενετία το 1788, έδωσε “το πρώτον ιστορικόν σύγγραμμα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, τουλάχιστον δια την εποχήν κατά την οποίαν συνεγράφη” (κατά χαρακτηρισμό του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, διεύθυντη του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου το 1971 όταν επιμελήθηκε φωτομηχανική επανέκδοση του έργου).

Η Ιστορία του Κυπριανού στηρίχθηκε σε κυπριακές αρχειακές πηγές (κυρίως εκκλησιαστικές) αλλά και σε ευρωπαϊκά ιστορικά έργα και μαρτυρίες που κυκλοφορούσαν ή εντοπίζονταν σε βιβλιοθήκες ή αρχεία της Βενετίας. Εκτός από το καθαρώς ιστορικό μέρος ο Κυπριανός ασχολείται στο βιβλίο και με θέματα εθνογραφίας, κοινωνίας και πολιτισμού της Κύπρου.

Από το εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή της επανέκδοσης μεταφέρεται εδώ ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“Η κοινωνική και εθνική κατάστασις της Κύπρου κατά τας διαφόρους εποχάς, ιδιαιτέρως δε κατά την Τουρκοκρατίαν, αποτελεί μέλημα του Κυπριανού, όστις δεν παραλείπει, οσάκις τούτο αναγκαιοί, να αναφερθή σε ξένα ‘γένη’, τα οποία εγκατεστάθησαν εν τη Νήσω. Ο Κυπριανός δεν τρέφει προκαταλήψεις κατά της παρουσίας ξένων εθνικών στοιχείων, ούτε θεωρεί μειωτικήν δια τους Έλληνας της Νήσου την παρουσίαν ταύτην. Είναι όμως ευαίσθητος εις το θέμα της κοινωνικής και οικονομικής εξαθλιώσεως του χριστιανικού πληθυσμού, την οποίαν συνεπήγοντο αι ξέναι κυριαρχίαι, ιδιαιτέρως δε όταν πραγματεύεται την περίοδον της Τουρκοκρατίας, η οποία καταλαμβάνει και το τελευταίον τμήμα του αφηγηματικού μέρους της ιστορίας του. Εις την πραγματικότητα το τελευταίον τούτο μέρος παύει να είναι αφηγηματικόν, προσλαμβάνον τον χαρακτήρα μιας επιτόμου κοινωνικής ιστορίας του τουρκοκρατουμένου Κυπριακού ελληνισμού”.

Προμετωπίδα (αποσπάσματα από το έργο του Λουκιανού, Πατρίδος Εγκώμιον...) : «Ουδέν γλύκιον ης Πατρίδος…»

Η πρώτη σελίδα αφιέρωσης του έργου στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο. Στο επάνω μέρος χαλκογραφία με αλληγορία της Κύπρου ―δεξιά διακρίνεται και χάρτης της πατρίδας του συγγραφέα.

Το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου Άρπερας, περίπου δυόμισι χιλιόμετρα ΒΑ του χωριού Τερσεφάνου, στην επαρχία Λάρνακας, κτίστηκε το 1745 από τον Χριστοφάκη Κωνσταντίνου, ο οποίος υπήρξε «ο πρώτος γνωστός από τους δραγομάνους του 18ου αιώνα».

Όπως μας πληροφορεί ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου (Βενετία 1788), πέντε χρόνια αργότερα «τον μακαρίτην Χριστοφάκην Δραγομάνον εσκότωσαν οι Οσμάνοι, την Αγίαν Κυριακήν παγαίνοντας εις την αγίαν εκκλησίαν δια να ακούση τον καλόν λόγον, μισοδρομίς του ακτύπησαν και επόθανεν». Η δολοφονία έγινε με εντολή του οθωμανού τύραννου της Κύπρου Χατζη-Μπακκή.

Το εξωκλήσι, κτισμένο μέσα σε τσιφλίκι του δραγομάνου, τοιχογραφήθηκε από τους ζωγράφους Φιλάρετο και Λαυρέντιο. Σε αναθηματική τοιχογραφία απεικονίζεται ο Χριστοφάκης με μέλη της οικογένειάς του να προσφέρουν την εκκλησία στον Άγιο Γεώργιο.

Σε άλλο σημείο διασώζεται επιγραφή όπου αναφέρονται τα ονόματα ζωντανών και πεθαμένων μελών της οικογένειας του δραγομάνου για να μνημονεύονται από τους ιερείς. Συνολικά αναγράφονται, εκτός του Χριστοφάκη, 16 ζωντανά και 9 πεθαμένα παιδιά του.

Εκείνο που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, και έχει επισημανθεί σε δημοσίευμα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, είναι η παράλειψη αναφοράς του ονόματος της συζύγου του Χριστοφάκη, παρ’ ότι η ίδια ίσως περιλαμβάνεται στην αναθηματική τοιχογραφία της οικογένειας. Όπως αποδεικνύεται από κατοπινή έρευνά του,  η σύζυγος του Χριστοφάκη ζούσε και με τα τη δολοφονία του, γι’ αυτό και η παράλειψη του ονόματός της στον κατάλογο μνημόνευσης οδηγεί τον συγγραφέα σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις:

«Εν τέλει, η τοιχογραφία των αφιερωτών στον Άγιο Γεώργιο της Άρπερας μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για την κυπριακή κοινωνία των μέσων του 18ου αιώνα απ’ ό,τι ήταν μέσα στις προθέσεις του κτήτορα. Μας αποκαλύπτει κυρίως τις δομές της ανισότητας που επέβαλλαν, με την τόσο συμβολικά ισχυρή ανωνυμία, την υποταγή και την εξαφάνιση της προσωπικότητας της γυναίκας, και τη μεταβολή της, ακόμη και ως προς την προσωνυμία, σε απλό εξάρτημα του άνδρα». [Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Η ανωνυμία μιας ‘επώνυμης’ γυναίκας στην Κύπρο του 18ου αιώνα». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας τ. 27(2006): 514].

Πολλοί, που για δεκαετίες έως σήμερα χρησιμοποιούν ή προσπερνούν το στενό δρομάκι με το όνομα “οδός Ξάνθης Ξενιέρου” στην παλιά Λευκωσία, θα διερωτήθηκαν ποιά είναι άραγε η μυστηριώδης γυναίκα που έδωσε το όνομά της σ’ αυτό. Και έχουν απόλυτo δίκαιο.

Όπως δικαιολογημένη θα ήταν και η ίδια αν επανερχόταν στη ζωή και περνώντας από το δρόμο δεν αναγνώριζε το όνομά της. Γιατί βέβαια άλλο να ονομάζεσαι Elisabeth (“Xanthi”) Chenier ―δηλ. Ξάνθη Σενιέ― κι άλλο οι δημοτικές αρχές της Λευκωσίας να σε “τιμούν” μετατρέποντας το όνομά σου σε Ξάνθη …Ξενιέρου!

Η κυπριακής καταγωγής Elisabeth Santi-Lomaca, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν σύζυγος του Louis Chenier, γάλλου προξένου στην Πόλη. Ανάμεσα στα πέντε παιδιά της ήταν και ο διάσημος γάλλος ποιητής Αντρέ Σενιέ (1762-1794) ο οποίος εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης. Ένα βιβλίο με επιστολές της ελληνικού ενδιαφέροντος κυκλοφόρησε αργότερα (Lettres Grecques de Μadame Chénier, précédées d’une étude sur sa vie, par Robert de Bonnières. Paris, 1879).

Ο  Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης (1829-1897) είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πνευματικές προσωπικότητες του κυπριακού 19ου αιώνα. Πατέρας του ήταν ο αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Ιωάννης Δ. Φραγκούδης, από τη Λεμεσό, και η μητέρα του Κερκυραία.

Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας, εργάστηκε ως εκπαιδευτικός για λίγο στην Κύπρο (την οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει γύρω στα 1854, όταν έγινε γνωστό ότι είχε συντάξει και κυκλοφορήσει επαναστατικό φυλλάδιο κατά της τουρκικής διοίκησης του τόπου) και ύστερα από σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη κατέληξε καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων στο πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου. Ανάμεσα στα δημοσιευμένα έργα του είναι και το μυθιστόρημα Ο Θέρσανδρος (1847), ένα από τα πρωϊμότερα πεζογραφήματα της νεοελληνικής γραμματείας της Κύπρου.

Ο Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Κέρκυρα γνώρισε τον Διονύσιο Σολωμό (“ευτύχισε να γνωρίσει από κοντά τον διάσημο ποιητή”, σημειώνει χαρακτηριστικά). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι στα κατάλοιπα του Σολωμού βρέθηκε και τετράδιο με κυπριακά δημοτικά τραγούδια, χειρόγραφο του Φραγκούδη. Μετά τον θάνατο του μεγάλου νεοέλληνα ποιητή ο Φραγκούδης δημοσίευσε σημαντική προσωπική μαρτυρία για τη γνωριμία τους. Γράφει :

“Aπατώνται οι λέγοντες τον αοίδιμον Διονύσιον Σολωμόν αρεσκόμενον το μηδέν πράττειν · ο ανήρ εποίει, και εποίει αδιαλείπτως, ως μαρτυρούσιν οι εκ του σύνεγγυς ειδότες τον άνδρα· ο γράφων τας γραμμάς ταύτας τουλάχιστον, ευτυχήσας να συνοικειωθή τω περιβλέπτω αοιδώ, γινώσκει πολλάς και παντοίας αυτού ποιήσεις, τας οποίας, εν περιπάτω ως επί το πολύ ενεπιστεύθη αυτώ· εσπινθηροβόλουν τότε οι οφθαλμοί του, και τα χείλη του έτρεμον, και αι τρίχες του έφρισσον, όταν δίκην μαργαριτών, εξέχεε το στόμα του τα θαυμάσια έπη, και ο ταπεινός εγώ, όλος όμματα και όλος ακοή, ανηρτώμην από των χειλέων του και μετείχον του αγίου ενθουσιασμού του. Πολλάκις, μέσω νυκτός ανεφέλου, επί των επάλξεων του παλαιού της Κερκύρας φρουρίου, απήγγειλέ μου ολόκληρα άσματα του ανεκδότου επικού ποιήματός του η άλωσις του Μεσολογγίου· αλλ’ ο ανήρ είχε τας ιδιοτροπίας του, και μία τούτων ήτον η προς την δια τύπου δημοσίευσιν των ποιημάτων του αποστροφή· δια τούτο πολλοί των φίλων του, σεβόμενοι τας τούτου αδυναμίας, απείχον του να μετατυπώσωσιν ή εκδώσωσιν εις φως όσα τυχόν ενεπιστεύθη αυτοίς, ή άπαξ εκδοθέντα παρεμορφώθησαν ή αλλοιώθησαν διαστραφέντα. Εκείνου πλην θανόντος, η αποχή αύτη αποβαίνει αδικαιολόγητος, διότι του λοιπού, φιλοτιμίας ευγενούς ίδιόν εστιν, έκαστος ημών, ως έχει, να προσπαθήσωμεν πάντες να συλλέξωμεν όσα φέρονται προϊόντα της μεγαλοφυΐας αυτού, και άλλος μεν να δημοσιεύση, επανορθών τα παραμεμορφωμένα, ένιοι δε να προσπαθήσωσιν, ει δυνατόν, να εύρωσι ει που τυχόν φέρεταί τι κεκρυμμένον εν τινι γωνία του γραφείου αυτού, και τούτο να δώσωσιν εις φως, κληρονομίαν ανεκτίμητον κληροδοτούντες το έθνος”.

Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930