You are currently browsing the category archive for the ‘Μαρτυρίες’ category.

Σταθμός λίγων λεπτών για αναμνηστική φωτογραφία, στην ειδυλλιακή κυπριακή ύπαιθρο της δεκαετίας του 1930 (όσο για να ανασάνει και το ταλαιπωρημένο αυτοκίνητό τους).

Επειδή μερικές φορές αναφέρονται (κυρίως από ξένους ή άλλους νεότερους συγγραφείς) και «θετικά» στοιχεία της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, ας θυμηθούμε περιστατικά όπως αυτό που δημοσιεύτηκε σε κυπριακή εφημερίδα του 1887, δείγμα του αληθινού προσώπου μιας ξένης κατοχής η οποία δεν είχε συμπληρώσει ακόμη ούτε την πρώτη δεκαετία της στο νησί.

[Η θυσία της Βελισάνδρας. Σχέδιο 18ου αιώνα]

Μεταξύ θρύλου και ιστορίας η μορφή της κυπρίας νέας που προτίμησε το θάνατο παρά να αφεθεί παθητικά στη ζωή για την οποία την προόριζαν οι τούρκοι κατακτητές της Κύπρου, το 1570, πέρασε σε ιστορικές αναφορές, στην τέχνη και στη λογοτεχνία με πολλά ονόματα: Μαρία Συγκλητική, Αρνάλδα Ρουχιά, Ρενάλδα, Βελεσάνδρα ―όποιο όμως κι αν είναι το ακριβές όνομά της, η ουσία και ο συμβολισμός της πράξης της παραμένουν ίδιοι.

Στην ηρωΐδα αναφέρθηκαν πολλοί παλαιότεροι χρονικογράφοι (Μπιζάρο, Καλέπιο, Σερένο, Γάττο. Σωζόμενος, Μπρενζόνιο, Φολιέτα, Γκρατιάνι), ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου… (Βενετία 1788) και ο άγγλος Claude Delaval Cobham (Arnalda sive captiva victrix, Λονδίνο 1910). Απασχόλησε επίσης τη νεοελληνική λογοτεχνία ―μεταξύ άλλων, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον επτανήσιο Αντώνιο Σ. Μάτεση (1864-1952) οι οποίοι έγραψαν ποιήματα εξυμνώντας την.

Ακολουθεί μικρό ανθολόγιο αποσπασμάτων.

«εν ω δε εβάρκαρε τους σκλάβους και τα λάφυρα, ένα Γαλεώνι του Μεεμέτ πασά γεμάτον σκλάβους από το άνθος των ευγενών και ευγενίδων νέων της λευκοσίας, οπού έστελλε τω Σουλτάνω, υιώ του, και τω βεζήρη Μεεμέτ, άναψε φωτίαν έξαφνα, και εκάησαν και σκλάβοι και λάφυρα εις μίαν στιγμήν. έθλιψε πολλά τον Μουσταφάν το συμβεβηκός, και κοντά εις αυτό και άλλα δύω εκάησαν. Αρνάλδα Αρχόντισσα Ευγενής λευκοσιάτισσα θυγατέρα του Κώμητος Ρουχιάς αξιοπρεπεστάτου, ος εφονεύθη εις πόλεμον, ωραία κατ’ εξοχήν, διωρισμένη δια το χαρέμι του Σουλτάνου, Ιστορούσι Στέφανος και Καλλέπιος έπραξε τούτο το Ηρωϊκόν κατόρθωμα, και επί τούτου έδωκε φωτίαν, και ευχαριστήθη να γένη πυρός παρανάλωμα με τας άλλας, παρά να καταισχύνη την δόξαν του γένους της, και να καταντήση εντρύφημα των ασεβών Νικητών της Πατρίδος της».

Αρχιμ. Κυπριανός, Ιστορία…

*

Βασίλη Μιχαηλίδη

«Η Αρνάλδα ή Βελεσάνδρα επί του πλοίου»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εις Κυπριακόν λιμένα προ της νέας Σαλαμίνος

Από πλοίου ετοιμόπλου γοερός αντήχει θρήνος.

Ήσαν κόραι Κυπριάδες λάφυρον των Μουσουλμάνων

Λεία προσδιορισθείσα δώρον δια τον Σουλτάνον.

Ο Καρά Μουσταφάς τότε ο την νήσον εκπορθήσας

Ο τας πόλεις, τα χωρία, τους ναούς λεηλατήσας

Ο σκληρός σφαγεύς Κυπρίων αμετρήτων χιλιάδων

Έκθαμβος από το κάλλος έμεινε των Κυπριάδων

Κ’ εις το μέγα τούτο πλοίον εξ αυτών παραλαμβάνων

Προητοίμασε ωραίον δώρον δια τον Σουλτάνον.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Αρνάλδα εκ του γένους των Συγκλητικών γενναία,

Ηρωΐς πασών η πρώτη και ως άγγελος ωραία

Είδε πλήρη τα ιστία, έτοιμον προς πλουν το πλοίον

Κ’ εντελώς απελπισθείσα έλεγε μετά δακρύων :

«Κάλλιον εις τον αέρα με το πυρ να τιναχθώμεν·

κάλλιον εις τον πυθμένα της θαλάσσης να πνιγώμεν,

παρά μίαν στιγμήν ζώσαι κ’ έχουσαι του Μουσουλμάνου

πλούτη, δόξαν κ’ ευτυχίαν εις ανάκτορα Σουλτάνου».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Λεμησσός, 24 Ιουνίου 1884]

*

Αντωνίου Σ. Μάτεσι

«Η Κυπριώτισσα (1570)»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Mπήκαν οι σκλάβοι αμέτρητοι… Tην άγκυρα σηκώνουν

και στα κατάρτια τα πανιά οι ναύτες ξεδιπλώνουν.

Πρίμος αγέρας τα φυσά, τ’ ανοίγει, τα φουσκώνει,

τρέχει ο πιλότος βιαστικός κι αρπάζει το τιμόνι,

σιγά, σιγά το κάτεργο κινεί και ξεμακραίνει…

Oι σκλάβοι την πατρίδα τους κοιτάζουν δακρυσμένοι.

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Δεν θα ’λθεί στου καραβιού την άκρη

για τη γλυκειά πατρίδα της πικρό να χύσει δάκρυ;

Tο τελευταίο «έχε γειά» να πει στο έρμο χώμα

που κλείνει του πατέρα της τ’ ανδρειωμένο σώμα;

Δεν θα ’λθει πέρα στα βουνά στερνή ματιά να ρίξει

και με τους άλλους δυστυχείς το δάκρυ της να σμίξει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τί λόγο έχ’ ειπωμένο,

σαν έφεραν το γέρο της εμπρός της πεθαμένο

πως θα ’ναι μόνος της σκοπός στον κόσμο που θα ζήσει

όσο μπορεί περσότερους απίστους ν’ αφανίσει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τον όρκο που ’χει πάρει

επάνω στου πατέρα της το κάτασπρο λιθάρι,

πως αν ποτέ στη Λευκωσιά, πατήσουν Mουσουλμάνοι

παρά να γίνει σκλάβα τους… αχ! κάλλιο ν’ αποθάνει;

Γοργά, γοργά το κάτεργο απ’ τη στεριά μακραίνει

…Tώρα κανείς δεν ομιλεί, τώρα κανείς δεν κρένει,

απ’ την πολλήν απελπισιά εσώπασαν οι θρήνοι

κάθε καρδιά τον πόνο της μέσα στα στήθια κλείνει.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Xαρείτ’ αδέλφια! Tον Θεόν ευχαριστείτε όλοι

με την ελπίδα στην καρδιά και τη χαρά στα στήθια,

κανένας σκλάβος από μας δεν θα ’μπει μέσ’ στην Πόλη

γιατί ο Θεός απ’ τα ψηλά μάς έδωκε βοήθεια.

Aς στολισθεί κάθε καρδιά μ’ αγάπη και μετάνοια

και γλήγορα θ’ ανέβομε στα ύψη τα ουράνια».

Eίν’ η Pενάλδα που μιλεί κι αντιφωνεί η λαλιά της,

και κυματίζουν ξέπλεκα τα ολόξανθα μαλλιά της,

και στα γαλάζια μάτια της λάμπει φωτιά μεγάλη

κι ουράνια χάρη απλώνεται στ’ αγγελικά της κάλλη.

Όλοι στα μάτια τη θωρούν αχνοί και τρομασμένοι:

μένουν βουβά τα χείλη τους, αναπνοή δεν βγαίνει.

«Φωτιά… φωτιά… χαθήκαμε» βραχνή φωνή πετιέται

και μια βοή «φωτιά, φωτιά» στο κάτεργο σκορπιέται.

Tρέχουν οι ναύτες βιαστικοί, πηδούν σ’ όλα τα μέρη,

«Φωτιά» φωνάζουν και κανείς πού ’ν’ η φωτιά δεν ξέρει·

«Φωτιά… φωτιά». O άνεμος τα κύματα φουσκώνει…

Bγαίνει καπνούρα μελανή, μαυρίζει και θολώνει…

Kι άλλοι χυμούν μες στον καπνό κι άλλοι νερό γεμίζουν

και άλλοι μες στην ταραχή χαμένοι τριγυρίζουν…

«Φωτιά!!» Tις φλόγες ο καπνός δεν ημπορεί να κρύψει,

σκορπίζονται θεόρατες και χάνονται στα ύψη,

κάθε πανί, κάθε σχοινί χρυσές φωτιές αρπάζει

κι η κόκκινη σημαία τους εμπρός στο φως χλομιάζει

…Φωτιά!! Bλαστήμιες και φωνές… Tο κάτεργο κουνά,

και τρίζουν και γκρεμίζονται κατάρτια και πινά…

Φυσά βοριάς τα κύματα και τη φωτιά ξανάβει

και παραδέρνει μέσ’ αφρούς και φλόγες το καράβι…

Oι σκλάβοι ελευθερώθηκαν… Eπάνω στα ουράνια

ο Ύψιστος τούς έδωκε μαρτυρικά στεφάνια.

Mα της Pενάλδας η ψυχή τρακόσια τώρα χρόνια

Στα γαλανά μας κύματα περιπλανάτ’ αιώνια…

Aυτή μια νύχτα σκοτεινή, νύχτα δίχως φεγγάρι

Στη ναυαρχίδα οδήγησε το χέρι του Kανάρη.


Ο καθηγητής της φιλοσοφίας με ηρώτησε κάποτε ενώπιον των συμφοιτητών μου αν οι Κύπριοι είναι ευχαριστημένοι από την Βρεττανικήν διακυβέρνησιν. Του απήντησα ότι δεν γνωρίζω κανένα λαόν που είναι ευχαριστημένος υπό ξένην διοίκησιν.

Κάπως στενοχωρημένος από την απάντησίν μου εσυνέχισεν. «Αν σας αφήσωμεν ημείς θα σας πάρει ο Μουσολίνι. Θα το επροτιμούσατε αυτό;»

Του απήντησα ότι «στην Κύπρον λένε ότι ηρωτήθη κάποτε η καμήλα ποίον δρόμον προτιμά, τον ανηφορικόν ή τον κατηφορικόν. Και η καμήλα απήντησεν, ‘μα δεν υπάρχει ίσιος δρόμος;’. Είναι ανάγκη», του είπα, «να είμαστε κάτω από σας ή από τον Μουσολίνι;»

Οι συμφοιτηταί μου εκάγχασαν και εζητούσαν κάθε λίγο να τους είπω την ιστορίαν της καμήλας. Όλον το Κολλέγιον έμαθεν την ιστορίαν της καμήλας και μέχρι προ ολίγων ετών ακόμη, όταν τυχαίως συναντούσα συμφοιτητάς μου, εγελούσαμεν με την ιστορίαν της καμήλας. Ακόμη και ο σχολάρχης την επληροφορήθη.

[Ο αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κυκκώτης (1905-1972) σπούδασε στο King’s College του Λονδίνου και έζησε στο Λονδίνο από το 1936 έως τον θάνατό του. Υπήρξε στέλεχος της Κυπριακής Παροικίας με πολύ σημαντική δραστηριότητα και συγγραφέας δύο αυτοβιογραφημάτων. Το απόσπασμα είναι από το δεύτερο βιβλίο του (Δρόμος μετ’ εμποδίων, Λονδίνον 1971)].

Ο Γιώργος Σεφέρης κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στην Κύπρο (15 Σεπτεμβρίου – 17 Οκτωβρίου 1954) ―μόλις έξι μήνες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού Αγώνα― ενδιαφέρθηκε για τα συνθήματα που ήταν γραμμένα σε τοίχους, μάλιστα φωτογράφισε 2-3 από αυτά. Πολύ γνωστές είναι οι φωτογραφίες του συνθημάτων στην εκκλησία του χωριού Άγιος Σέργιος, στην Καρπασία («ΖΗΤΩ Η ΕΝΩΤΗΤΑ / ΚΑΤΩ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ») καθώς και σε τοίχο καφενείου της Άλωνας («ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΛΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΣ ΤΡΩΓΩΜΕΝ ΠΕΤΡΕΣ»).

Ελάχιστα από αυτά διασώζονται σήμερα. Η φυσική φθορά, η οικιστική ανάπτυξη και η συντήρηση κτηρίων τα έχουν εξαφανίσει. Από αυτά που επιβιώνουν, μισοσβυσμένα ή καλυμμένα με ασβέστη, είναι τα τρία που ακολουθούν, σε τοίχους της κοινότητας Οράς στην περιοχή Ορεινής της Λάρνακας.

[«ΕΟΚΑ / ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΟΠΛΑ»]

[Δυσανάγνωστο σύνθημα κατά των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου]

[Δυσανάγνωστο σύνθημα αναφοράς σε τελική νίκη του αγώνα]

Κατά τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας η Κύπρος μαστιζόταν από ληστές και ομάδες παρανόμων που δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ιδίως σε μικρότερες κοινότητες της υπαίθρου. Στην επαρχία Πάφου το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα έντονο. Πολύ γνωστή (και πλούσια) ήταν η δράση των “Χασαμπουλιών”, τριων Τούρκων από τα Μαμώνια της Πάφου οι οποίοι τελικώς πλήρωσαν με τη ζωή τους (1895-1896).

Λιγότερο γνωστή είναι η περίπτωση ενός μοναχικού κακοποιού, του εικοσιπεντάχρονου Γεώργη Γιαλλούρη, από τη Τσάδα της Πάφου, ο οποίος από το 1891 με την εγκληματική δραστηριότητά του τρομοκρατούσε περιοχές της Πάφου. Κυνηγημένος, για να γλυτώσει από τη δικαιοσύνη, διέφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην τουρκοκρατούμενη Κάλυμνο και κατόπιν στη Βηρυτό ―επίσης κάτω από τουρκική διοίκηση), τελικώς όμως εκδόθηκε στις κυπριακές αρχές, καταδικάστηκε σε θάνατο και τον Νοέμβριο του 1894 εκτελέστηκε στις φυλακές του Σεραγίου, στη Λευκωσία.

Ο Γιαλλούρης ήταν νέος και ίσως αρκετά ωραίος, γι’ αυτό συγκέντρωσε τη συμπάθεια πολλών, αλλά και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Είναι ενδεικτικό ότι τουλάχιστον δύο σημαντικοί λαϊκοί ποιητές (ποιητάρηδες) της εποχής κυκλοφόρησαν φυλλάδες περιγράφοντας τη δράση και το τέλος του Γιαλλούρη, με σχετική συμπάθεια.

Ο Χριστόδουλος Μ. Τζαπούρας (1845/1846-1913), ποιητάρης από την Κρήτου Τέρρα, στη φυλλάδα του Τραγούδιον του Γεωργή Γιαλλούρη (1893), αρκετά πριν από το τραγικό (αλλά αναπόφευκτο) τέλος του Γιαλλούρη, έγραφε:

Στα χίλια οκτακόσια στα ενενήντα ένα

ό,τι γινεί γνωρίζω το, ρωτάτε με κι εμένα.

Επόνησα τα μάδια μου που το πολύν γραψίμιν,

να ιστορήσω τακτικά του Γιαλλουρκού την φήμην.

Πως είναι νέος νόστιμος αγγελοκαμωμένος

με το φαρμάκι της κουφής αλήθεια ζυμωμένος.

Τρία χρόνια αργότερα, ύστερα από την εκτέλεση του Γιαλλούρη, ο ποιητάρης Κυριάκος Παπαδόπουλος (1872-1922), από τον Αρακαπά, αρχίζει τη φυλλάδα του Ο διαβόητος Γιαλλούρης (1894), με τους στίχους:

Θε ν’ αρχινήσω σιγανά δια να τραγουδήσω,

του Γιαλλουρκού τα πάθη του να σας τα ιστορήσω.

Όπως είναι ο ουρανός με τα άστρα στολισμένος

και το Γιαλλούρην έτσι ήτο εις τον κόσμον ξακουσμένος.

Τόσον που ακούστηκεν εις όλην την οικουμένην,

μα την ζωήν του είχεν την πάντα ’ποφασισμένην.

Περιγράφοντας τη μεταφορά του υπόδικου Γιαλλούρη μέσα από τους δρόμους της Λευκωσίας σημειώνει:

Όταν τον επερνούσασιν από την Λευκωσίαν

δεν εχώρεν η αγορά που την πολλοκοσμίαν.

Πολλοί τον ελυπήθησαν γιατ’ είχεν νοστιμάδες,

μαζεύθη κόσμος άμετρος, άνω τες δυο χιλιάδες.

Και ύστερα από την εκτέλεση του νεαρού κακοποιού, ο ποιητάρης προσθέτει και τον δικό του πόνο:

Πολλά τον ελυπήθηκα, έρχεται μου να κλάψω,

τρία μερόνυκτα ’καμα την λύπην του να γράψω.

Είχεν αγγελικόν κορμί, πολλοί τον επαινούσιν,

ποτέ μου δεν τον ήξευρα, άλλοι μου το λαλούσιν.

Σίγουρα με παρόμοιες εκφράσεις συμπάθειας δεν αντιμετωπίστηκε και ο θάνατος των ―πολύ διασημότερων του “Γιαλλουρκού”― Χασαμπουλιών!

[Ο Ιωάννης Σταυρινού Σταυριανός (1804-1887) από το χωριό Λόφου, της επαρχίας Λεμεσού, πολέμησε ως εθελοντής κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821 και αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή του προσωρινού Ελληνικού κράτους από όπου αποστρατεύτηκε σε ηλικία 59 ετών με το βαθμό του ταγματάρχη. Άφησε χειρόγραφο αυτοβιογραφικό απομνημόνευμα όσων έζησε κατά τον αγώνα, με κορυφαία στιγμή την προσωπική μαρτυρία του από τη δολοφονία του Καραϊσκάκη, από συναγωνιστή του, κατά τη διάρκεια μάχης εναντίον των Τούρκων. Το έργο δημοσιεύθηκε το 1976, με επιμέλεια Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών και ανατυπώθηκε αυτοτελώς από την ίδια Εταιρεία το 1982 ―από όπου αναδημοσιεύεται το σχετικό απόσπασμα και το πορτρέτο του].

Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική Ιστορία”.

Κατά το έτος 1821 ευρέθην εις την Αλεξάνδρειαν της Παλαιστίνης μετά του πατρός μου χάριν εμπορίου. Εκεί παρουσιάσθη είς δερβίσης, ιεραπόστολος της Εταιρείας, και μας κατήχησεν τα της Επαναστάσεως μυστήρια. Επανήλθομεν εις Κύπρον το 1822. Ο πατήρ μου αποβίωσεν απόπληκτος, διότι η κινητή περιουσία μας ηρπάσθη παρά των Τούρκων όλη. Εγώ τότε, μόνος κύριος μικράς περιουσίας, μετ’ ολίγον έτρεξα λόγω εμπορίου εις Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου δια να πραγματοποιήσω την εις τον δερβίσην δοθείσαν ένορκον υπόσχεσιν. Εκεί ένας από την Κω Έλλην με έβαλεν εις την χείρα 3 χιλιάδας γροσίων και δεν είχε σκοπόν να μου τα επιστρέψη. Εγώ είχον εξοπλίσει επτά ομογενείς μου, 4 Κυπρίους και 3 Κρήτας, αγοράσας εξ ιδίων μου τον οπλισμόν όλων, τροφάς, και επλήρωσα τον ναύλον και ήμεθα έτοιμοι να αναχωρήσωμεν δια την Ελλάδα. Ο Κώτης αυτός με παρέπεμπεν από ημέραν εις ημέραν δια την πληρωμήν. Εγώ μεθυσμένος από τον ενθουσιασμόν, διότι κατώρθωσα ου μόνον να φέρω τον εαυτόν μου εις το Γένος αλλά και τους άλλους επτά, και η χαρά μου ήτο μεγίστη, αλλ’ αι τρεις χιλιάδες γρόσια με εζάλιζαν και μίαν πρωϊνήν κινώ από τον Φραγκομαχαλά δια τον Τουρκολιμένα. Ευρέθην μετά δύο ωρών οδοιπορίαν υποκάτω της στήλης του Πομπηΐου, επέστρεψα αγανακτίσμένος εις τον Φραγκομαχαλά και ευρών τον θείον μου τον είπον μετά πολλής αγανακτήσεως ότι τα χρήματα θα τα χαρίσω εις ένα Τούρκον, αλλ’ εις αυτόν τον αχρείον δεν θα τα αφήσω. Ο θείος μου εγέλασε και με είπεν:

― Ο άνθρωπος αυτός εργάζεται εις τον ταρσανά και έχει να λαμβάνη από το δημόσιον. Πήγαινε λοιπόν εις τον τελώνην και ειπέ του ότι θα αναχωρήσης δια το Γένος και να σου πληρώση αυτό το ποσόν.

Εγώ το εθεώρησα γελοίον διότι ο τελώνης μόνον είναι Κόπτης και όλοι οι άλλοι είναι Τούρκοι, αλλ’ είπον καθ’ εαυτόν: “Τι έχεις να χάσης και τι θα φοβηθής;”.

Όθεν έδραμα εις το τελωνείον και κατά σύμπτωσιν εύρον πλήθος Τούρκων, αλλ’ εγώ από τον ενθουσιασμόν μου δεν εσυστάλην αλλ’ ούτε έχασα το θάρρος. Χαιρετώ τον τελώνην και με ευτολμίαν τον λέγω αραβιστί:

― Ο δείνα άνθρωπος με χρεωστεί 3 χιλιάδες γρόσια και είμαι έτοιμος να αναχωρήσω και έχω τους ανθρώπους μου εμβαρκαρισμένους και μόνον αυτή η υπόθεσις μού μένει. Σε παρακαλώ να μου πληρώσης αυτό το ποσόν.

Μόλις ετελείωσα τον λόγον και ευθύς προστάζει έναν Τούρκον και εισάγει ενώπιόν του τον Κώον και τον ερωτά:

― Χρεωστείς εις τον νεανίαν 3 χιλ. γρόσια;

― Μάλιστα, τον απήντησεν.

Και ο τελώνης τον είπε “Πήγαινε”. Και ευθύς μου μετρά εις χρυσά και αργυρά το ποσόν ειπών με:

― Καλόν σας καταυόδιον.

Αναχωρήσαμεν εξ Αλεξανδρείας με πλοίον ρωσικής σημαίας, πλοίαρχος Αραουζαίος, 10 ναύται Έλληνες και Σκλαβούνοι, ήταν δε και άλλοι 23 Έλληνες επιβάται ερχόμενοι και ούτοι δια το Γένος…

[Σημειώσεις: Αλεξάνδρεια της Παλαιστίνης = Αλεξανδρέττα / “δερβίσης” = πιθανόν υποδηλώνει στέλεχος δεύτερου βαθμού της της Φιλικής Εταιρείας, τον ιερέα που αναλάμβανε μύηση νέων μελών / Αραουζαίος = από την πόλη Ραγούζα της Δαλματίας (σήμερα Ντουμπρόβνικ)].

[Επιστολικό δελτάριο που κυκλοφόρησε στην Κύπρο το 1941, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με ευχές και προσδοκίες που σύντομα διαψεύστηκαν, ενδεικτικές όμως της ευπιστίας των Κυπρίων. (Φαίνεται ότι ανάλογα αισθήματα δεν συγκινούσαν και την  «αγγλικήν ψυχήν».  Μετά το τέλος του πολέμου η άλλη πλευρά εφάρμοσε την κυπριακή παροιμία «ο βους εψόφησεν, το συμπεθερκόν εξηλώθη»)].

Οι παλαιοί φωτογράφοι ης Κύπρου συχνά είχαν ως θέμα τους την αγροτική ζωή του τόπου και τους κατοίκους της υπαίθρου. Οι ταλαιπωρημένες φυσιογνωμίες των χωρικών μας και οι χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους προκαλούσαν ενδιαφέρον στους ξένους, γι’ αυτό και πολλά ταχυδρομικά δελτάρια κυκλοφορούσαν απαθανατίζοντας στιγμές της καθημερινής ζωής τους· όπως και τα τέσσερα δείγματα που παρουσιάζονται πιο κάτω, όλα από τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα.

Villagers1

Επιχρωματισμένο δελτάριο του J.P. Foscolo με ομάδα περίπου σαράντα χωρικών, ίσως κάποιου μικτού χωριού της Κύπρου, ταχυδρομημένο στις 8 Μαΐου 1903.

Villagers2

Επιχρωματισμένο δελτάριο του Μ. Καρεμφυλάκη, με ομάδα χωρικών ίσως της επαρχίας Λάρνακας, ταχυδρομημένο στις 17 Δεκεμβρίου 1903.

Villagers3«Κύπριοι χωρικοί ενώ περιμένουν εμπόρους για να αγοράσουν τα προϊόντα τους» (Δελτάριο από φωτογραφία Glaszner)

Villagers4

«Κύπριος επαίτης» (Δελτάριο από φωτογραφία Glaszner)

Μαρτίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031