You are currently browsing the category archive for the ‘Λογοτεχνία’ category.

Αμέσως μετά τον θάνατο του ηγέτη της νεότερης Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ (γνωστού ως «Ατατούρκ» [=πατέρας των Τούρκων]), τον Νοέμβριο 1938, ο πολυγραφότατος κύπριος λαϊκός ποιητής Χαράλαμπος Μ. Άζινος (1905-1979), από την Φιλούσα Πάφου, εξέδωσε υμνητική φυλλάδα για τον Ατατούρκ, με προφανή στόχο να την διαθέσει κυρίως σε τουρκοκυπρίους.

Η φυλλάδα τυπώθηκε σε 2000 αντίτυπα, στα ελληνικά, και σε 2000 αντίτυπα σε έκδοση όπου το ελληνικό κείμενο είχε μεταγραφεί με λατινικούς χαρακτήρες, για όσους (τούρκους) αναγνώστες μιλούσαν ελληνικά αλλά δεν γνώριζαν και να τα διαβάζουν.

Στη φυλλάδα ο ποιητάρης Άζινος σε υψηλούς τόνους περιγράφει τη ζωή και το έργο του Ατατούρκ, παραλείποντας ο,τιδήποτε σχετικό με την περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας και την καταστροφή της Σμύρνης. Οι πρώτοι οκτώ στίχοι  του ποιήματος είναι :

Λυπητερά, λυπητερά πάλιν εν να φωνάξω

όλους μεγάλους και μικρούς κοντά μου να συνάξω

Όσοι παρών ευρίσκεστε να σας παρακαλήσω

να δώσετε μιαν προσοχήν σ’ αυτά πον να μιλήσω

Τον βίον του Κεμάλ Ατατούρκ εν να σας ιστορίσω

τζαι δεν θα μείνη μια καρκιά να μεν την συγκινήσω

Ο θάνατός του συννεφκιά το γένος του σιεπάζει

κι ούλλη Ευρώπη γενικώς κλαίει κι αναστενάζει […]

 Η ελληνική έκδοση πραγματοποιήθηκε σε ελληνικό τυπογραφείο της Λευκωσίας και η έκδοση με λατινικούς χαρακτήρες σε τουρκικό τυπογραφείο της Λευκωσίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και τρόπος μεταγραφής των ελληνικών σε λατινική γραφή :

Ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης μεταγραφηκε σε : O vios ge o sanatos tu Kemal Ataturk.

Οι στίχοι στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης

Ξύπνα μεγάλε αρχηγέ τους έθνους σου πατέρα

που σ’ έχουν για καμάριν τους που σ’ έχουν για μανιέρα

έγιναν

Iksibna megali arhige tu esnosu badera

Bu sehun ya kamarintus by sehun ya manyera

[Στον ευρύτερο ελληνισμό η συμβατική γραφή τουρκικών με ελληνικούς χαρακτήρες (αντί των αραβικών) ―για όσους μιλούσαν τουρκικά αλλά γνώριζαν να διαβάζουν ελληνικά― ονομάστηκε «καραμανλίδικη». Η ιδιότυπη περίπτωση της φυλλάδας του Χαράλαμπου Μ. Άζινου, όπου ελληνικό κείμενο τυπώθηκε με λατινικούς χαρακτήρες, μήπως θα μπορούσε να θεωρηθεί  …πρόδρομος των σύγχρονων «greeklish» (λατινοελληνικών) που οι νεότεροι χρησιμοποιούν στα SMS και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία τους;]

Advertisements

Ο Παύλος Δημητρίου Πικροδάφνης (1911-1977), από φτωχή οικογένεια της Καλαβασού και με μόρφωση Ε΄ τάξης δημοτικού, ποτέ δεν επιζήτησε «φιλολογικές δάφνες» παρ’ ότι εξέδωσε δύο πλήρεις ποιητικές συλλογές [Η αγωνία (1944) και Ο πόνος του αρκάτη(1960)] με λαϊκά στιχουργήματα πατριωτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Παρά την περιορισμένη τυπική μόρφωσή του ο Πικροδάφνης αποτελούσε υπόδειγμα φιλαναγνώστη. Κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα έστειλε στίχους του για δημοσίευση στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους, τις φιλολογικές σελίδες του οποίου επιμελείτο ο Κώστας Μόντης.

Δούλεψε ως υγιειονομικός εργάτης στη Λευκωσία, και στο μεταλλείο Καλαβασού. Ύστερα από προβλήματα υγείας υπηρέτησε στο τηλεφωνικό κέντρο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας (σε εμπειρίες του από αυτή την εργασία αναφέρεται και το σατιρικό στιχούργημά του που ακολουθεί).

Το 1962 μετανάστευσε στην Αγγλία, όπου και πέθανε.

Αυτό τον ―άγνωστό μας― ταπεινό και  ξεχασμένο (αλλά αξιομνημόνευτο) λαϊκό κύπριο δημιουργό παρουσιάζουμε εδώ, σε καιρούς που τόσοι άλλοι προβεβλημένοι και «επώνυμοι», ως κύμβαλα αλαλάζοντα επιζητούν την προσοχή μας.

Τα τηλέφωνα

(Σατιρικόν)

Τώρα εις την Λευκωσίαν

εν να ανοίξει η εταιρεία

τηλεφώνων πιον σχολή

για να πάει όποιος θέλει

το τηλέφωνον να μάθει

τζιαι να το ξηφοηθεί.

*

Γιατί έσιει που φοούνται

προπαντός που τα χωρκά

το ακουστικόν να πιάσουν

τζιαι το φτιν τους να το βάλουν

για να ακούσουν καθαρά,

τζιαι στην μια μερκάν τ’ αφίνουν

έναν πήχυν μακριά

τζι έτσι ’εν ακούουν λέξιν

που τον άλλον που μιλά.

*

Φαίνεται πως είναι νόμος

όποιος  ―τζιαι ο πιο μιτσής―

το τηλέφωνον κτυπήσει,

να το θέλει πάντα βίαν,

γλήορα για να μιλήσει,

τζι άμα πεις «εν κρατημένον»,

εν ν’ ακούσεις θυμωμένα

«ώς ποσον να περιμένω;»

*

Κάποτε κτυπούσιν πέντε

τζιαι φωνάζουν μονομιάς,

τζι άμα πιάσεις ν’ απαντήσεις

έναν έναν στην σειράν

εν ν’ ακούσεις να φωνάζουν

«μα γιατί ’εν απαντάς;»

Κάποτες κτυπούσιν πάλιν

τζιαι ζητούν πέρσοναλ κολ

μα ξεχάννουν να σου ’πούσιν

του ατόμου που ζητούσιν

τ’ όνομάν του το μικρό,

τζι’ έτσι πιάνουν δικηγόρον

ενώ εθέλασιν γιατρόν.

*

Κάποιος ακτυπά στο κόλποξ

τζιαι ζητά βιαστικά

αριθμόν που το Βαρώσι.

Κάποιον όνομα ζητά

τζιαι τζιαμαί πα’ στο τραπέζι

το ακουστικόν κουμπά·

έσιει ράδιον ν’ ακούσει,

’κόμα δκυο που συζητούσιν,

κάποιον άλλον που μιλά,

τζι ’εν ακούει του τηλεφώνου

τόσην ώραν που κτυπά

τζι ύστερα εν να θυμώσει

πως πολλά εν να πκιερώσει.

*

Κάποιος άλλος εις το Κτήμαν

θέλει να τηλεφωνήσει

τζιαι ζητά το έρτζιεντ ’κόμα,

γλήορα για να μιλήσει,

―εν τον κόφτει που το χρήμαν,

ας πλήρώσει τζιαι διπλά―

’φίννει το ακουστικόν τζιαι φεύκει

πως του έτυχεν δουλειά,

τζιαι το σιέρι σου μουδκιάζει

που την ώραν που κτυπά :

’εν σου απαντά κανένας,

τζι ύστερα που επιστρέφει

χέμα ρέστα σου ζητά.

*

Το λοιπόν για τούτα ούλλα,

για να μεν τα ρίχνουμεντε

πα’ στον τηλεφωνητήν,

’ποφασίζει η εταιρεία

να ανοίξει την Σχολήν.

**

[Γλωσσάρι : πέρσοναλ (personal call) προσωπική κλήση / κόλποξ (callbox) τηλεφωνικός θάλαμος / έρτζιεντ (urgent) επείγουσα κλήση / χέμα (τουρκ. hem) μάλιστα].

Μια ξεχασμένη, σήμερα, πνευματική προσωπικότητα της Κύπρου ο γιατρός Γεώργιος Διαγκούσης καταγόταν από την Κάσο και είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1880 εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό, τόπο καταγωγής της συζύγου του, όπου εργάστηκε ως γιατρός. Πέθανε στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του, ο φίλος του Ευγένιος Ζήνων (1876-1929), δικηγόρος στη Λεμεσό και συγγραφέας, εξέδωσε στην Αλεξάνδρεια τα ποιήματά του (Ποιήματα, 1908). Από τον πρόλογο του Ε. Ζήνωνος μεταφέρεται εδώ ένα απόσπασμα :

Δεν ήτο ωραίος και όμως είχε την καλλονήν την ελκύουσαν των ωραίων πνευμάτων. Σαγήνη ήτον η λαλιά του και μελίρρυτος η χάρις του λόγου του. Δεν θα έλεγέ τις υπερβολήν  αν τον εχαρακτήριζεν ως τον θελκτικώτερον ομιλητήν μεταξύ όλων μας. Μόρφωσις ποικίλη και φυσική τις ζηλευτή συνεκράτει επί ώρας τον ακροατήν και εμάγευε. Και παρ’ όλον τον σεβασμόν, τον οποίον μοι ενέπνεεν ως επιστήμων, εσκέφθην συχνά και σπουδαίως αν μη παρεξέκλινε, γενόμενος ιατρός, της ιδιοφυΐας του, και αν άνθρωπος τοιαύτης δυνάμεως λόγου δεν έπρεπε να ήτο μάλλον το σέμνωμα και εγκαλλώπισμα του δικανικού βήματος. Τόσον ήτο ωραίος και τόσον παρέσυρεν όταν ελάλει. Ποικιλία εικόνων εκάλλυνε πάσαν αυτού ομιλίαν και έξαρσις ποιητική ασυνήθης.

Ποιητικός την καρδίαν ήτο και ποιητής υπό την συγκεκριμένην της λέξεως έννοιαν. Εις νεανικούς αυτού χρόνους η μούσα του εκελάδησε τους πρώτους παλμούς της καρδίας του και έψαλε μετά γοητευτικής χάριτος την ζωήν των ναυτών και το μυστηριώδες μεγαλείον του πόντου. Ολίγοι στίχοι του από το ποίημά του ‘Στους ναύτας’ δίδουν την εξήγησιν της ακαταλήπτου έλξεως των ναυτών προς την θάλασσαν εις εικόνα εξόχου ποιητικής αρμονίας και χάριτος.

Ρώτα τον άμμο του γιαλού

σαν τον φιλά το κύμα

ρώτα τ’ αστέρια τ’ ουρανού

και τη γλυκειά σελήνη

σαν φέγγουν κι αρμενίζουνε

οι ναύτες με γαλήνη·

ρώτησε και της θάλασσας

την δροσερή την αύρα

σαν παίρνει τα τραγούδια μας

και της καρδιάς τη λάβρα

σ’ εκείνους π’ αγαπούμε,

και πες αν είναι κρίμα

να αγαπάς τη θάλασσα

και το γαλάζιο κύμα.

Πολλές φορές κύπριοι καλλιτέχνες έχουν σχεδιάσει προσωπογραφίες κυπρίων λογοτεχνών, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή σε βιβλία. Έξι αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτού του είδους παρουσιάζονται πιο κάτω.

Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) [χαρακτικό Χαμπή]

Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937) [χαρακτικό Τηλέμαχου Κάνθου]

Νίκος Νικολαΐδης (1884-1956) [σχέδιο Βίκτωρα Ιωαννίδη]

Τεύκρος Ανθίας (1903-1968) [χαρακτικό Τηλέμαχου Κάνθου]

Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης (1904-1999) [σχέδιο Αντρέα Χαραλάμπους]

Παντελής Μηχανικός (1926-1979) [σχέδιο Καίτης Στεφανίδου]

Ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Χριστόδουλος Παπαχρυσοστόμου (1905-1987) από τον Ιούλιο 1958 έως το τέλος του απελευθερωτικού Αγώνα βρισκόταν ως πολιτικός κρατούμενος στα Κρατητήρια Πύλας. Από αυτό τον τόπο αγγλικής «φιλοξενίας» έστειλε σε φίλους του, τα Χριστούγεννα του 1959, ευχετήριο δελτάριο με δικούς του στίχους. (Ο ζωγράφος του σχεδίου στο εξώφυλλο, με τα αρχικά Α.Χ.Χ., μας είναι άγνωστος).

Μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Χρ. Παπαχρυσοστόμου συνέβαλε στην ίδρυση του Μουσείου Αγώνος, του οποίου ήταν ο πρώτος διευθυντής.

[Η θυσία της Βελισάνδρας. Σχέδιο 18ου αιώνα]

Μεταξύ θρύλου και ιστορίας η μορφή της κυπρίας νέας που προτίμησε το θάνατο παρά να αφεθεί παθητικά στη ζωή για την οποία την προόριζαν οι τούρκοι κατακτητές της Κύπρου, το 1570, πέρασε σε ιστορικές αναφορές, στην τέχνη και στη λογοτεχνία με πολλά ονόματα: Μαρία Συγκλητική, Αρνάλδα Ρουχιά, Ρενάλδα, Βελεσάνδρα ―όποιο όμως κι αν είναι το ακριβές όνομά της, η ουσία και ο συμβολισμός της πράξης της παραμένουν ίδιοι.

Στην ηρωΐδα αναφέρθηκαν πολλοί παλαιότεροι χρονικογράφοι (Μπιζάρο, Καλέπιο, Σερένο, Γάττο. Σωζόμενος, Μπρενζόνιο, Φολιέτα, Γκρατιάνι), ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου… (Βενετία 1788) και ο άγγλος Claude Delaval Cobham (Arnalda sive captiva victrix, Λονδίνο 1910). Απασχόλησε επίσης τη νεοελληνική λογοτεχνία ―μεταξύ άλλων, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον επτανήσιο Αντώνιο Σ. Μάτεση (1864-1952) οι οποίοι έγραψαν ποιήματα εξυμνώντας την.

Ακολουθεί μικρό ανθολόγιο αποσπασμάτων.

«εν ω δε εβάρκαρε τους σκλάβους και τα λάφυρα, ένα Γαλεώνι του Μεεμέτ πασά γεμάτον σκλάβους από το άνθος των ευγενών και ευγενίδων νέων της λευκοσίας, οπού έστελλε τω Σουλτάνω, υιώ του, και τω βεζήρη Μεεμέτ, άναψε φωτίαν έξαφνα, και εκάησαν και σκλάβοι και λάφυρα εις μίαν στιγμήν. έθλιψε πολλά τον Μουσταφάν το συμβεβηκός, και κοντά εις αυτό και άλλα δύω εκάησαν. Αρνάλδα Αρχόντισσα Ευγενής λευκοσιάτισσα θυγατέρα του Κώμητος Ρουχιάς αξιοπρεπεστάτου, ος εφονεύθη εις πόλεμον, ωραία κατ’ εξοχήν, διωρισμένη δια το χαρέμι του Σουλτάνου, Ιστορούσι Στέφανος και Καλλέπιος έπραξε τούτο το Ηρωϊκόν κατόρθωμα, και επί τούτου έδωκε φωτίαν, και ευχαριστήθη να γένη πυρός παρανάλωμα με τας άλλας, παρά να καταισχύνη την δόξαν του γένους της, και να καταντήση εντρύφημα των ασεβών Νικητών της Πατρίδος της».

Αρχιμ. Κυπριανός, Ιστορία…

*

Βασίλη Μιχαηλίδη

«Η Αρνάλδα ή Βελεσάνδρα επί του πλοίου»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εις Κυπριακόν λιμένα προ της νέας Σαλαμίνος

Από πλοίου ετοιμόπλου γοερός αντήχει θρήνος.

Ήσαν κόραι Κυπριάδες λάφυρον των Μουσουλμάνων

Λεία προσδιορισθείσα δώρον δια τον Σουλτάνον.

Ο Καρά Μουσταφάς τότε ο την νήσον εκπορθήσας

Ο τας πόλεις, τα χωρία, τους ναούς λεηλατήσας

Ο σκληρός σφαγεύς Κυπρίων αμετρήτων χιλιάδων

Έκθαμβος από το κάλλος έμεινε των Κυπριάδων

Κ’ εις το μέγα τούτο πλοίον εξ αυτών παραλαμβάνων

Προητοίμασε ωραίον δώρον δια τον Σουλτάνον.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Αρνάλδα εκ του γένους των Συγκλητικών γενναία,

Ηρωΐς πασών η πρώτη και ως άγγελος ωραία

Είδε πλήρη τα ιστία, έτοιμον προς πλουν το πλοίον

Κ’ εντελώς απελπισθείσα έλεγε μετά δακρύων :

«Κάλλιον εις τον αέρα με το πυρ να τιναχθώμεν·

κάλλιον εις τον πυθμένα της θαλάσσης να πνιγώμεν,

παρά μίαν στιγμήν ζώσαι κ’ έχουσαι του Μουσουλμάνου

πλούτη, δόξαν κ’ ευτυχίαν εις ανάκτορα Σουλτάνου».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Λεμησσός, 24 Ιουνίου 1884]

*

Αντωνίου Σ. Μάτεσι

«Η Κυπριώτισσα (1570)»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Mπήκαν οι σκλάβοι αμέτρητοι… Tην άγκυρα σηκώνουν

και στα κατάρτια τα πανιά οι ναύτες ξεδιπλώνουν.

Πρίμος αγέρας τα φυσά, τ’ ανοίγει, τα φουσκώνει,

τρέχει ο πιλότος βιαστικός κι αρπάζει το τιμόνι,

σιγά, σιγά το κάτεργο κινεί και ξεμακραίνει…

Oι σκλάβοι την πατρίδα τους κοιτάζουν δακρυσμένοι.

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Δεν θα ’λθεί στου καραβιού την άκρη

για τη γλυκειά πατρίδα της πικρό να χύσει δάκρυ;

Tο τελευταίο «έχε γειά» να πει στο έρμο χώμα

που κλείνει του πατέρα της τ’ ανδρειωμένο σώμα;

Δεν θα ’λθει πέρα στα βουνά στερνή ματιά να ρίξει

και με τους άλλους δυστυχείς το δάκρυ της να σμίξει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τί λόγο έχ’ ειπωμένο,

σαν έφεραν το γέρο της εμπρός της πεθαμένο

πως θα ’ναι μόνος της σκοπός στον κόσμο που θα ζήσει

όσο μπορεί περσότερους απίστους ν’ αφανίσει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τον όρκο που ’χει πάρει

επάνω στου πατέρα της το κάτασπρο λιθάρι,

πως αν ποτέ στη Λευκωσιά, πατήσουν Mουσουλμάνοι

παρά να γίνει σκλάβα τους… αχ! κάλλιο ν’ αποθάνει;

Γοργά, γοργά το κάτεργο απ’ τη στεριά μακραίνει

…Tώρα κανείς δεν ομιλεί, τώρα κανείς δεν κρένει,

απ’ την πολλήν απελπισιά εσώπασαν οι θρήνοι

κάθε καρδιά τον πόνο της μέσα στα στήθια κλείνει.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Xαρείτ’ αδέλφια! Tον Θεόν ευχαριστείτε όλοι

με την ελπίδα στην καρδιά και τη χαρά στα στήθια,

κανένας σκλάβος από μας δεν θα ’μπει μέσ’ στην Πόλη

γιατί ο Θεός απ’ τα ψηλά μάς έδωκε βοήθεια.

Aς στολισθεί κάθε καρδιά μ’ αγάπη και μετάνοια

και γλήγορα θ’ ανέβομε στα ύψη τα ουράνια».

Eίν’ η Pενάλδα που μιλεί κι αντιφωνεί η λαλιά της,

και κυματίζουν ξέπλεκα τα ολόξανθα μαλλιά της,

και στα γαλάζια μάτια της λάμπει φωτιά μεγάλη

κι ουράνια χάρη απλώνεται στ’ αγγελικά της κάλλη.

Όλοι στα μάτια τη θωρούν αχνοί και τρομασμένοι:

μένουν βουβά τα χείλη τους, αναπνοή δεν βγαίνει.

«Φωτιά… φωτιά… χαθήκαμε» βραχνή φωνή πετιέται

και μια βοή «φωτιά, φωτιά» στο κάτεργο σκορπιέται.

Tρέχουν οι ναύτες βιαστικοί, πηδούν σ’ όλα τα μέρη,

«Φωτιά» φωνάζουν και κανείς πού ’ν’ η φωτιά δεν ξέρει·

«Φωτιά… φωτιά». O άνεμος τα κύματα φουσκώνει…

Bγαίνει καπνούρα μελανή, μαυρίζει και θολώνει…

Kι άλλοι χυμούν μες στον καπνό κι άλλοι νερό γεμίζουν

και άλλοι μες στην ταραχή χαμένοι τριγυρίζουν…

«Φωτιά!!» Tις φλόγες ο καπνός δεν ημπορεί να κρύψει,

σκορπίζονται θεόρατες και χάνονται στα ύψη,

κάθε πανί, κάθε σχοινί χρυσές φωτιές αρπάζει

κι η κόκκινη σημαία τους εμπρός στο φως χλομιάζει

…Φωτιά!! Bλαστήμιες και φωνές… Tο κάτεργο κουνά,

και τρίζουν και γκρεμίζονται κατάρτια και πινά…

Φυσά βοριάς τα κύματα και τη φωτιά ξανάβει

και παραδέρνει μέσ’ αφρούς και φλόγες το καράβι…

Oι σκλάβοι ελευθερώθηκαν… Eπάνω στα ουράνια

ο Ύψιστος τούς έδωκε μαρτυρικά στεφάνια.

Mα της Pενάλδας η ψυχή τρακόσια τώρα χρόνια

Στα γαλανά μας κύματα περιπλανάτ’ αιώνια…

Aυτή μια νύχτα σκοτεινή, νύχτα δίχως φεγγάρι

Στη ναυαρχίδα οδήγησε το χέρι του Kανάρη.


Ο Στυλιανός Ι. Θεοχάρίδης (1886-1923) ήταν ο πρώτος Κύπριος  ο οποίος έγραψε στον Κ.Π. Καβάφη, τον Σεπτέμβριο 1919, εκφράζοντας θαυμασμό για την ποίησή του και ζητώντας να αποκτήσει τα ποιήματά του. Δημοσίεψε και ο ίδιος ποιήματα, τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, με τη φροντίδα του πατέρα του (Ποιήματα, εκ της μεγάλης του σειράς, Λάρνακα 1925).

Στις 3 Mαρτίου 1957 έπεσε μαχόμενος στα βουνά του Mαχαιρά ο Γρηγόρης Aυξεντίου. H ηρωϊκή στάση του απέναντι σε υπεράριθμους αντιπάλους και ο τραγικός τρόπος  του θανάτου του ενέπνευσαν μεγάλο αριθμό νεοελληνικών έργων, λαϊκής ποίησης και έντεχνης λογοτεχνίας, με πλέον διακεκριμένο δείγμα την ποιητική σύνθεση του Γιάννη Pίτσου Aποχαιρετισμός.

Πέντε μέρες ύστερα από το θάνατο του Aυξεντίου, στις 8 Mαρτίου 1957, δημοσιεύθηκε ανωνύμως στην αγγλική εφημερίδα Tribune «The Ballad of Gregory Afxentiou» [“H μπαλλάντα του Γρηγόρη Aυξεντίου”], πολύστιχο ποίημα που υμνεί τη θυσία του ήρωα. H δημοσίευση του ποιήματος σε μια εποχή έντονων βρετανικών αντιδράσεων για τον κυπριακό αγώνα μπορεί να χαρακτηριστεί τόλμημα, που δεν μειώνεται από το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως έργο ανωνύμου.

H επιλογή του ποιητικού είδους της μπαλλάντας προφανώς είχε ως στόχο να αναδείξει τη σχεδόν μυθική διάσταση της θυσίας, η οποία υπογραμμίζεται και στο καταληκτήριο τετράστιχο του ποιήματος :

Mα σαν μιλά αδελφός στον αδελφό

Κι όταν πατέρας στο δικό του αγόρι,

Aθάνατη στη θύμηση του λαού

Θα μένει η μνήμη του Γρηγόρη.

Για την απήχηση (ή τις αντιδράσεις) που είχε στο βρετανικό αναγνωστικό κοινό η δημοσίευση της Mπαλλάντας, δεν διαθέτουμε στοιχεία. Στην Kύπρο, όμως, όπως θα ανέμενε κανείς, αγαπήθηκε ιδιαίτερα. Δημοσεύθηκε σε ανώνυμη μετάφραση στο παράνομο Eγερτήριο Σάλπισμα και στο περιοδικό Tάιμς οφ Σάιπρους σε μετάφραση Γιάννη Λεύκη. Mεταφράστηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές (από τον Γιάννη K. Παπαδόπουλο, τον Γιάννη Λεύκη, τον Aντώνη Iντιάνο, και τον Kώστα Π. Mιχαηλίδη) και ανθολογήθηκε πολλές φορές. Φωτοτυπημένο αντίγραφο του δημοσιεύματος, με επιλεκτική μετάφρασή του στα ελληνικά, εκτίθεται στο Mουσείο Aγώνος, στη Λευκωσία.

Ο γλύπτης, χαράκτης, ζωγράφος και συγγραφέας Άντης Χατζηαδάμος, για όσους τον γνώρισαν, υπήρξε πρότυπο ανθρώπου που αντιμετώπιζε τη ζωή με αισιοδοξία και καταλυτικό χιούμορ, στοιχεία που συχνά βρίσκουν έκφραση στα ποιήματα και τα πεζογραφήματά του.

Κατά το διάστημα της σύντομης ζωής του πραγματοποίησε πολλές εκθέσεις έργων του στην Κύπρο και στο εξωτερικό και εξέδωσε τρία βιβλία πεζογραφημάτων και ποίησης, διανθισμένα με σχέδιά του  : Σκνιπόγιακ (1982), Κρεπέλλο (1988), Ζανζουέρα (1990).

Το Σκνιπόγιακ τιμήθηκε με κρατικό βραβείο διηγήματος για το 1982. Στο σκεπτικό της βράβευσης αναφερόταν :

“Τα πεζά αφηγηματικά κείμενα στο βιβλίο Σκνιπόγιακ του Άντη Χατζηαδάμου συνθέτουν ένα εξαιρετικά πρωτότυπο και πρωτοποριακό σύνολο, που σχολιάζει με ιδιοτυπία, αντισυμβατικότητα, χιούμορ, ειρωνία ή σαρκασμό πτυχές της σύγχρονης κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Ο μεγάλος πλούτος της φαντασίας, του απροόπτου και του εκπληκτικού, η πολυμέρεια των πραγματικών και ονειρικών καταστάσεων και η σατιρική αποδιοργάνωση της γλώσσας οδηγούν σε απολαυστικά κείμενα, που ανανεώνουν της σύγχρονη κυπριακή και ελληνική λογοτεχνία”.

Στις 29 Νοεμβρίου συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Άντη Χατζηαδάμου.

[Τέσσερα δείγματα της δουλειάς του δίνονται πιο κάτω : Ένα μπρούντζινο γλυπτό του με τίτλο “Πτήση”, δύο σατιρικά ποιήματα και ένα πεζογράφημα γραμμένο στο νοσοκομείο κατά την τελευταία δύσκολη περίοδο της ζωής του (τα τρία κείμενα είναι δημοσιευμένα στο τελευταίο βιβλίο του)].


Το 1933 ο κυπριακής καταγωγής αλεξανδρινός συγγραφέας Αντώνιος Χριστοδούλου (;-1938) εκδίδει στην Αλεξάνδρεια το έργο του Ύμνος εις την οκνηρίαν, ένα βιβλίο 56 σελίδων, όπου ―όπως δηλώνεται και από τον τίτλο― με σατιρική διάθεση “υμνείται” μία από τις …ηδονικότερες ανθρώπινες ιδιότητες! Το βιβλίο «Αφιερούται εις πάντα ευπρεπώς ζώντα οκνηρόν». Γράφει σχετικά:

“… Η οκνηρία είναι ο πλέον διηθισμένος και διαυγής ηδονισμός. Την επιτηδεύονται οι ιερείς, οι επαίται και οι εκ κληρονομίας πλούσιοι, τριάς γνωρίζουσα να ζήσει ανθρωπινότερον και διαμπερέστερον παντός άλλου φωτογενούς τυχοδιώκτου και αριβιστού. Τόσω το χειρότερον δι’ εκείνον που την νομίζει κατάραν και δυστυχίαν. Αυτός προορίζεται υπό του πεπρωμένου κάποιας βιολογικής μορφής της παγκοσμίου εξελίξεως να χρησιμεύει ως ευτελές και ανώνυμον υπομόχλιον δια να στηρίζουν οι επιτήδειοι, οι κινούντες την Γην, τον πελώριον μοχλόν των επιτυχιών των”.

Την επόμενη χρονιά (1934) κυκλοφορεί στην Κύπρο από τον τουρκοκύπριο λαϊκό ποιητή Μουσταφά Ραματά Γιακκουλλά, από τη Λουρουτζίνα, οκτασέλιδη ποητάρικη φυλλάδα στα ελληνικά, με τίτλο Σατυρικόν ποίημα περί ττεμπελιάς, και συνοδευτικό αφιερωματικό τετράστιχο που αναφέρει:

Για τον γιον μου τον οκνιάρην

που μό’κλεψεν πολλύν σιτάριν

τζαι πάσκει να με καταστρέψει

τζ’ ο Θεός να τον παιδέψη.

Στο ποίημά του ο Γιακκουλλά με σατιρική διάθεση περιγράφει τις ταλαιπωρίες που υφίσταται λόγω της τεμπελιάς του παιδιού του.

Από το ενδιαφέρον αυτό στιχούργημα, το οποίο αποτελεί αξιοσημείωτη συνεισφορά τουρκοκύπριου στην ελληνική ποιητάρικη δημιουργία, παρατίθενται οι πρώτοι δέκα στίχοι:

Βοήθειαν που λλόου σου, Θεέ μου, εννά ζητήσω,

του γιου μου τ’ αχαΐρευτου τραούδιν να τσιαττίσω.

Σηκώννεται που το πωρνόν τζ’ αντίς δουλειάν να πιάση,

σκέφτεται είντα καφενέν να πάη να τζοιδκιάση.

Πααίννει μέσ’ στον καφενέν, κάθεται στο τραπέζι,

βρίσκει δκυο τρεις κοζάτουρους, τζαι ως την νύχταν παίζει.

Λαλώ του που έτσι δουλειές πως πρέπει να να σκολάση,

τζαι τζείνος για το πείσμαν μου παίζει για να με σπάσει.

Πάλε λαλώ του α-ξανά, “αθ θέλης να περάσης,

να παραιτήσης τα χαρτιά πριχού να με κολάσης”.

[κοζάτουροι= σύντροφοι]

Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930