You are currently browsing the category archive for the ‘Καθημερινή ζωή’ category.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα πολύ δημοφιλής στην κυπριακή κοινωνία (που διέθετε περιορισμένες δυνατότητες διασκέδασης) ήταν η ανταλλαγή ταχυδρομικών καρτών, με διάφορα θέματα (τοπία, οικογενειακές σκηνές, λουλούδια, πουλιά, κ.λπ).

Πολύ σπανιότερα ―και κυρίως ανάμεσα στους νεότερους― κυκλοφορούσαν δελτάρια με «τολμηρότερα» θέματα, τα οποία συναντούμε κάποτε σε φωτογραφικά λευκώματα της εποχής. Βέβαια με αντιλήψεις της δικής μας εποχής  οι φωτογραφίες αυτές μόνο αφελώς τολμηρές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν.

Τρία δείγματα ακολουθούν :

Υπόσχεση για περισσότερα!

Ένα βήμα παραπάνω, με τη δικαιολογία κάποιου μετρήματος!

Ίσως το παρακάνουνε. Όμως όχι, αφού πρόκειται για ιατρική εξέταση από τον …»ράφτη» της προηγούμενης φωτογραφίας (Πάντως στο στήθος έγινε ρετουσάρισμα)!

Advertisements

[Ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντινίδης (1882-1956) δημοσίεψε το 1936 στην εφημερίδα του Νέος Κυπριακός Φύλαξ σειρά αναμνήσεων από τη Λευκωσία του τέλους της Τουρκοκρατίας και των πρώτων χρόνων της Αγγλοκρατίας. Ακολουθεί απόσπασμα όπου περιγράφεται η οδός Λήδρας όπως ήταν τότε].

Είπαμεν ήδη, ότι ο Μεγάλος δρόμος, η οδός Λήδρας, ο οφθαλμός σήμερα της Λευκωσίας, ήταν τότε τυφλός κα αδιέξοδος σχεδόν. Εκεί που είναι σήμερα η Λέσχη των Κυβερνητικών υπαλλήλων ήταν ένα μικρό στενοσόκκακο – πιό στενό ακόμη από όσον είναι το ανηφορικό «δρομούδι» κοντά εις το σπίτι της Κας Αριστοδήμου Φοινιέως – που οδηγούσε επάνω στο Κάστρο. Ο δρόμος αυτός, η μεγάλη και ένδοξη αρτηρία της πρωτεύουσας, δεν επαρουσίαζε καθόλου όψιν δρόμου μεγάλης συγκοινωνίας και την νύχτα προ πάντων «αροθύμαν» κανένας να περάσει και στις 7 η ώρα. Πιό κεντρικός απ’ αυτόν ήταν ο παράλληλος δρόμος, «δρόμος του Μασιαιρά», η σημερινή Οδός Ονασαγόρου, εις την οποίαν με τον καθορισμόν της μονοδρόμου κατευθύνσεως έχει διοχευτευθεί μεγάλο μέρος της τροχαίας κινήσεως της Οδού Λήδρας.

Ενώ σήμερα η Οδός Λήδρας έγινε σχεδόν ολόκληρον τμήμα της Αγοράς ως προς τα κάτω πατώματα των σπιτιών της, τότε δεν είχε παρά ελάχιστα μαγαζιά στην αρχή της κι αυτά μάλλον αποθήκες παρά μαγαζιά. Στην θέσιν του Καταστήματος που έχει σήμερα το Γραφείον της  Εταιρείας Αυτοκινήτων «Εμπιστοσύνη» ήταν αποθήκη ξυλείας του Τουρμούση Πασχαλίδη, ο οποίος είχε το γραφείον του και άλλο κατάστημα εις το Παζάρι του Τζύκκου, όπου είναι σήμερα το κατάστημα του κ. Κ. Νεοφυτίδη. Εις την θέσιν που είνε το «Αθήναιον» [καφενείο στην οδό Λήδρας αρ. 153] ήταν μια αποθήκη ξυλείας υγρή, σκοτεινή του Χαππάζη. Μόλις κατά το 1885 εκτίσθη το σημερινόν κτίριον, το περίφημον τότε Καφενείον του Παναγιωτάτζιη και το γεγονός αυτό εσημειώθη σε επιστολάς που εστάλησαν στο Εξωτερικό (ειδικώς το Βερούτι) ως σπουδαίο.

Εις την θέσιν που είναι το Κατάστημα Οινοπνευματωδών του κ. Παγκρατίου Λιβέρα [Λήδρας 180-181] ήταν το κατάστημα Αποικιακών και Μπάρ του Μιχαλάκη Χριστοφίδη και δίπλα, όπου είναι τώρα το Πρατήριον της Εταιρείας Σίγγερ [Στοά Ταρσή], ήταν το πρώτον Καπαρέ στην Λευκωσία και αυτό του Μιχ. Χριστοφίδη. Εδώ έπαιζε και η πρώτη Κομπανία Γερμανίδων υπό την διεύθυνσιν κάποιου Καντήλ.

Η κομπανία αποτελείτο από 28 όλα πρόσωπα, 22 γκέρλς και 5 -6 άνδρες. Η νεολαία της Λευκωσίας, της Σκάλας και της Λεμεσού έγινεν ανάστατος εις το άκουσμα της αφίξεως της Γερμανικής Κομπανίας. Οι γλεντζέδες νέοι – 3-4 απ’ αυτούς ζούν ακόμη και θυμούνται τα … «παληά κι αξέχαστα» – αγωνιούσαν να νυχτώσει, για ν’ αρχίσουν τα «παιχνίδκια». Η ώρες της ατέλειωτης ημέρας ήταν βαριές, πληχτικές, ώρες λαχταριστής αναμονής και γλυκιάς προσδοκίας. Η ξανθές Γερμανίδες έφεραν, καθώς μας διηγείται φίλος, από τους πρώτους γλεντζέδες της εποχής, αναστάτωση στην φαντασία των «νεαρών» μας.

Αυτές δεν ήταν χαμηλοδείκλητες, αμίλητες και ντροπαλές Κυπριώτισσες που να στρέψει κανένας να τις δει, εγίνοντο κατακόκκινες. Η Γερμανίδες τούς έβλεπαν και γελούσαν!! Και στην πρόσκληση για ένα γεύμα έτρεχαν πεταχτές και πήγαιναν κοντά τους!! Εκάθιζαν μαζί τους, ολοπρόθυμες να τους χαρίζουν την ευχαρίστηση της συντροφιάς τους. Μόλις είχε περάσει η σκοτεινιά της Τουρκοκρατίας και μόλις επρόβαλλε το φώς της κοινωνικής ελευθερίας για τους νέους.

[Στη φωτογραφία : Γειτονιά της παλιάς Λευκωσίας (σχέδιο 1888)]

Επειδή μερικές φορές αναφέρονται (κυρίως από ξένους ή άλλους νεότερους συγγραφείς) και «θετικά» στοιχεία της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, ας θυμηθούμε περιστατικά όπως αυτό που δημοσιεύτηκε σε κυπριακή εφημερίδα του 1887, δείγμα του αληθινού προσώπου μιας ξένης κατοχής η οποία δεν είχε συμπληρώσει ακόμη ούτε την πρώτη δεκαετία της στο νησί.

Σε «κεντρική διασταύρωση» της Λευκωσίας, (ίσως) της δεκαετίας 1920. Με όλο τον «κόσμο» της εποχής : τον φεσοφόρο αστυνομικό τροχαίας (ποιας «τροχαίας»;), ένα χωρικό με το γαϊδούρι του και τα λιγοστά πρώτα αυτοκίνητα. Ακίνητοι μέσα στο χρόνο αλλά και από το αυστηρό πρόσταγμα του οργάνου της τάξης!

Μια διασκεδαστική φωτογραφία του φωτογραφείου Glaszner της Λάρνακας, με τον εύγλωττο τίτλο «Stop! Nicosia». (Κάτι που δεν εισακούστηκε και φτάσαμε στη ξέφρενη ανάπτυξη και τις συμφορήσεις τροχαίας των ημερών μας!).

Το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου Άρπερας, περίπου δυόμισι χιλιόμετρα ΒΑ του χωριού Τερσεφάνου, στην επαρχία Λάρνακας, κτίστηκε το 1745 από τον Χριστοφάκη Κωνσταντίνου, ο οποίος υπήρξε «ο πρώτος γνωστός από τους δραγομάνους του 18ου αιώνα».

Όπως μας πληροφορεί ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου (Βενετία 1788), πέντε χρόνια αργότερα «τον μακαρίτην Χριστοφάκην Δραγομάνον εσκότωσαν οι Οσμάνοι, την Αγίαν Κυριακήν παγαίνοντας εις την αγίαν εκκλησίαν δια να ακούση τον καλόν λόγον, μισοδρομίς του ακτύπησαν και επόθανεν». Η δολοφονία έγινε με εντολή του οθωμανού τύραννου της Κύπρου Χατζη-Μπακκή.

Το εξωκλήσι, κτισμένο μέσα σε τσιφλίκι του δραγομάνου, τοιχογραφήθηκε από τους ζωγράφους Φιλάρετο και Λαυρέντιο. Σε αναθηματική τοιχογραφία απεικονίζεται ο Χριστοφάκης με μέλη της οικογένειάς του να προσφέρουν την εκκλησία στον Άγιο Γεώργιο.

Σε άλλο σημείο διασώζεται επιγραφή όπου αναφέρονται τα ονόματα ζωντανών και πεθαμένων μελών της οικογένειας του δραγομάνου για να μνημονεύονται από τους ιερείς. Συνολικά αναγράφονται, εκτός του Χριστοφάκη, 16 ζωντανά και 9 πεθαμένα παιδιά του.

Εκείνο που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, και έχει επισημανθεί σε δημοσίευμα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, είναι η παράλειψη αναφοράς του ονόματος της συζύγου του Χριστοφάκη, παρ’ ότι η ίδια ίσως περιλαμβάνεται στην αναθηματική τοιχογραφία της οικογένειας. Όπως αποδεικνύεται από κατοπινή έρευνά του,  η σύζυγος του Χριστοφάκη ζούσε και με τα τη δολοφονία του, γι’ αυτό και η παράλειψη του ονόματός της στον κατάλογο μνημόνευσης οδηγεί τον συγγραφέα σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις:

«Εν τέλει, η τοιχογραφία των αφιερωτών στον Άγιο Γεώργιο της Άρπερας μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για την κυπριακή κοινωνία των μέσων του 18ου αιώνα απ’ ό,τι ήταν μέσα στις προθέσεις του κτήτορα. Μας αποκαλύπτει κυρίως τις δομές της ανισότητας που επέβαλλαν, με την τόσο συμβολικά ισχυρή ανωνυμία, την υποταγή και την εξαφάνιση της προσωπικότητας της γυναίκας, και τη μεταβολή της, ακόμη και ως προς την προσωνυμία, σε απλό εξάρτημα του άνδρα». [Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Η ανωνυμία μιας ‘επώνυμης’ γυναίκας στην Κύπρο του 18ου αιώνα». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας τ. 27(2006): 514].

[Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920), “πατέρας” της νεοελληνικής δημοσιογραφίας και ιδρυτής/διευθυντής της μεγάλης αθηναϊκής εφημερίδας “Ακρόπολις”, επισκέφθηκε την Κύπρο το 1911 και σε διάλεξή του στη Λέσχη “Ένωσις” της Λεμεσού είπε και τα ακόλουθα] :

“Εις την Κύπρον είναι αληθές ότι μεταξύ των υφαντριών ηύρα ιδέας μάλλον ιαπωνικάς παρά φεμινιστικάς.

Ερώτησα μίαν :

―Είσθε ευχαριστημένη από την ζωήν;

Η απάντησίς της ήτο τόσον χριστιανική:

―Δεν μπορούμε να παραπονεθούμε από τον Άγιον Θεόν!

Κι όμως τα σημεία των καιρών και μεταξύ του θηλυκού εργατοκόσμου, μεθ’ όλην την φαινομενικήν γαλήνην, είναι μάλλον ανήσυχα.

Εις ένα σπίτι ηύραμε την μητέρα και τα δύο κορίτσια. Αρκετής διανοητικής αναπτύξεως και τα δύο. Η μία ήτο μοδίστα.

Ερώτησα την νεαράν υφάντριαν, μίαν νέαν με μεγάλα εφραστικώτατα μάτια, πλημμυρισμένα από πόθους.

―Διαβάζετε εφημερίδας;

―Μάλιστα. Κυρίως την Ελευθερίαν.

―Γιατί σας αρέσει η Ελευθερία;

―Διότι έχει από όλα. Και διηγήματα και περίεργα.

―Τους Άγγλους τους αγαπάτε;

―Τους Άγγλους; Κυρίως αγαπώ τους Έλληνας. Επειδή όμως είμεθα εις την υπηκοότητά τους, πρέπει να τους σεβόμεθα.

―Πόσες ώρες την ημέραν εργάζεσθε;

―Όλην την ημέρα.

―Είσθε ευχαριστημένη;

―Βέβαια και είμαστε.

―Ποία δε η μεγαλυτέρα σας ευχαρίστησις;

―Η εργασία.

―Μυθιστορήματα διαβάζετε;

―Ε, άμα έχουμε διαβάζουμε.

―Ο πατέρας σας κερδίζει όσα και σεις;

―Όχι, εμείς κερδίζουμε περισσότερα.

―Ώστε ό,τι οι άνδρες και οι γυναίκες;

―’Οχι· οι άνδρες είναι ανώτεροι.

―Εις τι; Στα χέρια;

―Εις όλα.

―Αν πάρετε άνδρα που δεν θα εργάζεται θα τον περιφρονείτε;

Εις την ερώτησιν αυτήν η μεν υφάντρια απαντά

―Όχι.

Αλλ’ η μεγαλυτέρα της αδελφή ―η μοδίστα― διακόπτουσα, λέγει:

―Να εργάζομαι εγώ δια να διορθώνεται ο άντρας μου;

Έφερα τον λόγον και εις το ζήτημα αν πέφτει καμιά φορά ξύλο μεταξύ του ανδρογύνου.

Η υφάντρια έσπευσε να απαντήσει:

―Εκείνοι που δεν ακούνε δέρνουνται.

―Πρέπει να δέρνουνται;

―Πρέπει!

Ώστε, ως βλέπετε, υλικόν φεμινιστικό, όπως το εννοεί η αριστερά του γυναικισμού πτέρυξ, η ριζοσπαστική, εις την Κύπρον δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως γυναικόκοσμος όστις εργάζεται και όστις τυραννιέται, όστις παραεργάζεται και όστις πολύ ολίγα κερδίζει, όστις καταστρέφει την υγείαν του και την ευμορφιάν του και τας δυνάμεις της μητρότητος δι’ ένα σελίνι πολλάκις την ημέραν, μη τρεφόμενος επαρκώς, μη αναπαυόμενος επαρκώς.

Έχετε λοιπόν ανάγκην αυξήσεως του πλούτου σας, δια να ανέλθει η γυναικεία επιφάνεια εις την Κύπρον, δια να συνανέλθει μαζί της η επιφάνεια όλου του κυπριακού πολιτισμού. Και εις την αύξησιν αυτήν του πλούτου, αφού η γεωργία, αφού η κτηνοτροφία, αφού η υφαντική, αφού τόσαι άλλαι τέχναι ευρίσκονται τόσον εις χείρας των γυναικών σας όσον και εις χείρας των ανδρών, ενίοτε δε περισσότερον εις τας χείρας εκείνων παρά εις τας χείρας αυτών, θ’ αναγκασθείτε θέλοντες ή μη θέλοντες να καταφύγετε εις την μεγαλυτέραν ανάπτυξιν και ανακούφισιν των γυναικών σας.

Εγώ τουλάχιστον από τας μεγαλυτέρας ευτυχίας της νήσου θεωρώ την μεγάλην εργατικότητα των γυναικών σας. Ο μισός πλούτος της Κύπρου εις αυτάς οφείλεται […]”.

[Από τη λεμεσιανή εφημ. Σάλπιγξ, 15 Ιουλίου 1911. Εικονογράφηση : Ο Βλασης Γαβριηλίδης, σχέδιο Γεωργίου Ροϊλού, πρωτοδημοσιευμένο στο αθηναϊκό περιοδικό Εστία (1898)].

Στην προσπάθεια προώθησης προϊόντων τους οι κατασκευαστές πολύ συχνά προσθέτουν στις συσκευασίες μικρά συλλεκτικά αντικείμενα.

Σε καιρούς δύσκολους, όπως στην περίπτωση που παρουσιάζεται εδώ ―περίοδος Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου― ο βιομήχανος ζαχαροειδών έδωσε παραγγελία να τυπωθούν μικρά αριθμημένα εικονίδια μεγέθους γραμματοσήμου (μια και υπήρχε έλλειψη χαρτιού), που απεικόνιζαν σκηνές  από τη ζωή και τα αξιοθέατα της Κύπρου.

Κάθε κουτί έκρυβε μία αριθμημένη φωτογραφία και ο αγοραστής ―συνήθως από τον μαθητόκοσμο― συμπληρώνοντας πλήρη σειρά ανταμειβόταν με κάποιο «ελκυστικό» μεγαλύτερο βραβείο, π.χ. μία μπάλα!

[Διαφημιστικό φυλλάδιο του γνωστού παλαιού κέντρου διασκέδασης της Λευκωσίας, λίγους μήνες πριν από την έναρξη του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα και τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν από τους Άγγλους].


[Μία ξεχασμένη εικόνα της ζωής στην παλιά Λευκωσία : Έκθεση ζώων έξω από τα τείχη, στις 9 Απριλίου 1926 (Από περιοδικό εποχής)]

[Η τουρκική νομοθεσία στην Κύπρο ―την οποία κληρονόμησε (και για πολλές δεκαετίες διατήρησε) η Αγγλική κυβέρνηση του τόπου― περιλάμβανε πολλά παράδοξα, τουλάχιστον σε θέματα ιδιοκτησίας, όπως καταγράφει στο σημείωμά του ο κερυνειώτης Σάββας Χρίστης (δημοσιευμένο τον Ιανουάριο 1923). Με πολύ κέφι ο Χρίστης, στο ενδιαφέρον σημείωμά του προσθέτει και ένα σχετικό σατιρικό στιχούργημά του. (Για τον Σ. Χρίστη βλ. και ανάρτηση αρ. 119)].

Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930