You are currently browsing the category archive for the ‘Ιστορία’ category.

Μία πολυάριθμη ομάδα ρώσων προσφύγων της αίρεσης «ντουχομπόρτσι» [=πνευματικοί αγωνιστές], έφθασε από το Βατούμ για εγκατάσταση στην Κύπρο στις 26 Αυγούστου 1898. Επρόκειτο για μέλη ειρηνιστικής θρησκευτικής αίρεσης που είχε υποστεί μεγάλους διωγμούς από το τσαρικό κράτος επειδή, ως αντιρρησίες συνείδησης, το 1895 είχαν μαζικά καταστρέψει τα όπλα τους αρνούμενοι να καταταγούν στο ρωσικό στρατό.

Οι αγγλικές αρχές της Κύπρου τους εγκατέστησαν σε διάφορα μέρη, κυρίως στο Τσιφλίκι Αθαλάσσας [αργότερα «Κυβερνητική Έπαυλη Αθαλάσσας»] και στις κοινόττητες Περγάμου και Κουκλιών. Το 1899 οι Ντουχομπόρτσοι της Κύπρου, οι οποίοι έφθασαν στους 1125, αναχώρησαν για οριστική εγκατάσταση στον Καναδά, αφήνοντας πίσω, μοναδικό τεκμήριο από το πέρασμά τους, ένα μικρό κοιμητήριο στο Τσιφλίκι Αθαλάσσας.

[Στη φωτογραφία : Ντουχομπόρτσοι από την Κύπρο φθάνουν στον Καναδά]

Advertisements

Το 1936 το Κυπριακό Μουσείο απέκτησε, από κάτοικο της Λύσης, μία ανάγλυφη επιτύμβια πλάκα από ασβεστόλιθο, ύψους 78 εκ. και πλάτους 57 εκ. Είχε βρεθεί στην περιοχή «Άγιος Γεώργιος», περίπου ένα μίλι βόρεια της Λύσης, όπου υπήρχαν ενδείξεις για αρχαίο κοιμητήριο.

Στο σημαντικό αυτό αρχαιολογικό εύρημα παρουσιαζόταν πολεμιστής με φθαρμένο πρόσωπο,  ο οποίος φορούσε Αθηναϊκό κράνος και μεταλλική πανοπλία, στο αριστερό χέρι κρατούσε στρογγυλή ασπίδα και στο δεξί λόγχη. Ζώνη που ξεκινούσε από τον δεξί ώμο κατέληγε αριστερά στη μέση του όπου κρεμόταν μικρό ξίφος. Στην πάνω δεξιά άκρη της πλάκας κολοβή επιγραφή κατέγραφε το όνομά του : ΔΙΟΝΥΣΙΟ[Σ] ΚΑΡΔΙΑΝΟ[Σ].

Ο χωρικός που την είχε βρει παραδέχθηκε ότι οι ανεπανόρθωτες φθορές στο πρόσωπο του πολεμιστή είχαν γίνει όταν ο ίδιος, με μεταλλικά εργαλεία, προσπαθούσε να μετακινήσει την πλάκα.

Όπως μας πληροφορεί ο Πορφύριος Δίκαιος (1904-1971), έφορος αρχαιοτήτων τότε, και αργότερα διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων (1960-1963), σε σχετικό σημείωμα :

«Αυτό το ανάγλυφο είναι ένα σπάνιο δείγμα γλυπτικής με εμφανή παρουσία της Αθηναϊκής επίδρασης στην Κύπρο. Η Ιωνική επανάσταση αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία της κυπριακής γλυπτικής. Έως τότε η Κύπρος δεχόταν σημαντικές επιδράσεις από την Ιωνική τέχνη, όμως από το 500 π.Χ., χρονιά της Ιωνικής επανάστασης, αλλά και κατά τις ταραχές που ακολούθησαν, αυτές οι επίδρασεις και επαφές διακόπηκαν και για κάποιο διάστημα η κυπριακή γλυπτική αναπτύχθηκε ανεξάρτητη από καινούριες εμπνεύσεις που προέρχονταν από τα δυτικά. Όμως ύστερα από το 480 π.Χ. η νέα επίδραση φαίνεται ότι προερχόταν από την Αθήνα και από το 466 π.Χ., ημερομηνία νίκης στον [ποταμό] Ευρυμέδοντα, η Κύπρος αναπόφευκτα βρέθηκε σε στενότερη επαφή με τον Αθηναϊκό πολιτισμό και εκείνο τον καιρό μεγάλο μέρος του Νησιού βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Αθηναϊκών δυνάμεων. Γι’ αυτό και το ανάγλυφο μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο και αποτελεί σπάνιο δείγμα άμεσης επίδρασης από την Αθήνα».       

Όπως αναφερόταν στη συνέχεια, «Τα δελτία δεν θα εκδίδωνται εις γλώσσαν, ή εις μορφήν κατάλληλον δι’ απ’ ευθείας μετάδοσιν εις τους μαθητάς, αλλ’ ο καλός διδάσκαλος θα είναι ικανός να παρουσιάση το υλικόν, το οποίον περιλαμβάνεται εις ταύτα, εις απλούν και ενδιαφέροντα τρόπον».

Κύριο θέμα του 12σέλιδου πρώτου «Δελτίου» ήταν η «Επισκόπησις των αιτίων του Πολέμου και πρόδος αυτού κατά την περίοδον από 3-30 Σεπτεμβρίου». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση, βάσει διατάγματος «Εκτάκτων Εξουσιών (Αμύνης)» :

Ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Κουριοκουρίτης (1735/1745 – 1802/1805) με το μνημειώδες έργο του Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, το οποίο εκδόθηκε με δικά του έξοδα στη Βενετία το 1788, έδωσε “το πρώτον ιστορικόν σύγγραμμα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, τουλάχιστον δια την εποχήν κατά την οποίαν συνεγράφη” (κατά χαρακτηρισμό του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, διεύθυντη του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου το 1971 όταν επιμελήθηκε φωτομηχανική επανέκδοση του έργου).

Η Ιστορία του Κυπριανού στηρίχθηκε σε κυπριακές αρχειακές πηγές (κυρίως εκκλησιαστικές) αλλά και σε ευρωπαϊκά ιστορικά έργα και μαρτυρίες που κυκλοφορούσαν ή εντοπίζονταν σε βιβλιοθήκες ή αρχεία της Βενετίας. Εκτός από το καθαρώς ιστορικό μέρος ο Κυπριανός ασχολείται στο βιβλίο και με θέματα εθνογραφίας, κοινωνίας και πολιτισμού της Κύπρου.

Από το εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή της επανέκδοσης μεταφέρεται εδώ ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“Η κοινωνική και εθνική κατάστασις της Κύπρου κατά τας διαφόρους εποχάς, ιδιαιτέρως δε κατά την Τουρκοκρατίαν, αποτελεί μέλημα του Κυπριανού, όστις δεν παραλείπει, οσάκις τούτο αναγκαιοί, να αναφερθή σε ξένα ‘γένη’, τα οποία εγκατεστάθησαν εν τη Νήσω. Ο Κυπριανός δεν τρέφει προκαταλήψεις κατά της παρουσίας ξένων εθνικών στοιχείων, ούτε θεωρεί μειωτικήν δια τους Έλληνας της Νήσου την παρουσίαν ταύτην. Είναι όμως ευαίσθητος εις το θέμα της κοινωνικής και οικονομικής εξαθλιώσεως του χριστιανικού πληθυσμού, την οποίαν συνεπήγοντο αι ξέναι κυριαρχίαι, ιδιαιτέρως δε όταν πραγματεύεται την περίοδον της Τουρκοκρατίας, η οποία καταλαμβάνει και το τελευταίον τμήμα του αφηγηματικού μέρους της ιστορίας του. Εις την πραγματικότητα το τελευταίον τούτο μέρος παύει να είναι αφηγηματικόν, προσλαμβάνον τον χαρακτήρα μιας επιτόμου κοινωνικής ιστορίας του τουρκοκρατουμένου Κυπριακού ελληνισμού”.

Προμετωπίδα (αποσπάσματα από το έργο του Λουκιανού, Πατρίδος Εγκώμιον...) : «Ουδέν γλύκιον ης Πατρίδος…»

Η πρώτη σελίδα αφιέρωσης του έργου στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο. Στο επάνω μέρος χαλκογραφία με αλληγορία της Κύπρου ―δεξιά διακρίνεται και χάρτης της πατρίδας του συγγραφέα.

Η Αγγλο-Τουρκική Συνθήκη παραχώρησης της Κύπρου στην Αγγλία υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1878. Όταν τούτο έγινε γνωστό άρχισαν να δημοσιεύονται σχόλια και πολιτικές εκτιμήσεις εφημερίδων, από όλο τον κόσμο, για τη σημασία αυτής της αλλαγής στο στρατιωτικό ισοζύγιο της ανατολικής Μεσογείου. Από τις αντιδράσεις που δημοσιεύτηκαν, το καλοκαίρι του 1878, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει παθιασμένο σχόλιο της επιθεώρησης Il Bersagliere της Ρώμης, στο οποίο η πολιτική αλλαγή κρίνεται αποκλειστικά ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει σε ιταλικά συμφέροντα και σε κατάλοιπά τους από την …περίοδο των Ενετών! Γράφει :

«Το θεϊκό νησί της Κύπρου πωλήθηκε από τους ευνούχους της Κωνσταντινούπολης στους τοκογλύφους του Λονδίνου. Φτωχή Κύπρος! κτυπημένη από τόσες δυνάμεις, με τέτοια ηρωϊκή άμυνα, σε τόσο ιταλικό αίμα βουτηγμένη, ποιός θα μπορούσε να σου πει ότι μια μέρα θα σε πούλαγαν για μια χούφτα χρυσάφι, σε εμπόρους που έρχονται από τις ομίχλες του βορρά;

Αγοράζουν και θα κερδίσουν από το νέο κτήμα τους· θα στρέψουν τα κανόνια της Αμμοχώστου, όπου ιταλοί κατασκευαστές έγραψαν τα ονόματά τους, εναντίον ιταλικών καραβιών που πλέουν στην περιοχή. Οι ίδιοι, από τους βράχους όπου ανέμιζε η σημαία της Σαβοΐας, θα προσπαθήσουν να βυθίσουν καράβια με την ιταλική σημαία. Ω, πόσο γλυκύ θα ήταν αν αυτό δεν είναι παρά ένα [κακό] όνειρο!

Όμως, υπομονή. Στις ακτές της Μεσογείου αναπτύχθηκε η Καρθαγένη, κέντρο διεθνούς εμπορίου, φόβητρο της ανθρωπότητας· και λίγα χρόνια αργότερα ο Μάριος, ο μεγάλος εξόριστος, καθόταν ανάμεσα στα ερείπιά της και στοχαζόταν».

[Σημειώσεις: Οι Ιταλοί διεκδικούσαν την Κύπρο από το 1463, όταν η πριγκίπισσα Άννα ντε Λουζινιάν παντρεύτηκε τον ιταλό δούκα Λουδοβίκο της Σαβοΐας. / Ο ρωμαίος στρατηγός Γάιος Μάριος (157-86 π.Χ.) εζησε λίγα χρόνια ως πολιτικός εξόριστος στην Καρθαγένη (αρχαία Καρχηδόνα της Τύνιδας). / «Ο Γάιος Μάριος στην εξορία» (πίνακας)].

[Η θυσία της Βελισάνδρας. Σχέδιο 18ου αιώνα]

Μεταξύ θρύλου και ιστορίας η μορφή της κυπρίας νέας που προτίμησε το θάνατο παρά να αφεθεί παθητικά στη ζωή για την οποία την προόριζαν οι τούρκοι κατακτητές της Κύπρου, το 1570, πέρασε σε ιστορικές αναφορές, στην τέχνη και στη λογοτεχνία με πολλά ονόματα: Μαρία Συγκλητική, Αρνάλδα Ρουχιά, Ρενάλδα, Βελεσάνδρα ―όποιο όμως κι αν είναι το ακριβές όνομά της, η ουσία και ο συμβολισμός της πράξης της παραμένουν ίδιοι.

Στην ηρωΐδα αναφέρθηκαν πολλοί παλαιότεροι χρονικογράφοι (Μπιζάρο, Καλέπιο, Σερένο, Γάττο. Σωζόμενος, Μπρενζόνιο, Φολιέτα, Γκρατιάνι), ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου… (Βενετία 1788) και ο άγγλος Claude Delaval Cobham (Arnalda sive captiva victrix, Λονδίνο 1910). Απασχόλησε επίσης τη νεοελληνική λογοτεχνία ―μεταξύ άλλων, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον επτανήσιο Αντώνιο Σ. Μάτεση (1864-1952) οι οποίοι έγραψαν ποιήματα εξυμνώντας την.

Ακολουθεί μικρό ανθολόγιο αποσπασμάτων.

«εν ω δε εβάρκαρε τους σκλάβους και τα λάφυρα, ένα Γαλεώνι του Μεεμέτ πασά γεμάτον σκλάβους από το άνθος των ευγενών και ευγενίδων νέων της λευκοσίας, οπού έστελλε τω Σουλτάνω, υιώ του, και τω βεζήρη Μεεμέτ, άναψε φωτίαν έξαφνα, και εκάησαν και σκλάβοι και λάφυρα εις μίαν στιγμήν. έθλιψε πολλά τον Μουσταφάν το συμβεβηκός, και κοντά εις αυτό και άλλα δύω εκάησαν. Αρνάλδα Αρχόντισσα Ευγενής λευκοσιάτισσα θυγατέρα του Κώμητος Ρουχιάς αξιοπρεπεστάτου, ος εφονεύθη εις πόλεμον, ωραία κατ’ εξοχήν, διωρισμένη δια το χαρέμι του Σουλτάνου, Ιστορούσι Στέφανος και Καλλέπιος έπραξε τούτο το Ηρωϊκόν κατόρθωμα, και επί τούτου έδωκε φωτίαν, και ευχαριστήθη να γένη πυρός παρανάλωμα με τας άλλας, παρά να καταισχύνη την δόξαν του γένους της, και να καταντήση εντρύφημα των ασεβών Νικητών της Πατρίδος της».

Αρχιμ. Κυπριανός, Ιστορία…

*

Βασίλη Μιχαηλίδη

«Η Αρνάλδα ή Βελεσάνδρα επί του πλοίου»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εις Κυπριακόν λιμένα προ της νέας Σαλαμίνος

Από πλοίου ετοιμόπλου γοερός αντήχει θρήνος.

Ήσαν κόραι Κυπριάδες λάφυρον των Μουσουλμάνων

Λεία προσδιορισθείσα δώρον δια τον Σουλτάνον.

Ο Καρά Μουσταφάς τότε ο την νήσον εκπορθήσας

Ο τας πόλεις, τα χωρία, τους ναούς λεηλατήσας

Ο σκληρός σφαγεύς Κυπρίων αμετρήτων χιλιάδων

Έκθαμβος από το κάλλος έμεινε των Κυπριάδων

Κ’ εις το μέγα τούτο πλοίον εξ αυτών παραλαμβάνων

Προητοίμασε ωραίον δώρον δια τον Σουλτάνον.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Αρνάλδα εκ του γένους των Συγκλητικών γενναία,

Ηρωΐς πασών η πρώτη και ως άγγελος ωραία

Είδε πλήρη τα ιστία, έτοιμον προς πλουν το πλοίον

Κ’ εντελώς απελπισθείσα έλεγε μετά δακρύων :

«Κάλλιον εις τον αέρα με το πυρ να τιναχθώμεν·

κάλλιον εις τον πυθμένα της θαλάσσης να πνιγώμεν,

παρά μίαν στιγμήν ζώσαι κ’ έχουσαι του Μουσουλμάνου

πλούτη, δόξαν κ’ ευτυχίαν εις ανάκτορα Σουλτάνου».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Λεμησσός, 24 Ιουνίου 1884]

*

Αντωνίου Σ. Μάτεσι

«Η Κυπριώτισσα (1570)»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Mπήκαν οι σκλάβοι αμέτρητοι… Tην άγκυρα σηκώνουν

και στα κατάρτια τα πανιά οι ναύτες ξεδιπλώνουν.

Πρίμος αγέρας τα φυσά, τ’ ανοίγει, τα φουσκώνει,

τρέχει ο πιλότος βιαστικός κι αρπάζει το τιμόνι,

σιγά, σιγά το κάτεργο κινεί και ξεμακραίνει…

Oι σκλάβοι την πατρίδα τους κοιτάζουν δακρυσμένοι.

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Δεν θα ’λθεί στου καραβιού την άκρη

για τη γλυκειά πατρίδα της πικρό να χύσει δάκρυ;

Tο τελευταίο «έχε γειά» να πει στο έρμο χώμα

που κλείνει του πατέρα της τ’ ανδρειωμένο σώμα;

Δεν θα ’λθει πέρα στα βουνά στερνή ματιά να ρίξει

και με τους άλλους δυστυχείς το δάκρυ της να σμίξει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τί λόγο έχ’ ειπωμένο,

σαν έφεραν το γέρο της εμπρός της πεθαμένο

πως θα ’ναι μόνος της σκοπός στον κόσμο που θα ζήσει

όσο μπορεί περσότερους απίστους ν’ αφανίσει;

Πού ’ν’ η Pενάλδα; Ξέχασε τον όρκο που ’χει πάρει

επάνω στου πατέρα της το κάτασπρο λιθάρι,

πως αν ποτέ στη Λευκωσιά, πατήσουν Mουσουλμάνοι

παρά να γίνει σκλάβα τους… αχ! κάλλιο ν’ αποθάνει;

Γοργά, γοργά το κάτεργο απ’ τη στεριά μακραίνει

…Tώρα κανείς δεν ομιλεί, τώρα κανείς δεν κρένει,

απ’ την πολλήν απελπισιά εσώπασαν οι θρήνοι

κάθε καρδιά τον πόνο της μέσα στα στήθια κλείνει.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Xαρείτ’ αδέλφια! Tον Θεόν ευχαριστείτε όλοι

με την ελπίδα στην καρδιά και τη χαρά στα στήθια,

κανένας σκλάβος από μας δεν θα ’μπει μέσ’ στην Πόλη

γιατί ο Θεός απ’ τα ψηλά μάς έδωκε βοήθεια.

Aς στολισθεί κάθε καρδιά μ’ αγάπη και μετάνοια

και γλήγορα θ’ ανέβομε στα ύψη τα ουράνια».

Eίν’ η Pενάλδα που μιλεί κι αντιφωνεί η λαλιά της,

και κυματίζουν ξέπλεκα τα ολόξανθα μαλλιά της,

και στα γαλάζια μάτια της λάμπει φωτιά μεγάλη

κι ουράνια χάρη απλώνεται στ’ αγγελικά της κάλλη.

Όλοι στα μάτια τη θωρούν αχνοί και τρομασμένοι:

μένουν βουβά τα χείλη τους, αναπνοή δεν βγαίνει.

«Φωτιά… φωτιά… χαθήκαμε» βραχνή φωνή πετιέται

και μια βοή «φωτιά, φωτιά» στο κάτεργο σκορπιέται.

Tρέχουν οι ναύτες βιαστικοί, πηδούν σ’ όλα τα μέρη,

«Φωτιά» φωνάζουν και κανείς πού ’ν’ η φωτιά δεν ξέρει·

«Φωτιά… φωτιά». O άνεμος τα κύματα φουσκώνει…

Bγαίνει καπνούρα μελανή, μαυρίζει και θολώνει…

Kι άλλοι χυμούν μες στον καπνό κι άλλοι νερό γεμίζουν

και άλλοι μες στην ταραχή χαμένοι τριγυρίζουν…

«Φωτιά!!» Tις φλόγες ο καπνός δεν ημπορεί να κρύψει,

σκορπίζονται θεόρατες και χάνονται στα ύψη,

κάθε πανί, κάθε σχοινί χρυσές φωτιές αρπάζει

κι η κόκκινη σημαία τους εμπρός στο φως χλομιάζει

…Φωτιά!! Bλαστήμιες και φωνές… Tο κάτεργο κουνά,

και τρίζουν και γκρεμίζονται κατάρτια και πινά…

Φυσά βοριάς τα κύματα και τη φωτιά ξανάβει

και παραδέρνει μέσ’ αφρούς και φλόγες το καράβι…

Oι σκλάβοι ελευθερώθηκαν… Eπάνω στα ουράνια

ο Ύψιστος τούς έδωκε μαρτυρικά στεφάνια.

Mα της Pενάλδας η ψυχή τρακόσια τώρα χρόνια

Στα γαλανά μας κύματα περιπλανάτ’ αιώνια…

Aυτή μια νύχτα σκοτεινή, νύχτα δίχως φεγγάρι

Στη ναυαρχίδα οδήγησε το χέρι του Kανάρη.


Ο Γιώργος Σεφέρης κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στην Κύπρο (15 Σεπτεμβρίου – 17 Οκτωβρίου 1954) ―μόλις έξι μήνες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού Αγώνα― ενδιαφέρθηκε για τα συνθήματα που ήταν γραμμένα σε τοίχους, μάλιστα φωτογράφισε 2-3 από αυτά. Πολύ γνωστές είναι οι φωτογραφίες του συνθημάτων στην εκκλησία του χωριού Άγιος Σέργιος, στην Καρπασία («ΖΗΤΩ Η ΕΝΩΤΗΤΑ / ΚΑΤΩ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ») καθώς και σε τοίχο καφενείου της Άλωνας («ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΛΟΜΕΝ ΚΑΙ ΑΣ ΤΡΩΓΩΜΕΝ ΠΕΤΡΕΣ»).

Ελάχιστα από αυτά διασώζονται σήμερα. Η φυσική φθορά, η οικιστική ανάπτυξη και η συντήρηση κτηρίων τα έχουν εξαφανίσει. Από αυτά που επιβιώνουν, μισοσβυσμένα ή καλυμμένα με ασβέστη, είναι τα τρία που ακολουθούν, σε τοίχους της κοινότητας Οράς στην περιοχή Ορεινής της Λάρνακας.

[«ΕΟΚΑ / ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΟΠΛΑ»]

[Δυσανάγνωστο σύνθημα κατά των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου]

[Δυσανάγνωστο σύνθημα αναφοράς σε τελική νίκη του αγώνα]

Το 1949, το περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, του Σπύρου Μελά, δημοσίευσε αφιέρωμα στην Κύπρο με εξώφυλλο όπου παρουσιαζόταν σύνθεση με προσωπογραφία του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Η απεικόνιση του μαρτυρικού αρχιεπισκόπου στηριζόταν σε προσωπογραφία του που ανήκει στις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη.

Μερικές δεκαετίες αργότερα (1980) ο προσωπογράφος και ιστοριοδίφης Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, ο οποίος έχει ασχοληθεί συστηματικά με τις ιστορικές οικογένειες της Κύπρου, με τεκμηριωμένο δημοσίευμά του επανόρθωνε το λάθος: η προσωπογραφία δεν ήταν του Κυπριανού, αλλά παρουσίαζε τον αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτο Θησέα, συγγενή του Κυπριανού!

Ο Θεοφύλακτος Θησεύς, γιός του Παπά Σάββα από τον Στρόβολο, εξαδέλφου του Κυπριανού, είχε πολυτάραχη δραστηριότητα: Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821, μετά την εκατόμβη του κυπριακού ’21 είχε συνυπογράψει διακήρυξη υπέρ της απελευθέρωσης της Κύπρου, λίγο αργότερα έχασε το ένα χέρι του σε μάχη κατά των Τούρκων και το 1833 είχε ανάμιξη στη στάση της Λάρνακας η οποία είχε υποκινηθεί από τον αδελφό του Νικόλαο.

Η προσωπογραφία, ως «μινιατούρα» για χρήση σε εγκόλπιο, είχε γίνει πιθανώς στη Γενεύη και ο προηγούμενος κάτοχός της, ο συγγραφέας Ονούφριος Ι. Ιασονίδης (1846-1916) ―προσωπικότητα με πολλές αμφιλεγόμενες δραστηριότητες [βλ. και ανάρτηση αρ. 67]― την είχε δωρίσει, το 1896, στο Μουσείο Μπενάκη δηλώνοντας ότι απεικονίζει τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό.

Η μοναδική αυθεντική προσωπογραφία του αρχιεπισκόπου Κυπριανού βρίσκεται στην ιερά μονή Μαχαιρά.

Το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου Άρπερας, περίπου δυόμισι χιλιόμετρα ΒΑ του χωριού Τερσεφάνου, στην επαρχία Λάρνακας, κτίστηκε το 1745 από τον Χριστοφάκη Κωνσταντίνου, ο οποίος υπήρξε «ο πρώτος γνωστός από τους δραγομάνους του 18ου αιώνα».

Όπως μας πληροφορεί ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου (Βενετία 1788), πέντε χρόνια αργότερα «τον μακαρίτην Χριστοφάκην Δραγομάνον εσκότωσαν οι Οσμάνοι, την Αγίαν Κυριακήν παγαίνοντας εις την αγίαν εκκλησίαν δια να ακούση τον καλόν λόγον, μισοδρομίς του ακτύπησαν και επόθανεν». Η δολοφονία έγινε με εντολή του οθωμανού τύραννου της Κύπρου Χατζη-Μπακκή.

Το εξωκλήσι, κτισμένο μέσα σε τσιφλίκι του δραγομάνου, τοιχογραφήθηκε από τους ζωγράφους Φιλάρετο και Λαυρέντιο. Σε αναθηματική τοιχογραφία απεικονίζεται ο Χριστοφάκης με μέλη της οικογένειάς του να προσφέρουν την εκκλησία στον Άγιο Γεώργιο.

Σε άλλο σημείο διασώζεται επιγραφή όπου αναφέρονται τα ονόματα ζωντανών και πεθαμένων μελών της οικογένειας του δραγομάνου για να μνημονεύονται από τους ιερείς. Συνολικά αναγράφονται, εκτός του Χριστοφάκη, 16 ζωντανά και 9 πεθαμένα παιδιά του.

Εκείνο που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, και έχει επισημανθεί σε δημοσίευμα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, είναι η παράλειψη αναφοράς του ονόματος της συζύγου του Χριστοφάκη, παρ’ ότι η ίδια ίσως περιλαμβάνεται στην αναθηματική τοιχογραφία της οικογένειας. Όπως αποδεικνύεται από κατοπινή έρευνά του,  η σύζυγος του Χριστοφάκη ζούσε και με τα τη δολοφονία του, γι’ αυτό και η παράλειψη του ονόματός της στον κατάλογο μνημόνευσης οδηγεί τον συγγραφέα σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις:

«Εν τέλει, η τοιχογραφία των αφιερωτών στον Άγιο Γεώργιο της Άρπερας μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για την κυπριακή κοινωνία των μέσων του 18ου αιώνα απ’ ό,τι ήταν μέσα στις προθέσεις του κτήτορα. Μας αποκαλύπτει κυρίως τις δομές της ανισότητας που επέβαλλαν, με την τόσο συμβολικά ισχυρή ανωνυμία, την υποταγή και την εξαφάνιση της προσωπικότητας της γυναίκας, και τη μεταβολή της, ακόμη και ως προς την προσωνυμία, σε απλό εξάρτημα του άνδρα». [Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Η ανωνυμία μιας ‘επώνυμης’ γυναίκας στην Κύπρο του 18ου αιώνα». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας τ. 27(2006): 514].

Στις 3 Mαρτίου 1957 έπεσε μαχόμενος στα βουνά του Mαχαιρά ο Γρηγόρης Aυξεντίου. H ηρωϊκή στάση του απέναντι σε υπεράριθμους αντιπάλους και ο τραγικός τρόπος  του θανάτου του ενέπνευσαν μεγάλο αριθμό νεοελληνικών έργων, λαϊκής ποίησης και έντεχνης λογοτεχνίας, με πλέον διακεκριμένο δείγμα την ποιητική σύνθεση του Γιάννη Pίτσου Aποχαιρετισμός.

Πέντε μέρες ύστερα από το θάνατο του Aυξεντίου, στις 8 Mαρτίου 1957, δημοσιεύθηκε ανωνύμως στην αγγλική εφημερίδα Tribune «The Ballad of Gregory Afxentiou» [“H μπαλλάντα του Γρηγόρη Aυξεντίου”], πολύστιχο ποίημα που υμνεί τη θυσία του ήρωα. H δημοσίευση του ποιήματος σε μια εποχή έντονων βρετανικών αντιδράσεων για τον κυπριακό αγώνα μπορεί να χαρακτηριστεί τόλμημα, που δεν μειώνεται από το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως έργο ανωνύμου.

H επιλογή του ποιητικού είδους της μπαλλάντας προφανώς είχε ως στόχο να αναδείξει τη σχεδόν μυθική διάσταση της θυσίας, η οποία υπογραμμίζεται και στο καταληκτήριο τετράστιχο του ποιήματος :

Mα σαν μιλά αδελφός στον αδελφό

Κι όταν πατέρας στο δικό του αγόρι,

Aθάνατη στη θύμηση του λαού

Θα μένει η μνήμη του Γρηγόρη.

Για την απήχηση (ή τις αντιδράσεις) που είχε στο βρετανικό αναγνωστικό κοινό η δημοσίευση της Mπαλλάντας, δεν διαθέτουμε στοιχεία. Στην Kύπρο, όμως, όπως θα ανέμενε κανείς, αγαπήθηκε ιδιαίτερα. Δημοσεύθηκε σε ανώνυμη μετάφραση στο παράνομο Eγερτήριο Σάλπισμα και στο περιοδικό Tάιμς οφ Σάιπρους σε μετάφραση Γιάννη Λεύκη. Mεταφράστηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές (από τον Γιάννη K. Παπαδόπουλο, τον Γιάννη Λεύκη, τον Aντώνη Iντιάνο, και τον Kώστα Π. Mιχαηλίδη) και ανθολογήθηκε πολλές φορές. Φωτοτυπημένο αντίγραφο του δημοσιεύματος, με επιλεκτική μετάφρασή του στα ελληνικά, εκτίθεται στο Mουσείο Aγώνος, στη Λευκωσία.

Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930