You are currently browsing the category archive for the ‘Εκπαίδευση’ category.

Τα εξώφυλλα (εμπροσθόφυλλο και οπισθόφυλλο) ενός τετραδίου που προοριζόταν για μαθητική χρήση στην Κύπρο κατά τη δεκαετία του 1930 εκφράζουν τις αντιλήψεις «διδακτισμού» της εποχής, πάντοτε μέσα σε πλαίσια του επικρατούντος «εθνοκεντρισμού». Η μητέρα Ελλάδα υποδεικνύει στον δάσκαλο: «Εις χείρας σου το μέλλον Μου».

Εξάλλου, το βιβλιοπωλείο που πωλούσε τα τετράδια έφερε το όνομα του Αδαμάντιου Κοραή, σημαντικότατου τέκνου του νεότερου Ελληνισμού, ενώ το τυπογραφείο ονομαζόταν»Φοίνιξ» παραπέμποντας στις προσδοκίες για αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους!


Ομαδική φωτογραφία ύστερα από εθνική γιορτή στο Παρθεναγωγείο Λευκάρων (γύρω στο 1920)

Αρρεναγωγείο Λευκάρων : Η καθιερωμένη ομαδική φωτογραφία στο τέλος της χρονιάς (γύρω στο 1925). Ένας από τους μικρούς πρέπει να είναι και ο «Παντελής» του οποίου το όνομα αναγράφεται με μολύβι.

[Από το οικογενειακό φωτογραφικό αρχείο Έλλης Τρεππίδου Χριστοφόρου]

Το δημοτικό σχολείο «Ελένειον», ένα από τα παλαιότερα ιστορικά σχολεία της Λευκωσίας, κτίστηκε το 1925 με δωρεά του μεγαλεμπόρου Κωνσταντίνου Σ. Λοϊζίδη (1862-1937) στη μνήμη της κόρης του Ελένης, που είχε πεθάνει λίγα χρόνια προηγουμένως σε ηλικία εικοσιδύο χρονών.

Με πρώτο διευθυντή του τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο (1882-1962), για εικοσιδύο χρόνια, δημιούργησε όνομα και αίγλη που διατηρήθηκε και στις επόμενες δεκαετίες. Πολλές γνωστές προσωπικότητες του τόπου, όπως ο εθνικός αγωνιστής Ροδίων Γεωργιάδης, ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης κ.ά.  ήταν απόφοιτοι των πρώτων χρόνων του σχολείου. Το σχολείο, κατά καιρούς, είχε και τουρκοκυπρίους αποφοίτους.

Πρόσοψη (κεντρικό τμήμα) του σχολείου

Από αναμνήσεις του γιατρού και ποιητή Κύπρου Χρυσάνθη (1915-1998), αποφοίτου της σχολικής χρονιάς 1926-1927, μεταφέρονται εδώ δύο αποσπάσματα:

«Τον Οκτώβρη του 1925 γραφτήκαμε στο Ελένειο. Καινούριο σχολείο, ελληνικού ρυθμού όπως μας είπαν, πέτρινο από πουρόπετρα, μ’ ευρύχωρες φωτεινές αίθουσες και μεγάλους διαδρόμους ―ύψος, ύψος παντού… και με αίθουσα συγκεντρώσεων στο ανώι, γεμάτη παράθυρα και φως. Εμείς που κατοικούσαμε μέσα από τα τείχη (πολύ λίγοι είχαν τα σπίτια τους έξω από τα τείχη, μετρημένοι στα δάκτυλα του χεριού) έπρεπε να πάρουμε γραμμή την τάφρο, που πρασινολογούσε με τα πολλά δέντρα και τους θάμνους της, ή να κατεβούμε από μια στενή κι απότομη σκάλα που σχεδόν κρεμόταν από το τείχος μέσα στην τάφρο. Συνήθως προτιμούσαμε γραμμή όλη την τάφρο, που ήταν για μας πιο βολικό, διασκεδάζοντας με την απεριποίητη αλλά πλούσια φυσική ομορφιά της. Τότε η τάφρος ονομαζόταν στη μαθητική ορολογία ‘κάτω στο τεισιόν’. Διευθυντής μας ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος, ένας κοκκινοπρόσωπος φαλακρός δάσκαλος όλο νεύρο και δραστηριότητα, αυστηρός αλλά όχι βάναυσος, χωρίς και να γλυτώνουμε από το ξυλαρίδι του όταν ήταν στα μπουρίνια του. […]

Και καταλήγει ο λόγος μου αυτός, η αναδρομή στα περασμένα χρόνια, στο διευθυντή μας Χαράλαμπο Παπαδόπουλλο. Τα αισθήματά μας γι’ αυτόν ήταν ένα αμάλγαμα σεβασμού και φόβου. Ήταν αυτός αυστηρός αλλά προσέγγιζε τους μαθητές, ιδίως της τάξης του, της έκτης. Πρόσφερνε με τη διδασκαλία του πολλές γνώσεις, ουσιαστικές, χωνεμένες και όχι τυπικές. Αφήνω πως αρκετά από τα σχολικά βιβλία ήταν δικής του συγγραφής. Ξεχωριστά μένει στο μυαλό μου μια Υγιεινή του με μερικές εικόνες εντυπωσιακές για τα χρόνια εκείνα των πολύ φτωχών και γυμνών εκδόσεων, των πολύ πρωτόγονων, όπως π.χ. μια εικόνα στο κεφάλαιο της λύσσας. Ως σήμερα θυμάμαι πόσο μας άγγιζαν οι περιγραφές του για επιδημίες. Αλλά και το ξυλαρίδι του δεν μας έλειπε. Στο αριστερό μου φρύδι κάποτε πληγώθηκα, γιατί κοιτάζοντας να του ξεφύγω για να γλυτώσω από το ξυλοφόρτωμα με τη γυαλιστερή του ρίγα, κτύπησα κάπου. Ε! Τότε με περιποιήθηκε υποδειγματικά, αναβάλλοντας την τιμωρία αργότερα που θα γιατρευόμουν. Σε κατοπινά χρόνια συνεργαστήκαμε με τον Παπαδόπουλλο στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, όπου μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω την άλλη, την ελεύθερη εκπαιδευτική του δράση ως εκδότη περιοδικού και συγγραφέα».

[Φυλλομετρώντας το βιβλίο ιστορίας και γεωγραφίας της Κύπρου του διευθυντή Αστικής Σχολής Ν. Ιερείδη, το οποίο εκδόθηκε το 1903 σε δεύτερη βελτιωμένη έκδοση, “προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων και ιδιαιτέραν μελέτην”, διαπιστώνεται πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος έως τα σχολικά βιβλία και τις εκπαιδευτικές αντιλήψεις των ημερών μας.

Στο βιβλίο του ο συγγραφέας εκτός από πολλές άσκοπες πληροφορίες  συχνά προβαίνει και σε ακραίους χαρακτηρισμούς για περιοχές ή κοινότητες του τόπου, πρακτική της οποίας, σήμερα, πολύ δύσκολα κατανοούμε την “παιδευτική” σημασία.

Πιο κάτω παρατίθενται δείγματα από το δεύτερο μέρος του βιβλίου («Κύπρος : Ήτοι δοκίμιον πατριδογραφίας, προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων») ―χωρίς να κατονομάζονται οι αναφερόμενοι τόποι, για ευνόητους λόγους!]

Από την “Εισαγωγή εις την Γεωγραφίαν” ―όπου προϊδεάζεται ο αναγνώστης για …ό,τι θα ακολουθήσει

«Γεωγραφία σημαίνει ζωγραφίαν ενός τόπου· όπως δε, όταν εκ τινος ζωγραφίας παραλειφθή μέλος τι, η εικών εκείνη είναι κολοβή, χάνει πολύ εκ της αξίας της, ούτω και εκ της Γεωγραφίας δεν πρέπει να παραλείπηται ουδέν των όσων απαιτούνται προς ακριβή και πλήρη κατανόησιν του γεωγραφομένου τόπου. Αλλά, καθώς δια να εννοήση τις το καλόν μιας εικόνος, την συμμετρίαν ή δυσαναλογίαν των μερών αυτής είναι ανάγκη να του το υποδείξη άλλος τις γνώστης των τοιούτων, καλλιτέχνης, ούτω και εν τη Γεωγραφία πρέπει να εξαίρωνται τα ωραία, να παριστώνται δε δια ζωηρών χρωμάτων τα άσχημα ενός τόπου, ίνα η εικών αυτού αποτυπωθή ζωηρώς εν τη συνειδήσει του αναγινώσκοντος…»

Μικρό “ανθολόγιο” από το βιβλίο

«Η Λευκωσία έξωθεν μεν παρατηρουμένη εκ των λόφων της Αγίας Παρασκευής με τα έξωθεν του τείχους αειθαλή δένδρα, με τους υψικόμους φοίνικας, με τους ουρανομήκεις μιναρέδες, με τους ωραίους θολωτούς θόλους της Αγ. Σοφίας, με τας καταλεύκους αυτής οικίας και τους εν αυταίς θαλερούς κήπους της παρουσιάζει μαγευτικήν θέαν· εσωτερικώς όμως είναι πόλις πληκτική και σκυθρωπή, καθ’ ότι αι οδοί αυτής είναι στεναί και ακανόνιστοι…

Οι Λευκωσιάται είναι άνθρωποι πεπαιδευμένοι, σοβαροί, οικονόμοι, φίλεργοι και όχι πολύ ομιλητικοί…»

*

«Κυθραία : το κλίμα αυτής είναι υγρόν, θερμόν το θέρος και όχι πολύ υγιεινόν, αι οδοί βορβορωδέσταται και αδιάβατοι τον χειμώνα».

*

«Οι […] κατάγονται εκ Χριστιανών, οίτινες ηρνήθησαν της Χριστιανικήν θρησκείαν κατά τας σκοτεινάς ημέρας, καθ’ ας ήκμαζον οι Τούρκοι. Τώρα ή εντρέπονται ή φοβούνται ν’ αφήσωσι την Τουρκικήν θρησκείαν· εις το κρυπτόν έχουσι όνομα χριστιανικόν, φυλάττουσι τας διατεταγμένας νηστείας της εκκλησίας μας, βαπτίζονται, μεταλαμβάνουν, δεν γνωρίζουν της Τουρκικήν γλώσσαν· αι γυναίκες των δεν φέρουσι σινδόνας κλπ., εις το φανερόν όμως ενδύονται, ονομάζονται και φέρονται ως Τούρκοι. [Σημ.― Η εκκλησία μας είχε χρέος να φροντίση περί αυτών καταλλήλως, και θα επετύγχανε· και τώρα είναι καιρός ακόμη]».

*

«[…] : Πολλοί εκ των χριστιανών καταγίνονται εις την βυρσοδεψικήν, προ πάντων αι γυναίκες αυτών· ένεκα τούτου μεγάλη ακαθαρσία και δυσωδία υπάρχει εις το χωρίον, αι δε γυναίκες είναι ακάθαρτοι…»

*

«[…] : Έχει 218 οικίας και 723 κατοίκους Έλληνας χριστιανούς, πτωχούς, απαιδεύτους και όχι ζωηρούς».

*

«[…] : Είναι άνθρωποι απαίδευτοι και ακάθαρτοι· αι οικίαι των είναι χαμηλαί και σκοτειναί».

*

«Οι […]  διακρίνονται των λοιπών κατοίκων της ορεινής εκ του ιδιαιτέρου τρόπου μεθ’ ου σύρουσι την φωνήν των, και εκ του βρακίου (κοινώς: τσαττάλας). Είναι άνθρωποι απαίδευτοι και βάρβαροι…»

*

«[…] : Έχουν δημοτικόν σχολείον· είναι άνθρωποι όχι ζωηροί· το κλίμα δεν είναι υγιεινόν, ένεκα φαίνεται της ακαθαρσίας των κατοίκων· το ύδωρ είναι υφάλμυρον».

*

«Η […]  είναι κώμη ξηρά και άδενδρος όλως διόλου. Παράγει δε μόνον δημητριακούς καρπούς· έχει θερμόν κλίμα και άθλιον φρεάτιον ύδωρ. Οι κάτοικοί του αν και γεωργούν αρκετόν σίτον, δεν τρώγουν ποτέ σίτινον άρτον, αλλά κρίθινον, κατάμαυρον, τρέφονται πολύ αθλίως. Τον καθαρόν άρτον της Λευκωσίας τον ονομάζουν ‘Πούλλαν’, τον μεταχειρίζονται ως φάρμακον εις τους ασθενείς· αν τις αποθάνη, οι συγγενείς του παρηγορούμενοι λέγουν: “τι να κάμωμεν; ως και πούλλαν τον εταΐσαμεν και δεν έγειανεν”. Έχει 124 οικίας και 629 κατοίκους χριστιανούς απαιδεύτους και βαρβάρους· αι γυναίκες λίαν ακάθαρτοι· καθ’ όλον το καλοκαίριον φορούσι μόνον έν βαμβακερόν υποκάμισον μακρόν και λίαν ακάθαρτον».

*

«Οι κάτοικοι της […] είναι άνθρωποι πτωχοί, αγράμματοι και αγροίκοι· φιλόξενοι όμως· τρέφονται και ενδύονται κακώς· κοιμώνται επί ψάθων· έχουν χαμηλάς και σκοτεινάς οικίας και φωτίζονται με δάδας “κοινώς: φωτιαίς) αι στέγαι των είναι κυριολεκτικώς κατάμαυροι· ο σύζυγος φωνάζει της συζύγου του δια του βρα (κοινώς: ρρα), η δ’ ευγενής σύζυγος επίσης δια του βρε (κοινώς: ρρε). Τα ενδύματά των, προ πάντων των γυναικών, είναι λίαν ακάθαρτα και με πλήθος κομματίων…»

*

«Οι […] είναι άνθρωποι όχι πολύ φιλόπονοι· αγαπώσι μάλλον να κάθηνται εις τα καφενεία, δεν συχνάζουν δε πολύ εις τας εκκλησίας· είναι πτωχοί».

*

«Οι […] είναι οι πτωχότεροι και αμαθέστατοι κάτοικοι της Κύπρου· έχουσιν αθλιεστάτας οικίας· εκ των ηθών και εθίμων φαίνεται ότι είναι ξένης καταγωγής. Ούτω π.χ. διατηρούσι την κόμην μακράν μέχρι των ώμων· αν δε τινες την κόπτωσιν, αφίνουσι όμως εις την κορυφήν της κεφαλής των αρκετάς τρίχας, αίτινες κατερχόμεναι μέχρι των ώμων, σχηματίζουσι είδος τι μακρού θυσάνου (φούντας). Εις την ομιλίαν των μεταχειρίζονται λέξεις αρχαίας ελληνικάς· ο τρόπος δε με τον οποίον σύρουσι την φωνήν των είναι όλως αλλοίος του τρόπου των άλλων κατοίκων».

[Ο φιλέλληνας Ambroise Firmin Didot (1790-1876), γόνος της μεγάλης γαλλικής οικογένειας των τυπογράφων-εκδοτών Didot, ήταν μαθητής και στενός φίλος του Αδαμάντιου Κοραή. Τον Μάρτιο του 1816, με προτροπή του δασκάλου του, πραγματοποιεί ταξίδι στην Ελλάδα, “έχοντας φλογερή επιθυμία” ―όπως γράφει― “να επισκεφθώ τη χώρα αυτή που την κατοικούν ακόμη οι απόγονοι ενός λαού του οποίου οι πράξεις και τα συγγράμματά μού είχαν γίνει πολύ γνωστά από την πολύ μικρή ηλικία”. Το ταξίδι του περιλάμβανε και την Κύπρο, όπου παρέμεινε από το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1816 έως τις 21-22 Ιανουαρίου 1817.

Δέκα χρόνια αργότερα ο Didot δημοσίεψε στο Παρίσι, ανωνύμως, περιγραφή του ταξιδιού του (Notes d’ un voyage fait dans le Levant en 1816 et 1817), από όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί, για το “Σχολείο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού” ―πρόδρομο του σημερινού “Παγκυπρίου Γυμνάσίου”.

Για την πολύτιμή βοήθειά του προς την αγωνιζόμενη Ελλάδα (που περιλάμβανε δωρεά τυπογραφικού πιεστηρίου που λειτούργησε στο Μεσολόγγι, εράνους οικονομικής στήριξης, κυκλοφορία έκκλησης για συμπαράσταση προς την Ελλάδα από τους λαούς της Ευρώπης, αλλά και σημαντικότατο πρόγραμμα εκδόσεων έργων αρχαίας ελληνικής γραμματείας) το ελεύθερο Ελληνικό κράτος έδωσε το όνομα του “Διδότου” σε κεντρική οδό της Αθήνας].

Ο αρχιεπίσκοπος ήξερε αρκετά καλά τα αρχαία ελληνικά και κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Λευκωσία τον επισκέφθηκα μερικές φορές. Η εξουσία του είναι παρόμοια με εκείνη του Τούρκου κυβερνήτη ο οποίος, αφού κατάφερε τώρα τελευταία, με διάφορες μηχανορραφίες, να ξαναδιοριστεί κυβερνήτης της Κύπρου, εξανάγκαζε τώρα το λαό να του πληρώσει τα έξοδα του ταξιδιού του στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγε για να εξασφαλίσει αυτό το διορισμό που ήταν, κατ’ ουσία, χαριστικός.

Το αρχιεπισκοπικό μέγαρο είναι για τους Έλληνες ένα είδος ειρηνοδικείου, και κάθε φορά που πήγαινα να δω τον αρχιεπίσκοπο, ήταν πάντα απασχολημένος σε δίκες. Όταν οι αντίδικοι δεν συμφωνήσουν με την απόφαση που εκδίδει, έχουν το δικαίωμα να καταφύγουν στον Τούρκο κυβερνήτη. Με το φόβο, όμως, του αφορισμού, ο αρχιεπίσκοπος κατορθώνει να κάνει σεβαστές τις αποφάσεις του, γιατί ο αφορισμός αποτελεί πάντα πολύ ισχυρό όπλο για τους Έλληνες.

Μια μέρα με πήγε να ιδώ το όμορφο μεγάλο σχολείο που φρόντισε να χτιστεί. Του εξέφρασα την ικανοποίησή μου και πρόσθεσα: “Είναι όμως σώμα χωρίς ψυχή, αφού ούτε βιβλία ούτε δασκάλους έχει”. Κι εκείνος μου απάντησε πως βιβλία και δασκάλους περιμένει από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Το 1927 κυκλοφορούσε στην Κύπρο ταχυδρομικό δελτάριο με σχέδιο μεγαλοπρεπούς κτηρίου που επιγραφόταν «Παγκύπρια Ελληνικά Εκπαιδευτήρια εν Λευκωσία». Το εικονιζόμενο κτίσμα είχε κάποια στοιχεία που θύμιζαν το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης, όμως δεν ταυτιζόταν με το ιστορικό σχολείο της πρωτεύουσας. Το σύνολο του σχεδίου, με τον έντονο αρχαιολατρικό συμβολισμό του, ίσως απλώς παρέπεμπε στους ελληνοκεντρικούς προσανατολισμούς της κυπριακής εκπαίδευσης.

Οι δύο φωτογραφίες που ακολουθούν είναι ενθυμήματα από τα πρώτα χρόνια ζωής της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας.

Το σχολείο ιδρύθηκε από τον αγγλικανό ιερέα F.D. Newham το 1910 και κατά την περίοδο στην οποία αναφέρονται οι φωτογραφίες λειτουργούσε στο παλαιότερο συγκρότημα κτηρίων του, κοντά στην πύλη Πάφου (όπου σήμερα βρίσκονται τα Δικαστήρια Λευκωσίας). Στις μόνιμες εγκαταστάσεις του, κοντά στο Προεδρικό, μεταφέρθηκε μετά το 1936.

EnglishSchoolJefferyΗ Αγγλική Σχολή (γύρω στα 1910), σε σχέδιο του αρχιτέκτονα και κατοπινού δευθυντή Αρχαιοτήτων George Jeffery.

EnglishSchool1922img926Αναμνηστική φωτογραφία καθηγητών και μαθητών της Αγγλικής Σχολής (1922). Στο κέντρο ο διευθυντής Canon F.D. Newham και αριστερά του ο ποιητής Δημήτρης Λιπέρτης, καθηγητής στη σχολή.

Ιουλίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31