You are currently browsing the category archive for the ‘Εκκλησία’ category.

Το μοναστήρι του Αγίου Προκοπίου (γνωστότερο ως «Μετόχι του Κύκκου»), που βρίσκεται στο Δήμο Έγκωμης, στη Λευκωσία, ήταν ο χώρος όπου είχε διαμείνει ο πρώτος άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου Sir Garnet Wolseley, μόλις έφθασε στη Λευκωσία τον Ιούλιο 1878. Στον περίβολό του στρατοπέδευσε το τμήμα στρατού που τον συνόδευε. Παρέμειναν εκεί για όσο διάστημα χρειαζόταν έως ότου αποκτήσουν μονιμότερη στέγη.

Δέκα χρόνια αργότερα ο άγγλος συγγραφέας William H. Mallock (1849-1923) γράφει για το Μετόχι :

«Βρίσκεται σε εύφορο τμήμα της μεγάλης κεντρικής πεδιάδας, κοντά σε κήπους με δέντρα και δασώδη κοινότητα. Εξωτερικά παρουσιάζει εικόνα ασφαλώς γραφική, όμως θυμίζει περισσότερο αγρόκτημα παρά μοναστήρι. Η εκκλησία έχει κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, αυστηρή μέσα στην αρχαϊκή απλότητά της παρ’ ότι από πηλό και ασβέστη. Όσο για για την εσωτερική εικόνα ζωής αυτή είναι η αναμενόμενη. Μελαχρινοί μοναχοί με μακριά μαλλιά, και καλόβολες φυσιογνωμίες αλλά εντελώς αναλφάβητοι, γυροφέρνουν σε τυχαίες ομάδες, έτοιμοι να εξαντλήσουν την περιέργειά τους για τον επισκέπτη με ερωτήματα που θα ήσαν πολύ ενοχλητικά αν δεν κρίνονταν ως παιδιάστικα».

Μετόχι του Κύκκου : Εξωτερική άποψη (1888)

Μετόχι του Κύκκου : Εσωτερική άποψη (1888)

Advertisements

Η ειδυλλιακή περιοχή και η εκκλησία της Αγίας Μαύρης [Μαύρας] κοντά στο Κοιλάνι, όπως αντιστοίχως αποτυπώνονταν σε φωτογραφία και σχέδιο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Ο γιγαντιαίος πλάτανος της Αγίας Μαύρης, σε φωτογραφία του 1905

Η εκκλησία της Αγίας Μαύρης (σχέδιο του αρχιτέκτονα George Jeffery, 1918)

Το 1949, το περιοδικό Ελληνική Δημιουργία, του Σπύρου Μελά, δημοσίευσε αφιέρωμα στην Κύπρο με εξώφυλλο όπου παρουσιαζόταν σύνθεση με προσωπογραφία του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Η απεικόνιση του μαρτυρικού αρχιεπισκόπου στηριζόταν σε προσωπογραφία του που ανήκει στις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη.

Μερικές δεκαετίες αργότερα (1980) ο προσωπογράφος και ιστοριοδίφης Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, ο οποίος έχει ασχοληθεί συστηματικά με τις ιστορικές οικογένειες της Κύπρου, με τεκμηριωμένο δημοσίευμά του επανόρθωνε το λάθος: η προσωπογραφία δεν ήταν του Κυπριανού, αλλά παρουσίαζε τον αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτο Θησέα, συγγενή του Κυπριανού!

Ο Θεοφύλακτος Θησεύς, γιός του Παπά Σάββα από τον Στρόβολο, εξαδέλφου του Κυπριανού, είχε πολυτάραχη δραστηριότητα: Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821, μετά την εκατόμβη του κυπριακού ’21 είχε συνυπογράψει διακήρυξη υπέρ της απελευθέρωσης της Κύπρου, λίγο αργότερα έχασε το ένα χέρι του σε μάχη κατά των Τούρκων και το 1833 είχε ανάμιξη στη στάση της Λάρνακας η οποία είχε υποκινηθεί από τον αδελφό του Νικόλαο.

Η προσωπογραφία, ως «μινιατούρα» για χρήση σε εγκόλπιο, είχε γίνει πιθανώς στη Γενεύη και ο προηγούμενος κάτοχός της, ο συγγραφέας Ονούφριος Ι. Ιασονίδης (1846-1916) ―προσωπικότητα με πολλές αμφιλεγόμενες δραστηριότητες [βλ. και ανάρτηση αρ. 67]― την είχε δωρίσει, το 1896, στο Μουσείο Μπενάκη δηλώνοντας ότι απεικονίζει τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό.

Η μοναδική αυθεντική προσωπογραφία του αρχιεπισκόπου Κυπριανού βρίσκεται στην ιερά μονή Μαχαιρά.

Το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου Άρπερας, περίπου δυόμισι χιλιόμετρα ΒΑ του χωριού Τερσεφάνου, στην επαρχία Λάρνακας, κτίστηκε το 1745 από τον Χριστοφάκη Κωνσταντίνου, ο οποίος υπήρξε «ο πρώτος γνωστός από τους δραγομάνους του 18ου αιώνα».

Όπως μας πληροφορεί ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου (Βενετία 1788), πέντε χρόνια αργότερα «τον μακαρίτην Χριστοφάκην Δραγομάνον εσκότωσαν οι Οσμάνοι, την Αγίαν Κυριακήν παγαίνοντας εις την αγίαν εκκλησίαν δια να ακούση τον καλόν λόγον, μισοδρομίς του ακτύπησαν και επόθανεν». Η δολοφονία έγινε με εντολή του οθωμανού τύραννου της Κύπρου Χατζη-Μπακκή.

Το εξωκλήσι, κτισμένο μέσα σε τσιφλίκι του δραγομάνου, τοιχογραφήθηκε από τους ζωγράφους Φιλάρετο και Λαυρέντιο. Σε αναθηματική τοιχογραφία απεικονίζεται ο Χριστοφάκης με μέλη της οικογένειάς του να προσφέρουν την εκκλησία στον Άγιο Γεώργιο.

Σε άλλο σημείο διασώζεται επιγραφή όπου αναφέρονται τα ονόματα ζωντανών και πεθαμένων μελών της οικογένειας του δραγομάνου για να μνημονεύονται από τους ιερείς. Συνολικά αναγράφονται, εκτός του Χριστοφάκη, 16 ζωντανά και 9 πεθαμένα παιδιά του.

Εκείνο που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, και έχει επισημανθεί σε δημοσίευμα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, είναι η παράλειψη αναφοράς του ονόματος της συζύγου του Χριστοφάκη, παρ’ ότι η ίδια ίσως περιλαμβάνεται στην αναθηματική τοιχογραφία της οικογένειας. Όπως αποδεικνύεται από κατοπινή έρευνά του,  η σύζυγος του Χριστοφάκη ζούσε και με τα τη δολοφονία του, γι’ αυτό και η παράλειψη του ονόματός της στον κατάλογο μνημόνευσης οδηγεί τον συγγραφέα σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις:

«Εν τέλει, η τοιχογραφία των αφιερωτών στον Άγιο Γεώργιο της Άρπερας μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για την κυπριακή κοινωνία των μέσων του 18ου αιώνα απ’ ό,τι ήταν μέσα στις προθέσεις του κτήτορα. Μας αποκαλύπτει κυρίως τις δομές της ανισότητας που επέβαλλαν, με την τόσο συμβολικά ισχυρή ανωνυμία, την υποταγή και την εξαφάνιση της προσωπικότητας της γυναίκας, και τη μεταβολή της, ακόμη και ως προς την προσωνυμία, σε απλό εξάρτημα του άνδρα». [Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Η ανωνυμία μιας ‘επώνυμης’ γυναίκας στην Κύπρο του 18ου αιώνα». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας τ. 27(2006): 514].

[Ο καθηγητής Richard MacGillivray Dawkins (1871-1955), διευθυντής της Αγγλικής (Αρχαιολογικής) Σχολής Αθηνών κατά την περίοδο 1906-1914 είναι περισσότερο γνωστός στην Κύπρο κυρίως για το δίτομο έργο του Leontios Makhairas, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, το οποίο κυκλοφόρησε το 1932. Για τον χρονογράφο Μαχαιρά δημοσίευσε επίσης μία ομιλία, καθώς και το μελέτημα “On a hagiographical source used by Leontios Makhairas” (περ. Κυπριακά Χρονικά, τόμος ΙΑ΄, τεύχος Α΄, Ιανουάριος-Μάρτιος 1935).

Από προηγηθείσα επίσκεψή του R. M. Dawkins στην Κύπρο, τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 1928, είναι τα ακόλουθα δύο δημοσιεύματα]

“Ευρίσκεται από τινων ημερών εν τη νήσω επί τω σκοπώ να μελετήσει επιτοπίως την Κυπριακήν διάλεκτον, ο κ. R. M. Dawkins, M.A. (Cant. & Oxon.) καθηγητής της Βυζαντινής και νεωτέρας Ελληνικής εν τω Πανεπιστημίω της Οξφόρδης. Ο κ. Dawkins εχρημάτισεν επί πολλά έτη Διευθυντής της εν Αθήναις Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής και γνωρίζει καλώς την Ελληνικήν. Συνέγραψε μελέτην περί της Κυπριακής γλώσσης (1921) και εδημοσίευσεν διαφόρους αρχαιολογικάς πραγματείας. Απόψε ο καθηγητής, τη προσκλήσει του Κυβερνήτου θα κάμει διάλεξιν εν τη Δημοσία Βιβλιοθήκη Λευκωσίας, περί Λεοντίου Μαχαιρά. Το θέμα είναι λίαν ενδιαφέρον.

Ο κ. Dawkins θα επισκεφθή προσεχώς την Λάρνακα”. [Εφημ. Ισότης, Σάββατον 25 Φεβρουαρίου 1928].

“Ο καθηγητής κ. Dawkins έκαμε, ως εγράψαμεν ήδη, το παρ. Σάββατον διάλεξιν περί Λεοντίου Μαχαιρά. Ο κ. καθηγητής κατέγινεν επί πολλά έτη εις την μελέτην χειρογράφου τινός του Μαχαιρά θα εκδώσει δε προσεχώς μελέτην επί του εν λόγω χειρογράφου. Ο κ. Dawkins ήτο εις Λάρνακα την Πέμπτην και την επαύριον ανεχώρησεν εις Πάφον”. [Εφημ. Ισότης, Σάββατον 3 Μαρτίου 1928].

Η αγιογραφική πηγή στην οποία αναφέρεται ο καθηγητής Ντώκινς, περιλαμβάνεται σε χειρόγραφο που ανήκει στη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Από εκεί αντιγράφει ο ίδιος και το απόσπασμα για την επίσκεψη της Παναγίας στην Κύπρο:

[Το 1952, σε ταξίδι της στην Κύπρο η αθηναία ζωγράφος και συγγραφέας Αθηνά Ταρσούλη (1884-1975) επισκέφθηκε και την ιερά Μονή Σταυροβουνίου, όπου έκανε μερικά σχέδια. Από σχετικό κείμενό της, δημοσιευμένο δύο χρόνια αργότερα στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού Νέα Εστία για την Κύπρο, είναι το σχέδιο και το απόσπασμα που ακολουθεί. (Το ίδιο κείμενό αναδημοσιεύθηκε και στον β΄ τόμο της έκδοσή της για την Κύπρο, που κυκλοφόρησε το 1963)].

“Ο περιποιητικός εφημέριος πάτερ Μακάριος, που είναι και ο ράφτης του μοναστηριού, μας λέει πως όλοι οι μοναχοί του Σταυροβουνιού είναι παπουτσήδες, άλλοι μαραγκοί και χτιστάδες, άλλοι γεωργοί όπως και ο ηγούμενος αιδεσιμότατος πάτερ Γερμανός που βρίσκεται τώρα στους αγρούς και οργώνει μόνος τα χωράφια με σύγχρονα μηχανήματα.

Ο καλός εφημέριος μάς περιγράφει και το πώς στραγγίζουν οι μοναχοί από τα μελίσσια τους το ευωδιαστό μέλι. Αφού πάρουν τις κερήθρες από τις κυψέλες τις βάζουν μέσα σε καθαρές κόφες καθισμένες πάνω σε μια γούρνα τρυπημένη. Χτυπούν δυνατά τις κερήθρες όσο να λυώσουν και τις πλακώνουν με μια βαριά μυλόπετρα, ενώ ταυτόχρονα το μέλι αρχίζει να στάζει από τις κόφες στη γούρνα. Το κατασταλαγμένο μέλι το σουρώνουν περνώντας το από σακούλια. ‘Ετσι πεντακάθαρο και μοσχοβολιστό, κίτρινο όπως το κεχριμπάρι και διάφανο σαν κίτρινο διαμάντι, το φημισμένο μέλι του Σταυροβουνιού μπαίνει στα δοχεία και μοσχοπουλιέται”.

[Ο φιλέλληνας Ambroise Firmin Didot (1790-1876), γόνος της μεγάλης γαλλικής οικογένειας των τυπογράφων-εκδοτών Didot, ήταν μαθητής και στενός φίλος του Αδαμάντιου Κοραή. Τον Μάρτιο του 1816, με προτροπή του δασκάλου του, πραγματοποιεί ταξίδι στην Ελλάδα, “έχοντας φλογερή επιθυμία” ―όπως γράφει― “να επισκεφθώ τη χώρα αυτή που την κατοικούν ακόμη οι απόγονοι ενός λαού του οποίου οι πράξεις και τα συγγράμματά μού είχαν γίνει πολύ γνωστά από την πολύ μικρή ηλικία”. Το ταξίδι του περιλάμβανε και την Κύπρο, όπου παρέμεινε από το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1816 έως τις 21-22 Ιανουαρίου 1817.

Δέκα χρόνια αργότερα ο Didot δημοσίεψε στο Παρίσι, ανωνύμως, περιγραφή του ταξιδιού του (Notes d’ un voyage fait dans le Levant en 1816 et 1817), από όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί, για το “Σχολείο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού” ―πρόδρομο του σημερινού “Παγκυπρίου Γυμνάσίου”.

Για την πολύτιμή βοήθειά του προς την αγωνιζόμενη Ελλάδα (που περιλάμβανε δωρεά τυπογραφικού πιεστηρίου που λειτούργησε στο Μεσολόγγι, εράνους οικονομικής στήριξης, κυκλοφορία έκκλησης για συμπαράσταση προς την Ελλάδα από τους λαούς της Ευρώπης, αλλά και σημαντικότατο πρόγραμμα εκδόσεων έργων αρχαίας ελληνικής γραμματείας) το ελεύθερο Ελληνικό κράτος έδωσε το όνομα του “Διδότου” σε κεντρική οδό της Αθήνας].

Ο αρχιεπίσκοπος ήξερε αρκετά καλά τα αρχαία ελληνικά και κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Λευκωσία τον επισκέφθηκα μερικές φορές. Η εξουσία του είναι παρόμοια με εκείνη του Τούρκου κυβερνήτη ο οποίος, αφού κατάφερε τώρα τελευταία, με διάφορες μηχανορραφίες, να ξαναδιοριστεί κυβερνήτης της Κύπρου, εξανάγκαζε τώρα το λαό να του πληρώσει τα έξοδα του ταξιδιού του στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγε για να εξασφαλίσει αυτό το διορισμό που ήταν, κατ’ ουσία, χαριστικός.

Το αρχιεπισκοπικό μέγαρο είναι για τους Έλληνες ένα είδος ειρηνοδικείου, και κάθε φορά που πήγαινα να δω τον αρχιεπίσκοπο, ήταν πάντα απασχολημένος σε δίκες. Όταν οι αντίδικοι δεν συμφωνήσουν με την απόφαση που εκδίδει, έχουν το δικαίωμα να καταφύγουν στον Τούρκο κυβερνήτη. Με το φόβο, όμως, του αφορισμού, ο αρχιεπίσκοπος κατορθώνει να κάνει σεβαστές τις αποφάσεις του, γιατί ο αφορισμός αποτελεί πάντα πολύ ισχυρό όπλο για τους Έλληνες.

Μια μέρα με πήγε να ιδώ το όμορφο μεγάλο σχολείο που φρόντισε να χτιστεί. Του εξέφρασα την ικανοποίησή μου και πρόσθεσα: “Είναι όμως σώμα χωρίς ψυχή, αφού ούτε βιβλία ούτε δασκάλους έχει”. Κι εκείνος μου απάντησε πως βιβλία και δασκάλους περιμένει από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Στην τουρκοκρατούμενη σήμερα Τρεμετουσιά (διάδοχο κοινότητα της αρχαίας πόλης της Τριμυθούντος) βρίσκεται η εκκλησία της μονής Αγίου Σπυρίδωνα, του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 12 Δεκεμβρίου.

Ο Άγιος Σπυρίδων (γύρω στα 270–358) γεννήθηκε στην Άσσια και υπήρξε επίσκοπος Τριμυθούντος με σημαντική παρουσία στην εκκλησιαστική ιστορία. Μετά το θάνατό του και για περίπου τρεις αιώνες το λείψανό του παρέμενε στην εκκλησία της μονής. Τον έβδομο αιώνα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί (γύρω στα 1456) στην Κέρκυρα, της οποίας είναι πολιούχος άγιος. [Ακολουθούν δύο ενθυμήματα αναφερόμενα στην εκκλησία του στην Τρεμετουσιά κι ένα της Κέρκυρας].

Πιστοποιητικό παραλαβής από εκπρόσωπο της μονής Αγίου Σπυρίδωνα, στην Τρεμετουσιά, ιερού κειμηλίου που στάλθηκε από την Κέρκυρα

Κέρκυρα : «Το ιερόν λείψανον κατά παλαιάν ξυλογραφίαν»

Η Μονή Παναγίας Αχειροποιήτου, στην παραλία κοντά στην τουρκοκρατούμενη Λάπηθο, ιδρύθηκε γύρω στα τέλη 11ου-αρχές 12ου αιώνα. Η Μονή είχε γνωρίσει τουρκικές καταστροφές και παλαιότερα.

Ο γερμανός περιηγητής Heinrich Petermann, ο οποίος την επισκέφθηκε το 1851, αναφέρει στο βιβλίο του Reisen im Orient (Λιψία 1865), ότι περίπου ενενήντα χρόνια προηγουμένως, τούρκοι ληστές από την Καραμανιά επιτέθηκαν και την καταλήστεψαν. Φεύγοντας έκαψαν τη Μονή και τη βιβλιοθήκη της.

[Οι δύο φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από έκδοση του 1925].

Η εκκλησία Παναγίας Αγγελόκτιστης, στο Κίτι, κτίσμα του 11ου αιώνα επάνω σε παλαιοχριστιανικό ναό του 5ου αιώνα, είναι πολύ γνωστή για το μεγάλης τέχνης ψηφιδωτό της (του 6ου αιώνα) το οποίο παρουσιάζει την Παναγία ιστάμενη να κρατά τον Χριστό έχοντας δεξιά και αριστερά τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Λιγότερο γνωστή είναι η γενική εξωτερική εικόνα που παρουσίαζε η εκκλησία έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, λόγω δραστικών επεμβάσεων: είχε μετακινηθεί το καμπαναριό από την αρχική θέση του με παράλληλη αύξηση του ύψους του, και διακοσμητικοί σταυροί μεγάλου σχήματος είχαν προστεθεί στην πρόσοψη. Η επαναφορά στην «ιστορική» όψη ―αυτή που βλέπουμε σήμερα― έγινε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.

Angeloktisti1

Η εκκλησία όπως την γνώριζαν οι παλαιότεροι

Angeloktisti2

Η εκκλησία όπως είναι σήμερα

Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930