You are currently browsing the category archive for the ‘Αγροτική ζωή’ category.

Τα υδρευτικά έργα τα οποία άρχισε να κατασκευάζει η αγγλική Κυβέρνηση Κύπρου το 1899 στην περιοχή Αχερίτου, περιλαμβανομένου μεγάλου φράγματος, υπολογιζόταν ότι θα ικανοποιούσαν τις υδατικές ανάγκες μεγάλου τμήματος της Μεσαορίας.

Τα έργα σχεδιάστηκαν από τον άγγλο μηχανικό  J. H. Medlicott, του Indian Irrigation Department και η κατασκευή τους πραγματοποιήθηκε από τους επίσης άγγλους εργολάβους  Charles και Percy Christian.

Δύο φωτογραφίες ―του 1900― από τις εργασίες κατασκευής, παρουσιάζονται πιο κάτω.

«Τοίχος νέου υδατοφράκτη Αχερίτου»

«Αρχαία θυρίδα εκροής υδατοφράκτη Αχερίτου»

Η επίπονη διαδικασία παραγωγής καρβούνων, όπως γίνεται ακόμη σε μερικές κοινότητες της Κύπρου, π.χ. στον Κάτω Πύργο Τηλλυρίας, παραμένει αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες. Αυτή ακριβώς η έλλειψη προσαρμογής σε νεότερες μεθόδους αποτελεί ίσως και τη βασική αιτία που το επάγγελμα του παραδοσιακού καρβουνιάρη (ειδικότερα δε του παραγωγού καρβούνων) ολοένα και εγκαταλείπεται και σε λίγα χρόνια θα συγκαταλέγεται σε εκείνα που χάθηκαν.

Η κατασκευή του καμινιού για κάψιμο των ξύλων, ένα “έργο τέχνης” όπως διαπιστώνεται και από τις φωτογραφίες που ακολουθούν, γίνεται από έμπειρο επαγγελματία, ο οποίος μαθήτεψε σε παλαιότερο καρβουνιάρη (συνήθως της οικογένειάς του).

Για καλής ποιότητας κάρβουνα χρησιμοποιούνται σκληρά ξυλα τα οποία τοποθετούνται με λοφοειδή κυκλική διάταξη και σκεπάζονται με χλωρά αλλά και ξερά χόρτα. Επάνω σ’ αυτά τοποθετείται χώμα ώστε να καλυφθούν όλες οι τρύπες και να αποκλειστεί κάθε πηγή οξυγόνου από την ατμόσφαιρα, που θα προκαλούσε γρήγορη καύση και καταστροφή των καρβούνων. Από την κορυφή του σωρού έως τη βάση του αφήνεται τρύπα από την οποία ο καρβουνάρης θα βάλει το προσάναμμα και κατόπιν θα τη σκεπάσει. Στη βάση του καμινιού λίγες μικρές τρύπες διατηρούν την κρυφή φλόγα καθ’ όλη τη διαδικασία της καύσης. Κάτω από το άγρυπνο μάτι του καρβουνιάρη η διαδικασία καύσης διαρκεί  δύο-τρεις μέρες κι άλλες τόσες έως ότου κρυώσουν τα κάρβουνα.

Σε πρόσφατες φωτογραφίες (καλοκαίρι 2010) που ακολουθούν παρουσιάζονται τέσσερα στιγμιότυπα από τη διαδικασία παραγωγής καρβούνων : στήσιμο του σωρού, κάλυψη καμινιού, άναμμα και ολοκλήρωση του έργου πριν από το άνοιγμα του καμινιού.


Μεγάλο πρόβλημα για τα κυπριακά δάση υπήρξε έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η ανεξέλεγκτη βοσκή στα κυπριακά δάση, ιδίως από κοπάδια αιγών που κατέστρεφαν ανεπανόρθωτα την ανάπτυξη δέντρων και φυτών. Για το λόγο αυτό το Τμήμα Δασών της αγγλικής Κυβέρνησης Κύπρου εισήγαγε αυστηρούς περιοριστικούς νόμους βοσκής σε δάση και παράλληλα ενθάρρυνε δραστική μείωση του αριθμού αιγών στην Κύπρο.

Ως αντίδραση σ’ αυτή την πολιτική πρέπει να ερμηνευθεί το πιο κάτω σχέδιο, δημοσιευμένο σε εφημερίδα της Λάρνακας το 1927, όπου υπογραμμίζεται με έντονο τρόπο η «ζημιά» σε συγκεκριμένη αγροτική κοινότητα της επαρχίας (του χωριού Ξυλοτύμβου) από την πολιτική του «Δασονομείου» Τμήματος Δασών) κατά των αιγοτρόφων : το φίδι (Δασονομείο) τυλίγεται γύρω από την αίγα (αιγοτροφία) με σκοπό να την πνίξει!

(Φωτογραφία δεκαετίας 1930)

[Πιτσιλιά: σύμπλεγμα 47 κοινοτήτων στην ορεινή περιοχή του Τροόδους, από τις οποίες 20 ανήκουν στην επαρχία Λευκωσίας, 22 στην επαρχία Λεμεσού και 5 στην επαρχία Λάρνακας].

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από δημοσίευμα σε κυπριακή εφημερίδα του Μαρτίου 1928:

“Σε κανένα μέρος του νησιού μας δεν θα βρει κανείς τόσο εργατικούς ανθρώπους όπως στην Πιτσιλιά. Κατοικούν στα πιο φτωχά και πιο άγονα μέρη της Κύπρου. Κατοικούν σε γη που τα ¾ της είναι σχεδόν εντελώς άγονη, πυριγενή πετρώματα απάνω στα οποία δεν μπορεί να βλαστήσει και να ζήσει το πιο ταπεινό χορτάρι. Κι όμως! Ο εργατικος Πίτσιλος που ’ναι υποχρεωμένος να ζήσει πάνω σε μια τέτοια γη, τόσο σκληρή μητέρα γη, με το σκληρό και δυνατό του χέρι, με τον αγιασμένον ιδρώτα του σπάζει τους βράχους αυτούς, συγκρατεί με δόμες βασανιστικές το χώμα που πολλές φορές κουβαλά στη ράχη του, και μεταβάλλει την άγονην αυτή γη σε γόνιμο περιβολάκι για να φυτέψει σ’ αυτό τα φυντούκια του, την καρυδιά του, τη μηλιά του, τις κληματαριές του, τις πατάτες του, το φασούλι του, για να φυτέψει το αμπέλι του, την αμυγδαλιά του, το δένδρο του. Είναι υποχρεωμένος να ζήσει έτσι. Η γη που έλαχε στα χέρια του τον αναγκάζει να δουλεύει πολύ και να πληρώνεται λίγο.

Σκυλί στη δουλειά ο Πίτσιλος αλλά και σκυλί στην οικονομία, την οικονομία που σχεδόν δεν έχει όρια, που είναι αφάνταστη. Και ο πιο πλούσιος να πούμε ―αν ταιριάζει η λέξη για Πίτσιλο― περιορίζει τις ανάγκες της ζωής του στο τελευταίο δυνατόν όριο για να περισσέψει κάτι, για να αγοράσει κανένα κομμάτι κτήμα στα παιδιά του.

Οι καφενόβιοι και οκνηροί, οι άσωτοι αυτοί του χρόνου, μετρούνται στο κάθε χωριό, στα δάκτυλα του ενός χεριού. Χειμώνα-καλοκαίρι, μέσα στις βροχές και τις παγωνιές του χειμώνα και μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, πεθαίνει, ξεθεώνεται στη δουλειά άνδρας και γυναίκα, μικρός και μεγάλος, με τροφή το μαύρο κριθαρένιο ψωμί, τις ελιές που δεν τις έχει κι αυτές πάντα, το κρεμμύδι και το κρασί, τακτικό μόνον τον χειμώνα. εις την μαγειρική τους το κρέας είναι μια μεγάλη πολυτέλεια και το τρώνε μόνο κάθε Σήκωση και Πάσχα κι όχι όλες οι οικογένειες. Τρώνε χοιρινό κρέας! Η κάθε οικογένεια θα αναγιώσει ένα χοίρο 40-60 οκάδες κι αφού πωλήσει απ’ αυτόν τα λουκάνικα και χοιρομέρια θα τραφεί με το υπόλοιπο ένα ολόκληρο χρόνο! Γάλα, εκτός από περίπτωση αρρώστιας, δεν χρησιμοποιούν και στην αρρώστια ακόμα πρέπει να το επιβάλει ο γιατρός με βλαστημιές και τις φωνές. Είναι αρκετά λίγο ξινόγαλο που ξινίζει μονάχο του, αφού κάθε οικογένεια κατασκευάσει για το σπίτι 6-8 οκάδες χαλούμια και αναράδες και 5-6 οκάδες τραχανά για όλο το χρόνο. Σπουδαίο ρόλο στη μαγειρική παίζει η πατάτα και τα όσπρια. Λιτότητα απίστευτη κι όμως αληθινή.

Τα σπίτια τους; Τρώγλες σωστές τα περισσότερα και τα ρούχα τους ράκη με τόσα κομμάτια πολλές φορές που δύσκολα διακρίνεις το αρχικό φόρεμα, όλα της εγχωρίου βοπμηχανίας. Ζωή βάσανο, ζωή μαρτύριο, ζωή που δεν μπορεί να τη ζήσει ανθρώπινον ον κι όμως την ζει ο Πίτσιλος χωρίς να μουρμουρά και πολύ-πολύ γι’ αυτήν”. (Πιτσιλιά 27.2.1928)


Και για σύγκριση: Η κοινότητα Αγρού όπως έχει σήμερα


[Το 1952, σε ταξίδι της στην Κύπρο η αθηναία ζωγράφος και συγγραφέας Αθηνά Ταρσούλη (1884-1975) επισκέφθηκε και την ιερά Μονή Σταυροβουνίου, όπου έκανε μερικά σχέδια. Από σχετικό κείμενό της, δημοσιευμένο δύο χρόνια αργότερα στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού Νέα Εστία για την Κύπρο, είναι το σχέδιο και το απόσπασμα που ακολουθεί. (Το ίδιο κείμενό αναδημοσιεύθηκε και στον β΄ τόμο της έκδοσή της για την Κύπρο, που κυκλοφόρησε το 1963)].

“Ο περιποιητικός εφημέριος πάτερ Μακάριος, που είναι και ο ράφτης του μοναστηριού, μας λέει πως όλοι οι μοναχοί του Σταυροβουνιού είναι παπουτσήδες, άλλοι μαραγκοί και χτιστάδες, άλλοι γεωργοί όπως και ο ηγούμενος αιδεσιμότατος πάτερ Γερμανός που βρίσκεται τώρα στους αγρούς και οργώνει μόνος τα χωράφια με σύγχρονα μηχανήματα.

Ο καλός εφημέριος μάς περιγράφει και το πώς στραγγίζουν οι μοναχοί από τα μελίσσια τους το ευωδιαστό μέλι. Αφού πάρουν τις κερήθρες από τις κυψέλες τις βάζουν μέσα σε καθαρές κόφες καθισμένες πάνω σε μια γούρνα τρυπημένη. Χτυπούν δυνατά τις κερήθρες όσο να λυώσουν και τις πλακώνουν με μια βαριά μυλόπετρα, ενώ ταυτόχρονα το μέλι αρχίζει να στάζει από τις κόφες στη γούρνα. Το κατασταλαγμένο μέλι το σουρώνουν περνώντας το από σακούλια. ‘Ετσι πεντακάθαρο και μοσχοβολιστό, κίτρινο όπως το κεχριμπάρι και διάφανο σαν κίτρινο διαμάντι, το φημισμένο μέλι του Σταυροβουνιού μπαίνει στα δοχεία και μοσχοπουλιέται”.

[Η τουρκική νομοθεσία στην Κύπρο ―την οποία κληρονόμησε (και για πολλές δεκαετίες διατήρησε) η Αγγλική κυβέρνηση του τόπου― περιλάμβανε πολλά παράδοξα, τουλάχιστον σε θέματα ιδιοκτησίας, όπως καταγράφει στο σημείωμά του ο κερυνειώτης Σάββας Χρίστης (δημοσιευμένο τον Ιανουάριο 1923). Με πολύ κέφι ο Χρίστης, στο ενδιαφέρον σημείωμά του προσθέτει και ένα σχετικό σατιρικό στιχούργημά του. (Για τον Σ. Χρίστη βλ. και ανάρτηση αρ. 119)].

Στα 1936 επισκέφθηκε τον Πεδουλά ολιγομελής αποστολή του αγγλικού “Εθνικού Συνδέσμου για Πρόληψη της Φυματίωσης”, στα πλαίσια παγκύπριας έρευνας για την φυματίωση στην Κύπρο. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν την επόμενη χρονιά και στην έκδοση περιλαμβάνεται φωτογραφία και πρόχειρο τοπογραφικό σχέδιο χαρακτηριστικής αγροτικής κατοικίας της κοινότητας.

Μπαίνοντας ο ξένος σε λιθόστρωτη αυλή σχεδόν 119 τετραγωνικών μέτρων βρίσκει αριστερά του τον ορνιθώνα και δεξιά σκέπαστρο κάτω από το οποίο υπάρχει φούρνος και ακόμη ένας ορνιθώνας.

Το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού, στο βάθος της αυλής, έχει έκταση 43,5 τ.μ. και ύψος 3,60 μ. και σ’ αυτό εφάπτεται σταύλος δεξιά. Το ακριβώς τετράγωνο δωμάτιο διαθέτει δύο παράθυρα μόνο στην πρόσοψη, στηρίζεται σε ένα υποστύλιο και περιλαμβάνει δύο χωριστά κρεββάτια, ένα τραπέζι, ένα ερμάρι, τον αργαλειό, τζάκι και ένα πέτρινο πεζούλι. Πρόκειται δηλαδή για τα απολύτως αναγκαία: μία οικοσκευή “σπαρτιάτικης λιτότητας”, ως ελάχιστη απαίτηση για την απλή επιβίωση του κύπριου αγρότη της εποχής !

Μία σειρά από δελτάρια του Ανδρέα Σωτηρίου, της περιόδου 1948-1950,  από μίαν άλλη Αμμόχωστο, του αγροτικού κόσμου [Ανήκουν στον Πάνο Λοΐζου (Λονδίνο)].

Στο πανηγύρι τ’Άη Λουκά

Αμμόχωστος ―εικόνα από το πανηγύρι

Παζαρεύοντας για γουρουνάκια. Στη μέση ο απαραίτητος «σαψάρης» [μεσιτέμπορος]

Κι άλλες προσφορές για γουρουνάκια

Πωλητής και αγοραστής

Μια εικόνα (ίσως από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950), την οποία δύσκολα θα συναντούσαμε σήμερα ―λούσιμο κοπαδιού. Στη φωτογραφία, του παλαιου καλού σκαλιώτη φωτογράφου Μηνά Τιλμπιάν, το λούσιμο γίνεται από την “καραβόπερα” στον ποταμό Λιοπετριού. Οι πρόσφατοι σχεδιασμοί για “αξιοποίηση” του φυσικού τοπίου της περιοχής κάνουν ακόμη πιο εξωπραγματική μια τέτοια εικόνα.

Flock

Απρίλιος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930