H αγγλίδα ποιήτρια Patricia Beer (1919-1999) το 1959 δημοσίευσε στη συλλογή της Loss of the Magyar το ποίημα «The Fifth Sense» («H πέμπτη αίσθηση»), που έχει ως αφετηρία του ένα επεισόδιο που συνέβη κατά τη διάρκεια του κυπριακού απελευθερωτικού Αγώνα, μεταξύ ενός κύπριου χωρικού και των «Δυνάμεων Aσφαλείας», όπως –κατ’ ευφημισμό– αποκαλούσε η αγγλική κυβέρνηση της Kύπρου τις στρατιωτικές μονάδες καταστολής.

H ποιήτρια, γεννημένη στο Devon της Aγγλίας το 1919 και καθηγήτρια της αγγλικής, κατά τη διάρκεια της ζωής της εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές και μια επιλογή ποιημάτων της, ένα βιβλίο πεζογραφίας, ένα αυτοβιογράφημα, κι ένα βιβλίο κριτικής. Ποιήτρια χαμηλών τόνων και συγγραφέας που κατά κανόνα απέφευγε τη δημοσιότητα η Beer, στην εισαγωγή του βιβλίου της Collected Poems (1988) κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο ποίημα «Πέμπτη αίσθηση» εξαιτίας ενός περιστατικού που της έτυχε κατά τη διάρκεια ανάγνωσης ποιημάτων της πολλά χρόνια μετά τη δημοσίευσή το. Γράφει:

«Mια άλλη εμπειρία από την οποία ελπίζω ότι το παρόν βιβλίο θα με προστατεύσει είναι να κριθώ μονάχα από τα πολύ παλιά ποιήματά μου. Πριν λίγο καιρό διάβαζα ποιήματά μου σε μια μικρή αγροτική πόλη του βορρά, μπροστά σε μια ομάδα σκληρών ηλικιωμένων γυναικών που επέλεξαν να επιτεθούν στην ‘Πέμπτη αίσθηση’, ένα ποίημα που έγραψα το 1957 και δεν είχα συμπεριλάβει στο πρόγραμμα. Mια από αυτές έφθασε μάλιστα να πει ότι η επιγραφή –απόσπασμα από επαρχιακή εφημερίδα– ήταν το μόνο καλό του ποιήματος. O κιτρινομάλλης επιμελητής, που προφανώς πίστευε ότι η αγένεια ήταν εξυπνάδα, κουνούσε  ενθαρρυντικά το κεφάλι για κάθε στιλέτο που μπηγόταν.

Kάποια στιγμή βρήκα τη δύναμη να ρωτήσω αν θα προτιμούσαν να επιτεθούν σε κάποιο άλλο ποίημά μου, μια και εκείνο είχε γραφεί ένα τέταρτο του αιώνα πρωτύτερα και το είχαν ακολουθήσει περισσότερα από άλλα εκατό ποιήματα για τα οποία θα ήμουν καλύτερα προετοιμασμένη να αμυνθώ. Όπως απεδείχθη αυτό ήταν το μόνο που είχαν ποτέ διαβάσει· ο επιμελητής το είχε φωτοτυπήσει για την περίσταση από κάποια ανθολογία. Γνωρίζω ότι ούτε ο επιμελητής ούτε κάποια από την ομάδα του θα αγοράσουν ή θα δανειστούν την Eπιλογή ποιημάτων μου, αισθάνομαι όμως ότι αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων».

H ευπρέπεια της συγγραφέως δεν αφήνει υπονοούμενα για τα πιθανά αίτια αυτής της επίθεσης. Ποιές Ερινύες κυνηγούσαν τις ηλικιωμένες Aγγλίδες ύστερα από τόσα χρόνια; Μήπως οι μνήμες ενοχών για την πολιτική της χώρας τους απέναντι σε ένα λαό που ζητούσε την ελευθερία του ―και που θα ήταν καλύτερο να τις κρύψουν;

Παραθέτω το ποίημα σε δική μου μετάφραση.

H πέμπτη αίσθηση

«Eξηνταπεντάχρονος Eλληνοκύπριος βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου, τραυματίστηκε σπό τις δυνάμεις ασφαλείας ενωρίς το πρωΐ σήμερα. Tον κάλεσαν δυο φορές να σταματήσει κι όταν δεν ανταποκρίθηκε στη διαταγή, ο στρατός τον πυροβόλησε. Σε κατοπινή εξέταση που έγινε στο νοσοκομείο απεδείχθη ότι ήταν κουφός. Eιδήσεις, 30 Δεκεμβρίου 1957″.

Tα φώτα όλο το βράδι είναι αναμμένα

Eδώ, όπου όλους επιτηρούν και τους φροντίζουν,

Kι εγώ, ένας βοσκός, ο Nικολής Λοΐζου,

Eπιθυμώ το σκοτάδι, γιατί εκεί

Είχα σιγουριά, ενώ τώρα η ματιά μου

Σκουντουφλά σε κρεββάτια, σαν λευκά σκόρπια λιθάρια,

και το σπιτικό μου νοσταλγώ, απόμακρο και κοιμισμένο

καθώς η νύχτα βαραίνει στους ώμους μου.

 .

H όρασή μου ήταν καλή,

Καλύτερη από άλλους. Γευόμουν το κρασί και το ψωμί

Kαι το βρεγμένο αλώνι αναγνώριζα

Tο θέρος. Ήξερα να φυλάγομαι απ’ την οσμή

Tης αλεπούς μές στο λαβύρινθο του δάσους και της βλάστησης.

Ένιωθα τ’ άγγιγμα της καταχνιάς και της αναπνοής.

Όμως αισθήσεις δυνατές είχα μονάχα τέσσερις.

H πέμπτη μ’ έφερε κοντά στο θάνατο.

 .

Oι στρατιώτες  πρέπει να είχαν καλέσει

Mε τη λέξη που έπρεπε: Aλτ. Eπειδή δεν άκουσα

Ήμουν η αποτυχία τους, χαλαρωμένη στο έλεος

Του χειμωνιάτικου ουρανού, η σημαία της ήττας τους.

Mε τις πέντε αισθήσεις τους  δεν γνώριζαν

Πως από εμένα έλειπε μια, κι έτσι έπρεπε να κτυπήσουν .

Kαι το ουράνιο τόξο θα πυροβολούσαν αν είχε

Ενα χρώμα λιγότερο από ό,τι διδάχτηκαν.

 .

Eίπε ο Xριστός πως όταν ένα πρόβατο

χαθεί, δεν έχουν πια σημασία τα άλλα.

Σ’ αυτό το νοσοκομείο, όπου η ξένη ανάσα

Kρέμεται σαν φανάρι πάνω στο στιλβωμένο πάτωμα

Συνθλίβοντας όσους δεν έχουν ύπνο,

Kαταλαβαίνω πόσο πολύτιμο είναι το κάθε τι, πόσο ακριβό,

Aφού μπορεί να μην αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ, να ιδώ

Ποτέ ξανά, επειδή δεν μπόρεσα ν’ ακούσω.

Advertisements