[Ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Α. Κωνσταντινίδης (1882-1956) δημοσίεψε το 1936 στην εφημερίδα του Νέος Κυπριακός Φύλαξ σειρά αναμνήσεων από τη Λευκωσία του τέλους της Τουρκοκρατίας και των πρώτων χρόνων της Αγγλοκρατίας. Ακολουθεί απόσπασμα όπου περιγράφεται η οδός Λήδρας όπως ήταν τότε].

Είπαμεν ήδη, ότι ο Μεγάλος δρόμος, η οδός Λήδρας, ο οφθαλμός σήμερα της Λευκωσίας, ήταν τότε τυφλός κα αδιέξοδος σχεδόν. Εκεί που είναι σήμερα η Λέσχη των Κυβερνητικών υπαλλήλων ήταν ένα μικρό στενοσόκκακο – πιό στενό ακόμη από όσον είναι το ανηφορικό «δρομούδι» κοντά εις το σπίτι της Κας Αριστοδήμου Φοινιέως – που οδηγούσε επάνω στο Κάστρο. Ο δρόμος αυτός, η μεγάλη και ένδοξη αρτηρία της πρωτεύουσας, δεν επαρουσίαζε καθόλου όψιν δρόμου μεγάλης συγκοινωνίας και την νύχτα προ πάντων «αροθύμαν» κανένας να περάσει και στις 7 η ώρα. Πιό κεντρικός απ’ αυτόν ήταν ο παράλληλος δρόμος, «δρόμος του Μασιαιρά», η σημερινή Οδός Ονασαγόρου, εις την οποίαν με τον καθορισμόν της μονοδρόμου κατευθύνσεως έχει διοχευτευθεί μεγάλο μέρος της τροχαίας κινήσεως της Οδού Λήδρας.

Ενώ σήμερα η Οδός Λήδρας έγινε σχεδόν ολόκληρον τμήμα της Αγοράς ως προς τα κάτω πατώματα των σπιτιών της, τότε δεν είχε παρά ελάχιστα μαγαζιά στην αρχή της κι αυτά μάλλον αποθήκες παρά μαγαζιά. Στην θέσιν του Καταστήματος που έχει σήμερα το Γραφείον της  Εταιρείας Αυτοκινήτων «Εμπιστοσύνη» ήταν αποθήκη ξυλείας του Τουρμούση Πασχαλίδη, ο οποίος είχε το γραφείον του και άλλο κατάστημα εις το Παζάρι του Τζύκκου, όπου είναι σήμερα το κατάστημα του κ. Κ. Νεοφυτίδη. Εις την θέσιν που είνε το «Αθήναιον» [καφενείο στην οδό Λήδρας αρ. 153] ήταν μια αποθήκη ξυλείας υγρή, σκοτεινή του Χαππάζη. Μόλις κατά το 1885 εκτίσθη το σημερινόν κτίριον, το περίφημον τότε Καφενείον του Παναγιωτάτζιη και το γεγονός αυτό εσημειώθη σε επιστολάς που εστάλησαν στο Εξωτερικό (ειδικώς το Βερούτι) ως σπουδαίο.

Εις την θέσιν που είναι το Κατάστημα Οινοπνευματωδών του κ. Παγκρατίου Λιβέρα [Λήδρας 180-181] ήταν το κατάστημα Αποικιακών και Μπάρ του Μιχαλάκη Χριστοφίδη και δίπλα, όπου είναι τώρα το Πρατήριον της Εταιρείας Σίγγερ [Στοά Ταρσή], ήταν το πρώτον Καπαρέ στην Λευκωσία και αυτό του Μιχ. Χριστοφίδη. Εδώ έπαιζε και η πρώτη Κομπανία Γερμανίδων υπό την διεύθυνσιν κάποιου Καντήλ.

Η κομπανία αποτελείτο από 28 όλα πρόσωπα, 22 γκέρλς και 5 -6 άνδρες. Η νεολαία της Λευκωσίας, της Σκάλας και της Λεμεσού έγινεν ανάστατος εις το άκουσμα της αφίξεως της Γερμανικής Κομπανίας. Οι γλεντζέδες νέοι – 3-4 απ’ αυτούς ζούν ακόμη και θυμούνται τα … «παληά κι αξέχαστα» – αγωνιούσαν να νυχτώσει, για ν’ αρχίσουν τα «παιχνίδκια». Η ώρες της ατέλειωτης ημέρας ήταν βαριές, πληχτικές, ώρες λαχταριστής αναμονής και γλυκιάς προσδοκίας. Η ξανθές Γερμανίδες έφεραν, καθώς μας διηγείται φίλος, από τους πρώτους γλεντζέδες της εποχής, αναστάτωση στην φαντασία των «νεαρών» μας.

Αυτές δεν ήταν χαμηλοδείκλητες, αμίλητες και ντροπαλές Κυπριώτισσες που να στρέψει κανένας να τις δει, εγίνοντο κατακόκκινες. Η Γερμανίδες τούς έβλεπαν και γελούσαν!! Και στην πρόσκληση για ένα γεύμα έτρεχαν πεταχτές και πήγαιναν κοντά τους!! Εκάθιζαν μαζί τους, ολοπρόθυμες να τους χαρίζουν την ευχαρίστηση της συντροφιάς τους. Μόλις είχε περάσει η σκοτεινιά της Τουρκοκρατίας και μόλις επρόβαλλε το φώς της κοινωνικής ελευθερίας για τους νέους.

[Στη φωτογραφία : Γειτονιά της παλιάς Λευκωσίας (σχέδιο 1888)]

Advertisements