Μια ξεχασμένη, σήμερα, πνευματική προσωπικότητα της Κύπρου ο γιατρός Γεώργιος Διαγκούσης καταγόταν από την Κάσο και είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1880 εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό, τόπο καταγωγής της συζύγου του, όπου εργάστηκε ως γιατρός. Πέθανε στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του, ο φίλος του Ευγένιος Ζήνων (1876-1929), δικηγόρος στη Λεμεσό και συγγραφέας, εξέδωσε στην Αλεξάνδρεια τα ποιήματά του (Ποιήματα, 1908). Από τον πρόλογο του Ε. Ζήνωνος μεταφέρεται εδώ ένα απόσπασμα :

Δεν ήτο ωραίος και όμως είχε την καλλονήν την ελκύουσαν των ωραίων πνευμάτων. Σαγήνη ήτον η λαλιά του και μελίρρυτος η χάρις του λόγου του. Δεν θα έλεγέ τις υπερβολήν  αν τον εχαρακτήριζεν ως τον θελκτικώτερον ομιλητήν μεταξύ όλων μας. Μόρφωσις ποικίλη και φυσική τις ζηλευτή συνεκράτει επί ώρας τον ακροατήν και εμάγευε. Και παρ’ όλον τον σεβασμόν, τον οποίον μοι ενέπνεεν ως επιστήμων, εσκέφθην συχνά και σπουδαίως αν μη παρεξέκλινε, γενόμενος ιατρός, της ιδιοφυΐας του, και αν άνθρωπος τοιαύτης δυνάμεως λόγου δεν έπρεπε να ήτο μάλλον το σέμνωμα και εγκαλλώπισμα του δικανικού βήματος. Τόσον ήτο ωραίος και τόσον παρέσυρεν όταν ελάλει. Ποικιλία εικόνων εκάλλυνε πάσαν αυτού ομιλίαν και έξαρσις ποιητική ασυνήθης.

Ποιητικός την καρδίαν ήτο και ποιητής υπό την συγκεκριμένην της λέξεως έννοιαν. Εις νεανικούς αυτού χρόνους η μούσα του εκελάδησε τους πρώτους παλμούς της καρδίας του και έψαλε μετά γοητευτικής χάριτος την ζωήν των ναυτών και το μυστηριώδες μεγαλείον του πόντου. Ολίγοι στίχοι του από το ποίημά του ‘Στους ναύτας’ δίδουν την εξήγησιν της ακαταλήπτου έλξεως των ναυτών προς την θάλασσαν εις εικόνα εξόχου ποιητικής αρμονίας και χάριτος.

Ρώτα τον άμμο του γιαλού

σαν τον φιλά το κύμα

ρώτα τ’ αστέρια τ’ ουρανού

και τη γλυκειά σελήνη

σαν φέγγουν κι αρμενίζουνε

οι ναύτες με γαλήνη·

ρώτησε και της θάλασσας

την δροσερή την αύρα

σαν παίρνει τα τραγούδια μας

και της καρδιάς τη λάβρα

σ’ εκείνους π’ αγαπούμε,

και πες αν είναι κρίμα

να αγαπάς τη θάλασσα

και το γαλάζιο κύμα.

Advertisements