“Κατά τα πρώτα έτη της λειτουργίας του σιδηροδρόμου συνέβη να ταξιδεύει μίαν ημέραν από Αμμόχωστον εις Λευκωσίαν είς άγγλος ιεραπόστολος. Ούτος εις τον σταθμόν της Αγκαστίνας επρόσεξε μίαν γραίαν η οποία μετέφερε πεζή εις το χωρίον της Καϊμακλί μικρόν δεμάτιον από φρύγανα. Ο ιεραπόστολος εξήλθε του σιδηροδρόμου και αφού επληροφορήθη παρ’ αυτής ότι κατηυθύνετο εις το χωρίον της, από το οποίον θα διήρχετο ο σιδηρόδρομος, την παρεκάλεσε να εισέλθει εις το τραίνον μετά του φορτίου της το δε αγώγιον θα το επλήρωνε ο ίδιος.

Προς μεγάλην του έκπληξιν όμως η γραία απέρριψε την πρότασίν του και είπε εις αυτόν αφελέστατα: “Ευχαριστώ, κύριε, αλλά βιάζομαι”.

Ο ιεραπόστολος επανήλθε εις το τραίνον, μη δυνάμενος να εξηγήσει την παράδοξον αποποίησιν της γραίας.

Αλλά, κατά ειρωνίαν της τύχης, η μηχανή του σιδηροδρόμου εβλάβη και το τραίνον εσταμάτησεν επί δύο περίπου ώρας δια να διορθωθεί.

Η γραία, συνεχίζουσα τον δρόμον της, έφθασε το τραίνον, εχαιρέτισε τον άγγλον ιεραπόστολον, όστις ίστατο σκεπτικός εις το παράθυρον του τραίνου και έφθασεν εις το χωρίον της κατά πολύ ενωρίτερον του σιδηροδρόμου!”

[Από δημοσίευμα του 1957]

Advertisements