Κατά τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας η Κύπρος μαστιζόταν από ληστές και ομάδες παρανόμων που δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ιδίως σε μικρότερες κοινότητες της υπαίθρου. Στην επαρχία Πάφου το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα έντονο. Πολύ γνωστή (και πλούσια) ήταν η δράση των “Χασαμπουλιών”, τριων Τούρκων από τα Μαμώνια της Πάφου οι οποίοι τελικώς πλήρωσαν με τη ζωή τους (1895-1896).

Λιγότερο γνωστή είναι η περίπτωση ενός μοναχικού κακοποιού, του εικοσιπεντάχρονου Γεώργη Γιαλλούρη, από τη Τσάδα της Πάφου, ο οποίος από το 1891 με την εγκληματική δραστηριότητά του τρομοκρατούσε περιοχές της Πάφου. Κυνηγημένος, για να γλυτώσει από τη δικαιοσύνη, διέφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην τουρκοκρατούμενη Κάλυμνο και κατόπιν στη Βηρυτό ―επίσης κάτω από τουρκική διοίκηση), τελικώς όμως εκδόθηκε στις κυπριακές αρχές, καταδικάστηκε σε θάνατο και τον Νοέμβριο του 1894 εκτελέστηκε στις φυλακές του Σεραγίου, στη Λευκωσία.

Ο Γιαλλούρης ήταν νέος και ίσως αρκετά ωραίος, γι’ αυτό συγκέντρωσε τη συμπάθεια πολλών, αλλά και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Είναι ενδεικτικό ότι τουλάχιστον δύο σημαντικοί λαϊκοί ποιητές (ποιητάρηδες) της εποχής κυκλοφόρησαν φυλλάδες περιγράφοντας τη δράση και το τέλος του Γιαλλούρη, με σχετική συμπάθεια.

Ο Χριστόδουλος Μ. Τζαπούρας (1845/1846-1913), ποιητάρης από την Κρήτου Τέρρα, στη φυλλάδα του Τραγούδιον του Γεωργή Γιαλλούρη (1893), αρκετά πριν από το τραγικό (αλλά αναπόφευκτο) τέλος του Γιαλλούρη, έγραφε:

Στα χίλια οκτακόσια στα ενενήντα ένα

ό,τι γινεί γνωρίζω το, ρωτάτε με κι εμένα.

Επόνησα τα μάδια μου που το πολύν γραψίμιν,

να ιστορήσω τακτικά του Γιαλλουρκού την φήμην.

Πως είναι νέος νόστιμος αγγελοκαμωμένος

με το φαρμάκι της κουφής αλήθεια ζυμωμένος.

Τρία χρόνια αργότερα, ύστερα από την εκτέλεση του Γιαλλούρη, ο ποιητάρης Κυριάκος Παπαδόπουλος (1872-1922), από τον Αρακαπά, αρχίζει τη φυλλάδα του Ο διαβόητος Γιαλλούρης (1894), με τους στίχους:

Θε ν’ αρχινήσω σιγανά δια να τραγουδήσω,

του Γιαλλουρκού τα πάθη του να σας τα ιστορήσω.

Όπως είναι ο ουρανός με τα άστρα στολισμένος

και το Γιαλλούρην έτσι ήτο εις τον κόσμον ξακουσμένος.

Τόσον που ακούστηκεν εις όλην την οικουμένην,

μα την ζωήν του είχεν την πάντα ’ποφασισμένην.

Περιγράφοντας τη μεταφορά του υπόδικου Γιαλλούρη μέσα από τους δρόμους της Λευκωσίας σημειώνει:

Όταν τον επερνούσασιν από την Λευκωσίαν

δεν εχώρεν η αγορά που την πολλοκοσμίαν.

Πολλοί τον ελυπήθησαν γιατ’ είχεν νοστιμάδες,

μαζεύθη κόσμος άμετρος, άνω τες δυο χιλιάδες.

Και ύστερα από την εκτέλεση του νεαρού κακοποιού, ο ποιητάρης προσθέτει και τον δικό του πόνο:

Πολλά τον ελυπήθηκα, έρχεται μου να κλάψω,

τρία μερόνυκτα ’καμα την λύπην του να γράψω.

Είχεν αγγελικόν κορμί, πολλοί τον επαινούσιν,

ποτέ μου δεν τον ήξευρα, άλλοι μου το λαλούσιν.

Σίγουρα με παρόμοιες εκφράσεις συμπάθειας δεν αντιμετωπίστηκε και ο θάνατος των ―πολύ διασημότερων του “Γιαλλουρκού”― Χασαμπουλιών!

Advertisements