Ο  Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης (1829-1897) είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πνευματικές προσωπικότητες του κυπριακού 19ου αιώνα. Πατέρας του ήταν ο αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Ιωάννης Δ. Φραγκούδης, από τη Λεμεσό, και η μητέρα του Κερκυραία.

Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας, εργάστηκε ως εκπαιδευτικός για λίγο στην Κύπρο (την οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει γύρω στα 1854, όταν έγινε γνωστό ότι είχε συντάξει και κυκλοφορήσει επαναστατικό φυλλάδιο κατά της τουρκικής διοίκησης του τόπου) και ύστερα από σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη κατέληξε καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων στο πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου. Ανάμεσα στα δημοσιευμένα έργα του είναι και το μυθιστόρημα Ο Θέρσανδρος (1847), ένα από τα πρωϊμότερα πεζογραφήματα της νεοελληνικής γραμματείας της Κύπρου.

Ο Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Κέρκυρα γνώρισε τον Διονύσιο Σολωμό (“ευτύχισε να γνωρίσει από κοντά τον διάσημο ποιητή”, σημειώνει χαρακτηριστικά). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι στα κατάλοιπα του Σολωμού βρέθηκε και τετράδιο με κυπριακά δημοτικά τραγούδια, χειρόγραφο του Φραγκούδη. Μετά τον θάνατο του μεγάλου νεοέλληνα ποιητή ο Φραγκούδης δημοσίευσε σημαντική προσωπική μαρτυρία για τη γνωριμία τους. Γράφει :

“Aπατώνται οι λέγοντες τον αοίδιμον Διονύσιον Σολωμόν αρεσκόμενον το μηδέν πράττειν · ο ανήρ εποίει, και εποίει αδιαλείπτως, ως μαρτυρούσιν οι εκ του σύνεγγυς ειδότες τον άνδρα· ο γράφων τας γραμμάς ταύτας τουλάχιστον, ευτυχήσας να συνοικειωθή τω περιβλέπτω αοιδώ, γινώσκει πολλάς και παντοίας αυτού ποιήσεις, τας οποίας, εν περιπάτω ως επί το πολύ ενεπιστεύθη αυτώ· εσπινθηροβόλουν τότε οι οφθαλμοί του, και τα χείλη του έτρεμον, και αι τρίχες του έφρισσον, όταν δίκην μαργαριτών, εξέχεε το στόμα του τα θαυμάσια έπη, και ο ταπεινός εγώ, όλος όμματα και όλος ακοή, ανηρτώμην από των χειλέων του και μετείχον του αγίου ενθουσιασμού του. Πολλάκις, μέσω νυκτός ανεφέλου, επί των επάλξεων του παλαιού της Κερκύρας φρουρίου, απήγγειλέ μου ολόκληρα άσματα του ανεκδότου επικού ποιήματός του η άλωσις του Μεσολογγίου· αλλ’ ο ανήρ είχε τας ιδιοτροπίας του, και μία τούτων ήτον η προς την δια τύπου δημοσίευσιν των ποιημάτων του αποστροφή· δια τούτο πολλοί των φίλων του, σεβόμενοι τας τούτου αδυναμίας, απείχον του να μετατυπώσωσιν ή εκδώσωσιν εις φως όσα τυχόν ενεπιστεύθη αυτοίς, ή άπαξ εκδοθέντα παρεμορφώθησαν ή αλλοιώθησαν διαστραφέντα. Εκείνου πλην θανόντος, η αποχή αύτη αποβαίνει αδικαιολόγητος, διότι του λοιπού, φιλοτιμίας ευγενούς ίδιόν εστιν, έκαστος ημών, ως έχει, να προσπαθήσωμεν πάντες να συλλέξωμεν όσα φέρονται προϊόντα της μεγαλοφυΐας αυτού, και άλλος μεν να δημοσιεύση, επανορθών τα παραμεμορφωμένα, ένιοι δε να προσπαθήσωσιν, ει δυνατόν, να εύρωσι ει που τυχόν φέρεταί τι κεκρυμμένον εν τινι γωνία του γραφείου αυτού, και τούτο να δώσωσιν εις φως, κληρονομίαν ανεκτίμητον κληροδοτούντες το έθνος”.

Advertisements