Ο εθνικός ποιητής μας Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) στις 18 Ιανουαρίου 1888 κυκλοφόρησε από τη Λεμεσό, όπου ζούσε, το πρώτο φύλλο της δεκαπενθήμερης σατιρικής εφημερίδας του Ο διάβολος.

Ο νεοφώτιστος “δημοσιογράφος” έτρεφε πολλές προσδοκίες για επιτυχία της προσπάθειάς του μια και ―όπως μαρτυρεί και ίδιος σε ποίημά του που δημοσιεύθηκε στο τέταρτο φύλλο της εφημερίδας του― πολλοί “μετά χαράς” και με ενθουσιασμό δέχτηκαν τις πρώτες εκδόσεις που τους έστειλε (εφημερίδες του είδους αυτού κυκλοφορούσαν τότε κυρίως σε συνδρομητές). Όταν όμως ήλθε η ώρα να καταβάλουν και τη συνδρομή τους οι “υποστηρικτές” άλλαξαν διάθεση και ο Μιχαηλίδης μπόρεσε να συνεχίσει μονάχα έως το φύλλο αρ. 6, της 18 Απριλίου 1888, δηλαδή μονάχα για ένα τρίμηνο!

Ο ποιητής περιγράφει την περιπέτειά του, μάλιστα με γλαφυρό τίτλο :

Φίλοι δημοσιογράφοι εν ταυτώ και αδελφοί μου

είδα τι ζωήν περνούμε κι εσιχάθη[ν] η ψυχή μου

και εγώ αφού τυχαίως κατετάχθην στην γραμμή σας

από την δική μου τύχην συμπεραίνω την δική σας·

στο ποτάμι Βαβυλώνος σας προτείνω να βρεθούμε

κι όλα τα παράπονά μας εκεί πέρα να τα πούμε

όλες οι εφημερίδες κι οι διαβόλοι κι οι τριβόλοι

όλ’ εκεί ν’ ανταμωθούμε κι επί τας ιτέας όλοι

να κρεμμάσωμε τες πέννες τα χαρτιά και τα ψηφία

και τα όργανά μας όλακι όλα μας τα εργαλεία

κι ως το πάλαι οι Εβραίοι εις το κλάμα να χυθούμε

και να πέσωμε κατόπι στο ποτάμι να πνιγούμε.

Να σας πω για με τι τρέχει, μού ’καμαν ένα ωραίο

και φρικτό μασκαραλίκι δίχως να ’ναι αποκρέω

κάποιοι ευγενοϊππόται και ευγενοευγενήδες,

έδωκαν πολλές, απείρους, εις τον “Διάβολον” ελπίδες

και γι’ αυτόν ενθουσιώντες έκαμαν μεγάλον κρότον

και μετά χαράς μεγάλης του έδέχθησαν το πρώτον

κι έλεγαν πώς είν’ ωραίος, είναι χάρις των χαρίτων·

και το δεύτερον επίσης κι άλλοι μερικοί το τρίτον

κι άλλοι του κρατούν τα δύο κι άλλοι του κρατούν τα τρία

και χωρίς να το σκεφθούνε ότι κάμνουν αδικία

λέγουν στον εισπράκτορά του “ο Χριστός να σ’ ελεήσει,

δεν είμαι συνδρομητής του, τ’ όνομά μου ας το σβήσει”.

“Δώσε μου τα φύλλα πίσω”, ―”Δεν τα έχω να τα δώσω·

κάμε μου την χάρην φύγε πριν να σε ξυλοφορτώσω”.

Είναι δίκιον ν’ αδικούμεν, φίλοι, κατ’ αυτόν τον τρόπον,

κι όχι μεταξύ θηρίων αλλά μεταξύ ανθρώπων;

Η ζωή κι η ύπαρξίς μου απ’ αυτούς αν εξαρτάτο

θα πνιγόμην έως τώρα εις της θάλασσας τον πάτο,

δεν με μέλλει, πλην ολίγον την καρδιά και το τσερβέλλο

κάπως μου τα νεκατώσαν και δεν γράφω όπως θέλω.

Advertisements