Το 1933 ο κυπριακής καταγωγής αλεξανδρινός συγγραφέας Αντώνιος Χριστοδούλου (;-1938) εκδίδει στην Αλεξάνδρεια το έργο του Ύμνος εις την οκνηρίαν, ένα βιβλίο 56 σελίδων, όπου ―όπως δηλώνεται και από τον τίτλο― με σατιρική διάθεση “υμνείται” μία από τις …ηδονικότερες ανθρώπινες ιδιότητες! Το βιβλίο «Αφιερούται εις πάντα ευπρεπώς ζώντα οκνηρόν». Γράφει σχετικά:

“… Η οκνηρία είναι ο πλέον διηθισμένος και διαυγής ηδονισμός. Την επιτηδεύονται οι ιερείς, οι επαίται και οι εκ κληρονομίας πλούσιοι, τριάς γνωρίζουσα να ζήσει ανθρωπινότερον και διαμπερέστερον παντός άλλου φωτογενούς τυχοδιώκτου και αριβιστού. Τόσω το χειρότερον δι’ εκείνον που την νομίζει κατάραν και δυστυχίαν. Αυτός προορίζεται υπό του πεπρωμένου κάποιας βιολογικής μορφής της παγκοσμίου εξελίξεως να χρησιμεύει ως ευτελές και ανώνυμον υπομόχλιον δια να στηρίζουν οι επιτήδειοι, οι κινούντες την Γην, τον πελώριον μοχλόν των επιτυχιών των”.

Την επόμενη χρονιά (1934) κυκλοφορεί στην Κύπρο από τον τουρκοκύπριο λαϊκό ποιητή Μουσταφά Ραματά Γιακκουλλά, από τη Λουρουτζίνα, οκτασέλιδη ποητάρικη φυλλάδα στα ελληνικά, με τίτλο Σατυρικόν ποίημα περί ττεμπελιάς, και συνοδευτικό αφιερωματικό τετράστιχο που αναφέρει:

Για τον γιον μου τον οκνιάρην

που μό’κλεψεν πολλύν σιτάριν

τζαι πάσκει να με καταστρέψει

τζ’ ο Θεός να τον παιδέψη.

Στο ποίημά του ο Γιακκουλλά με σατιρική διάθεση περιγράφει τις ταλαιπωρίες που υφίσταται λόγω της τεμπελιάς του παιδιού του.

Από το ενδιαφέρον αυτό στιχούργημα, το οποίο αποτελεί αξιοσημείωτη συνεισφορά τουρκοκύπριου στην ελληνική ποιητάρικη δημιουργία, παρατίθενται οι πρώτοι δέκα στίχοι:

Βοήθειαν που λλόου σου, Θεέ μου, εννά ζητήσω,

του γιου μου τ’ αχαΐρευτου τραούδιν να τσιαττίσω.

Σηκώννεται που το πωρνόν τζ’ αντίς δουλειάν να πιάση,

σκέφτεται είντα καφενέν να πάη να τζοιδκιάση.

Πααίννει μέσ’ στον καφενέν, κάθεται στο τραπέζι,

βρίσκει δκυο τρεις κοζάτουρους, τζαι ως την νύχταν παίζει.

Λαλώ του που έτσι δουλειές πως πρέπει να να σκολάση,

τζαι τζείνος για το πείσμαν μου παίζει για να με σπάσει.

Πάλε λαλώ του α-ξανά, “αθ θέλης να περάσης,

να παραιτήσης τα χαρτιά πριχού να με κολάσης”.

[κοζάτουροι= σύντροφοι]

Advertisements