[Φυλλομετρώντας το βιβλίο ιστορίας και γεωγραφίας της Κύπρου του διευθυντή Αστικής Σχολής Ν. Ιερείδη, το οποίο εκδόθηκε το 1903 σε δεύτερη βελτιωμένη έκδοση, “προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων και ιδιαιτέραν μελέτην”, διαπιστώνεται πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος έως τα σχολικά βιβλία και τις εκπαιδευτικές αντιλήψεις των ημερών μας.

Στο βιβλίο του ο συγγραφέας εκτός από πολλές άσκοπες πληροφορίες  συχνά προβαίνει και σε ακραίους χαρακτηρισμούς για περιοχές ή κοινότητες του τόπου, πρακτική της οποίας, σήμερα, πολύ δύσκολα κατανοούμε την “παιδευτική” σημασία.

Πιο κάτω παρατίθενται δείγματα από το δεύτερο μέρος του βιβλίου («Κύπρος : Ήτοι δοκίμιον πατριδογραφίας, προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων») ―χωρίς να κατονομάζονται οι αναφερόμενοι τόποι, για ευνόητους λόγους!]

Από την “Εισαγωγή εις την Γεωγραφίαν” ―όπου προϊδεάζεται ο αναγνώστης για …ό,τι θα ακολουθήσει

«Γεωγραφία σημαίνει ζωγραφίαν ενός τόπου· όπως δε, όταν εκ τινος ζωγραφίας παραλειφθή μέλος τι, η εικών εκείνη είναι κολοβή, χάνει πολύ εκ της αξίας της, ούτω και εκ της Γεωγραφίας δεν πρέπει να παραλείπηται ουδέν των όσων απαιτούνται προς ακριβή και πλήρη κατανόησιν του γεωγραφομένου τόπου. Αλλά, καθώς δια να εννοήση τις το καλόν μιας εικόνος, την συμμετρίαν ή δυσαναλογίαν των μερών αυτής είναι ανάγκη να του το υποδείξη άλλος τις γνώστης των τοιούτων, καλλιτέχνης, ούτω και εν τη Γεωγραφία πρέπει να εξαίρωνται τα ωραία, να παριστώνται δε δια ζωηρών χρωμάτων τα άσχημα ενός τόπου, ίνα η εικών αυτού αποτυπωθή ζωηρώς εν τη συνειδήσει του αναγινώσκοντος…»

Μικρό “ανθολόγιο” από το βιβλίο

«Η Λευκωσία έξωθεν μεν παρατηρουμένη εκ των λόφων της Αγίας Παρασκευής με τα έξωθεν του τείχους αειθαλή δένδρα, με τους υψικόμους φοίνικας, με τους ουρανομήκεις μιναρέδες, με τους ωραίους θολωτούς θόλους της Αγ. Σοφίας, με τας καταλεύκους αυτής οικίας και τους εν αυταίς θαλερούς κήπους της παρουσιάζει μαγευτικήν θέαν· εσωτερικώς όμως είναι πόλις πληκτική και σκυθρωπή, καθ’ ότι αι οδοί αυτής είναι στεναί και ακανόνιστοι…

Οι Λευκωσιάται είναι άνθρωποι πεπαιδευμένοι, σοβαροί, οικονόμοι, φίλεργοι και όχι πολύ ομιλητικοί…»

*

«Κυθραία : το κλίμα αυτής είναι υγρόν, θερμόν το θέρος και όχι πολύ υγιεινόν, αι οδοί βορβορωδέσταται και αδιάβατοι τον χειμώνα».

*

«Οι […] κατάγονται εκ Χριστιανών, οίτινες ηρνήθησαν της Χριστιανικήν θρησκείαν κατά τας σκοτεινάς ημέρας, καθ’ ας ήκμαζον οι Τούρκοι. Τώρα ή εντρέπονται ή φοβούνται ν’ αφήσωσι την Τουρκικήν θρησκείαν· εις το κρυπτόν έχουσι όνομα χριστιανικόν, φυλάττουσι τας διατεταγμένας νηστείας της εκκλησίας μας, βαπτίζονται, μεταλαμβάνουν, δεν γνωρίζουν της Τουρκικήν γλώσσαν· αι γυναίκες των δεν φέρουσι σινδόνας κλπ., εις το φανερόν όμως ενδύονται, ονομάζονται και φέρονται ως Τούρκοι. [Σημ.― Η εκκλησία μας είχε χρέος να φροντίση περί αυτών καταλλήλως, και θα επετύγχανε· και τώρα είναι καιρός ακόμη]».

*

«[…] : Πολλοί εκ των χριστιανών καταγίνονται εις την βυρσοδεψικήν, προ πάντων αι γυναίκες αυτών· ένεκα τούτου μεγάλη ακαθαρσία και δυσωδία υπάρχει εις το χωρίον, αι δε γυναίκες είναι ακάθαρτοι…»

*

«[…] : Έχει 218 οικίας και 723 κατοίκους Έλληνας χριστιανούς, πτωχούς, απαιδεύτους και όχι ζωηρούς».

*

«[…] : Είναι άνθρωποι απαίδευτοι και ακάθαρτοι· αι οικίαι των είναι χαμηλαί και σκοτειναί».

*

«Οι […]  διακρίνονται των λοιπών κατοίκων της ορεινής εκ του ιδιαιτέρου τρόπου μεθ’ ου σύρουσι την φωνήν των, και εκ του βρακίου (κοινώς: τσαττάλας). Είναι άνθρωποι απαίδευτοι και βάρβαροι…»

*

«[…] : Έχουν δημοτικόν σχολείον· είναι άνθρωποι όχι ζωηροί· το κλίμα δεν είναι υγιεινόν, ένεκα φαίνεται της ακαθαρσίας των κατοίκων· το ύδωρ είναι υφάλμυρον».

*

«Η […]  είναι κώμη ξηρά και άδενδρος όλως διόλου. Παράγει δε μόνον δημητριακούς καρπούς· έχει θερμόν κλίμα και άθλιον φρεάτιον ύδωρ. Οι κάτοικοί του αν και γεωργούν αρκετόν σίτον, δεν τρώγουν ποτέ σίτινον άρτον, αλλά κρίθινον, κατάμαυρον, τρέφονται πολύ αθλίως. Τον καθαρόν άρτον της Λευκωσίας τον ονομάζουν ‘Πούλλαν’, τον μεταχειρίζονται ως φάρμακον εις τους ασθενείς· αν τις αποθάνη, οι συγγενείς του παρηγορούμενοι λέγουν: “τι να κάμωμεν; ως και πούλλαν τον εταΐσαμεν και δεν έγειανεν”. Έχει 124 οικίας και 629 κατοίκους χριστιανούς απαιδεύτους και βαρβάρους· αι γυναίκες λίαν ακάθαρτοι· καθ’ όλον το καλοκαίριον φορούσι μόνον έν βαμβακερόν υποκάμισον μακρόν και λίαν ακάθαρτον».

*

«Οι κάτοικοι της […] είναι άνθρωποι πτωχοί, αγράμματοι και αγροίκοι· φιλόξενοι όμως· τρέφονται και ενδύονται κακώς· κοιμώνται επί ψάθων· έχουν χαμηλάς και σκοτεινάς οικίας και φωτίζονται με δάδας “κοινώς: φωτιαίς) αι στέγαι των είναι κυριολεκτικώς κατάμαυροι· ο σύζυγος φωνάζει της συζύγου του δια του βρα (κοινώς: ρρα), η δ’ ευγενής σύζυγος επίσης δια του βρε (κοινώς: ρρε). Τα ενδύματά των, προ πάντων των γυναικών, είναι λίαν ακάθαρτα και με πλήθος κομματίων…»

*

«Οι […] είναι άνθρωποι όχι πολύ φιλόπονοι· αγαπώσι μάλλον να κάθηνται εις τα καφενεία, δεν συχνάζουν δε πολύ εις τας εκκλησίας· είναι πτωχοί».

*

«Οι […] είναι οι πτωχότεροι και αμαθέστατοι κάτοικοι της Κύπρου· έχουσιν αθλιεστάτας οικίας· εκ των ηθών και εθίμων φαίνεται ότι είναι ξένης καταγωγής. Ούτω π.χ. διατηρούσι την κόμην μακράν μέχρι των ώμων· αν δε τινες την κόπτωσιν, αφίνουσι όμως εις την κορυφήν της κεφαλής των αρκετάς τρίχας, αίτινες κατερχόμεναι μέχρι των ώμων, σχηματίζουσι είδος τι μακρού θυσάνου (φούντας). Εις την ομιλίαν των μεταχειρίζονται λέξεις αρχαίας ελληνικάς· ο τρόπος δε με τον οποίον σύρουσι την φωνήν των είναι όλως αλλοίος του τρόπου των άλλων κατοίκων».

Advertisements