Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της οθωμανικής κατοχής της Κύπρου (και ιδίως κατά τις δύο δεκαετίες πριν από την άφιξη των Άγγλων) οι αρχαιολογικοί χώροι της Κύπρου βρέθηκαν στο έλεος συστηματικής σύλησης και καταστροφής από κάθε κερδοσκόπο. Πρόσωπα που, κάτω από κάποια προξενική ή άλλη ιδίότητα, εξασφάλιζαν σουλτανικό φιρμάνι για έργα ανασκαφής, ή ενεργούσαν αυθαίρετα δωροδοκώντας τούρκους αξιωματούχους του τόπου, προέβαιναν σε μεγάλης έκτασης ανασκαφές οι οποίες συνήθως απέφεραν μοναδικά ευρήματα και μεγάλο οικονομικό όφελος για τους ίδιους. Από τους πολλούς που “διέπρεψαν” σ’ αυτό τον τομέα,  σημαντικότερη είναι η περίπτωση του ιταλικής καταγωγής Προξένου της Αμερικής στη Λάρνακα (1865-1877), Luigi Palma di Cesnola.

Χαρακτηριστική μαρτυρία της κατάστασης που επικρατούσε αυτή την εποχή στα αρχαιολογικά πράγματα του τόπου δίνει και το ακόλουθο σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο του R. Hamilton Lang, Cyprus, its History, its Present Resources, and Future Prospects (Λονδίνο 1878):

“Το 1868 ύστερα από καταρρακτώδη βροχή, μερικοί χωρικοί από το Δάλι περνούσαν από τη βάση ενός λόφου βόρεια του χωριού, στην κορυφή του οποίου υπάρχει πηγάδι γνωστό ως Λαξιά του Νικολή. Εκεί βρήκαν, παρασυρμένα από την πλαγιά, προφανώς λόγω της βροχής, μερικά κομμάτια από αρχαία αγγεία σε άριστη κατάσταση, σε ένα από τα οποία απεικονιζόταν μία πάπια. Οι χωρικοί αμέσως σκέφτηκαν ότι ίσως υπήρχαν κι άλλα εκεί κοντά, κι άρχισαν να σκάβουν την πλαγιά του λόφου. Με έκπληξή τους, τότε, βρήκαν τάφους, από τους οποίους πήραν μεγάλο αριθμό αγγείων, καθώς και μερικά μπρούντζινα μαχαιρίδια. Τα νέα της ανακάλυψης διαδόθηκαν γρήγορα και οι χωρικοί, που βρίσκονταν σε μεγάλη απόγνωση επειδή η παραγωγή τους είχε σχεδόν όλη καταστραφεί από την ακρίδα, άρχισαν να επιδίδονται μαζικά σε ανασκαφές για ανεύρεση αγγείων.

Την επόμενη Κυριακή, περπατώντας με τον κύριο [Δημήτριο] Πιερίδη (συνεργάτη σε όλα όσα σχετίζονταν με αρχαιότητες και καθοδηγητή με βαθύτατες αρχαιολογικές και φιλολογικές γνώσεις) πληροφορήθηκα για τις ανακαλύψεις και χωρίς χρονοτριβή διευθετήσαμε να σταλεί στην περιοχή έμπειρος βοηθός με εντολή να αποκτήσει κάποια ευρήματα και να τα στείλει για αξιολόγηση. Ο απεσταλμένος είδε ότι ο κύριος Ceccaldi βρισκόταν ήδη εκεί. Τα αντικείμενα ήταν καινούργια και η ποικιλία μεγάλη, και σχεδόν όλα αποκτήθηκαν από τον κύριο Ceccaldi και από εμένα.  Αυτός ο πλούσιος χώρος έκρυβε ακόμη πολλά, και οι χωρικοί από το Δάλι βρήκαν πλήρη απασχόληση αναζητώντας τάφους και αδειάζοντάς τους.

Ο αριθμός των αντικειμένων αυξανόταν όπως επίσης και εκείνος των αγοραστών. Ο φίλος μου κ. Sandwith, βοηθός πρόξενος της Βρετανίας, άρχισε να ενδιαφέρεται για απόκτηση και τον ακολούθησε ακόμη ένας φίλος, ο οποίος, παρ’ ότι ήταν ο τελευταίος που έδειξε ενδιαφέρον, έμελλε να αναπτύξει ερευνητικές δραστηριότητες περισσότερο μακροχρόνιες και με πολύ λαμπρότερα αποτελέσματα όλων μας, και εννοώ τον Αμερικανό Πρόξενο στρατηγό de Cesnola”.

Ο Thomas B. Sandwith, στον οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας, υπηρέτησε στη Λάρνακα για πέντε χρόνια, από τον Οκτώβριο 1865 έως τον Σεπτέμβριο 1870, και το ενδιαφέρον του για κυπριακά αρχαιολογικά ευρήματα φαίνεται ότι άρχισε κάπως αργά (ίσως από το 1868, όπως σημειώνεται στο απόσπασμα που προηγήθηκε). Παρά το περιορισμένο ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία, ο Sandwith δημοσίεψε το 1877 δεκαεξασέλιδη μελέτη με τίτλο On the different Styles of Pottery found in Ancient Tombs in the Island of Cyprus η οποία θεωρείται, από ειδικούς, ως μία από τις σημαντικότερες πρώιμες προσπάθειες ταξινόμησης των αρχαίων κυπριακών αγγείων. [Στην ίδια έκδοση περιλαμβάνονταν και οι πέντε έγχρωμες λιθογραφίες με δείγματα κυπριακών αγγείων, οι οποίες δημοσιεύονται σ’ αυτή την ανάρτηση].

Advertisements