[Το 1965 ο ζωγράφος Τάκης Μ. Φραγκούδης (1900-1978) έδωσε στη Βιβλιοθήκη Λεμεσού διάλεξη, η οποία αργότερα κυκλοφόρησε σε πολυγραφημένο δακτυλόγραφο με τίτλο “Η παλιότερη Λεμεσός κ’ άνθρωποί της”. Από εκείνη την έκδοση μεταφέρεται εδώ απόσπασμα των αναμνήσεών του από τη λεμεσιανή εκπαιδευτικό και συγγραφέα Πολυξένη Λοϊζιάδα (1855-1942). (Το πορτρέτο της Π. Λοϊζιάδος είναι έργο του Νίκου Νικολαϊδη και βρίσκεται στο Λανίτειο Λύκειο Β΄, Λεμεσού)].

Στο Παρθεναγωγείο της Λεμεσού, διευθύντρια ήταν η Πολυξένη Λοϊζιάς, που ανέθρεψε κι αυτή ελληνοπρεπώς τις μητέρες και τις αδελφές μας. Η ηθικολογία της ήταν κάτι χωρίς προηγούμενο και θυμούμαι τώρα ένα ωραίο επεισόδιο, που έγινε στο Θέατρο Χατζηπαύλου, όταν στο βωβό κινηματογράφο της εποχής εκείνης, παιζότανε το “Quo Vadis”, σε ειδική απογευματινή προβολή για τους μαθητές και τις μαθήτριες των σχολείων, χωρίς εκείνη την πράξη, που έδειχνε τα οργιώδη συμπόσια του Νέρωνα, αλλά και χωρίς τη μουσική υπόκρουση του πιάνου του μαέστρου (του Γιώργου Χουρμούζιου, που ήταν κι ο Διευθυντής της Φιλαρμονικής του Δήμου Λεμεσού).

Οι μαθήτριες, μαζί με την κυρία Πολυξένη και τις άλλες δασκάλες, πήρανε θέσεις στην πλατεία του Θεάτρου και στις δυο πλαϊνές ‘πεζούλες’. Εμείς οι μαθητές του Γυμνασίου, καθήσαμε στον πρώτον εξώστη και στο υπερώο.

Σε μια στιγμή της ταινίας, που ο Πετρώνιος αγκάλιαζε και φιλούσε περιπαθώς την αγαπημένη του Λυγία, ακούστηκε ξαφνικά στην ησυχία της σάλας, η αγριοφωνάρα της κυρίας Πολυξένης: ‘Εν αδελφός της, κόρη, εν αδελφός της!!’

Μπορείτε να καταλάβετε τι καγχασμοί ξέσπασαν από τους δυο εξώστες του Θεάτρου.

Η Πολυξένη Λοϊζιάς, έκανε και την ποιήτρια κι έγραψε και τύπωσε σε καθαρευουσιάνικους στίχους ένα ‘δραματικόν ειδύλλιο’, όπως το έλεγε, που έδωσε αφορμή στο θείο μου Σίμο Μενάρδο, τον μετέπειτα Ακαδημαϊκό και Καθηγητή της Οξφόρδης και του Πανεπιστημίου Αθηνών, να βάλει όλην τη γνωστή ειρωνεία του απάνω στο βιβλιαράκι της κυρίας Πολυξένης.

Στο πίσω εξώφυλλο του ‘δραματικού ειδυλλίου’, ήταν τυπωμένη η τιμή του, με τη φράση που συνηθιζόταν τότε: Τιμάται σελλινίου. Έγραψε λοιπόν ο Μενάρδος από πάνω:

Καμμία φράσις τραγική

εντός του ειδυλλίου

δεν εύρον, πλην αυτής εδώ:

Τιμάται σελλινίου.

Σ’ ένα άλλο σημείο του έργου, όπου η ηρωΐδα, η Καρλόττα, έκλαιγε γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί αυτόν που θέλανε να της δώσουνε, ο Μενάρδος σημείωσε:

Έπαρε τον, Καρλόττα μου,

τι ωφελούν οι θρήνοι;

Κι εγώ εθρήνησα πολύ,

μα πάει το σελλίνι.

Κι αλλού, όπου αναφέρεται μέσα σε παρένθεση: ‘Ακούγονται φωναί έξωθεν’, σημείωσε στο περιθώριο:

Ειν’ οι συνδρομηταί, που κάμνουν το αλάι,

που δώσαν το σελλίνι τους και χάθηκε και πάει.


Advertisements