[Απόσπασμα από το βιβλίο του δημοσιογράφου Κ. Α. Κωνσταντινίδη, Η Αγγλική κατοχή της Κύπρου, του 1878 (Λευκωσία 1930), όπου περιγράφονται τα μέτρα κατά της εγκληματικότητας που λαμβάνονταν στη Λευκωσία κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κατοχής. Όταν τη διακυβέρνηση της Κύπρου ανέλαβαν οι Άγγλοι τους τουρκους βαρυποινίτες τους έστειλαν στην Τουρκία].

“Εις φυλακάς ―αι οποίαι ήσαν παραπλεύρως του Σεραγιού― συνεσωρεύοντο διάφοροι λησταί, φονείς κ.λπ. από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας: το Μαυροβούνιον, την Σερβίαν, την Βουλγαρίαν, το Αϊδίνι, την Σμύρνην κ.λπ., τα περίφημα “ζεϊμπέκια”, οι οποίοι απετέλουν το 95% των εγκλείστων των φυλακών ―οι Κύπριοι ήσαν ελάχιστοι. Τα κακοποιά λοιπόν αυτά στοιχεία αφήνοντο ως επί το πλείστον την ημέραν ελεύθερα να κυκλοφορούν εις την πόλιν και προ πάντων την αγοράν, λόγω μεν δια να πωλήσωσι τα προϊόντα της εργασίας των εις τας φυλακάς, όπου ο καθένας ησχολείτο με το επάγγελμά του, πάντως όμως και δια να απαλλάττεται η Κυβέρνησις της διατροφής των. Φαντάζεται κανείς πόσον κακήν επίδρασιν εις τα ήθη θα είχεν ο συναγελασμός τοιούτων προσώπων προς τον λαόν, εάν αυτός δεν είχε την καλήν και ήμερον φύσιν του Κυπρίου· οπωσδήποτε δε δεν είναι δυνατόν να μη επηρεάζοντο ασθενείς χαρακτήρες από τοιούτον παραδειγματισμόν και δια τούτο ο αναγνώστης θα ευρίσκει δικαιολογημένον τον χαρακτηρισμόν των τοιούτων φυλακών ως προτύπου Εγκληματικής Σχολής, εις την οποίαν η εγκληματολογία  εδιδάσκετο υπό διεθνών καθηγητών εμπράκτως. […]

Αλλά, θα ερωτά κανείς, δεν εφοβείτο η Κυβέρνησις ότι οι κατάδικοι αυτοί, μένοντες ελεύθεροι την ημέραν, θα ήτο δυνατόν να δραπετεύσουν; Η απάντησις εις την εύλογον ερώτησιν είναι ότι ήσαν όλοι αλυσωμένοι και ότι η Κυβέρνησις εθεώρει ως ασφάλειαν κατά της φυγής την… αλυσίδα κάθε φυλακισμένου. Σημειωτέον ότι κάθε φυλακισμένος έφερεν αλυσίδα, ή μάλλον άλυσον χονδρόν, από την ζώνην έως το κάτω μέρος του ποδιού, βάρους αρκετών οκάδων και με χαλκάδες ισαρίθμους προς τα έτη της ποινής του. Βαρύποινοι, λοιπόν, κατάδικοι εις 15-20 ετών φυλάκισιν έφερον άλυσον ο οποίος με τους χαλκάδες του έφθανε, κατά πληροφορίαν εμφαντικήν δοθείσαν εις ημάς, μέχρι 35 οκάδων! Με βάρη, λοιπόν, 10, 20, 30, κ.λπ. οκάδων και η ιδέα φυγής ήτο κατά κανόνα αδύνατος.

Εξαιρετικώς μίαν φοράν βαρύποινοι φυλακισμένοι, παρακινούμενοι από κάποιον γιγαντόσωμον Μαυροβούνιον κατώρθωσαν να διαφύγωσι προς στιγμήν από τον κλωβόν των, αφού κατώρθωσεν εκείνος με τας ηρακλείους χείρας του να βιάσει την σιδηράν εξώθυραν των φυλακών και να προηγηθεί εις την έξοδον. Μετ’ ολίγας όμως ώρας συνελαμβάνοντο οι δυστυχείς εις τον ποταμόν παρά το Καϊμακλί ενώ αφελέστατα επροσπαθούσαν, χρησιμοποιούντες τσιακκίλες ως άκμονα και σφύραν, να σπάσουν τις χονδρές αλυσίδες των”.

[Εξηγήσεις φωτογραφιών: Επάνω: “Κατάδικοι από τις φυλακές Λευκωσίας, οδηγούνται προς την Κερύνεια, συνοδευόμενοι από Άγγλους και Τούρκους στρατιώτες”. Κάτω: “Μεταφορά Τούρκων καταδίκων από την Κύπρο στην Τουρκία, με το πλοίο Μαύρος πρίγκιπας, του βασιλικού ναυτικού”].

Advertisements