Vizyinosjpeg[Ο μείζων νεοέλληνας πεζογράφος Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896), γεννημένος στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, διέμεινε στην Κύπρο κατά την περίοδο 1868-1872, ως σπουδαστής, αλλά και “προστατευόμενος ρασοφόρος υποτακτικός” του αρχιεπισκόπου Κύπρου, Σωφρονίου Β΄. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του έζησε έναν άτυχο έρωτα με νεαρή Λευκωσιάτισσα, γνώρισε όμως από κοντά και το δράμα του τόπου που μαστιζόταν συχνά από επιδημίες, ανομβρία και επιδρομές ακρίδας.

Το ποίημά του “Το πτωχόν της Κύπρου”, με συνοδευτική επεξήγηση “Εγράφη κατά την ανομβρίαν”, δημοσιεύτηκε στην ποιητική συλλογή του Ατθίδες αύραι (1884). Ο Βιζυηνός προερχόταν από φτωχή οικογένεια και γνώριζε από πείνα και στερήσεις, στοιχεία που διακρίνονται και στο ποίημα].

Στην Πόλη, έρημο πουλί

με μάτι δακρυσμένο,

απλώνει το καϋμένο

το χέρι του με συστολή.

*

Θαρρείς δεν έχ’ αναπνοή.

Ταλαίπωρο παιδάκι!

Λίγο ξερό ψωμάκι

το ξαναφέρει στην ζωή!

*

―Καλέ μου συ, αφεντικό

με την χρυσή καδένα!

Λυπήσου με κ’ εμένα,

που ’μαι γυμνό και νηστικό!

*

Στην Κύπρο η καλοκαιριά

τα κεραμίδια λυώνει·

κι εδώ: Πώς με παγώνει

το κρύο του παλιοβοριά!..

*

Για δώστε μου λίγο ψωμί,

να ιδώ αν με ζεσταίνει!

Να ιδώ αν ανασταίνει

το κουρασμένο μου κορμί!..

*

Πώς με μυρίζουν τα φαγιά

και τα ζεστά ψωμάκια!

Για νηστικά παιδάκια,

τι θέαμα τα μαγειριά!..

*

Θυμούμαι πρώτα, στο χωριό·

Επείνασα λιγάκι;

Χαλλούμι και ψωμάκι

κ’ ευθύς εγίνηκα θεριό!

*

Μα πέρασαν κείν’ οι καιροί!

Η Κύπρος μας καμίνι

νομίζεις πως εγίνη,

για να μας λυώσει σαν κερί!

*

Τα σύννεφα, τόσον καιρό,

ξεχάσανε τη στράτα

που τα ’φερνε γεμάτα,

κι εμείναμε χωρίς νερό.

*

Κι αυτό που σπέρνουν οι γεωργοί

φοβάται να φυτρώσει,

γιατί θα το κορώσει

ο ήλιος, κι η ψημένη γη…

*

Τα ρούχα μου τα γιορτερά,

―πώς τα θυμούμ’ ακόμα!―

το πάπλωμα, το στρώμα,

τα δώσαμε στον αλευρά.

*

Την μάνα μου μια χαραυγή,

σαν δάφνη μαραμένη,

―πεινούσεν η καϋμένη!―

την θάψαμε στην μαύρη γη!..

*

Πώς μ’ εγελούσεν ο παπάς!

Με είπε: ―Θα σε φέρει

απ’ του Θεού το χέρι

ψωμάκι, κι ό,τι αγαπάς.

*

Κι επήγα τόσες πρωινές

στο μαύρο της το μνήμα

κι εφώναξα. (Τι κρίμα!

Ήσαν αδύνατες φωνές):

*

―Πεινώ, μανούλα μου, πεινώ!

Εβγ’ άξ’ από το χώμα!

Δεν έψησαν ακόμα

κανα ψωμί στον ουρανό;..

*

Εκεί, με σήκωσε χλωμό,

σαν έκλαια μια μέρα,

το χέρι του πατέρα,

που με φιλούσε με καϋμό.

*

Πώς μ’ ήρθε μια κρυφή χαρά!

Είπα πως θα με δώσει

καμμιά κουλούρα, τόση,

που να χορτάσω μια φορά!

*

Μα κείνος μ’ όψη νεκρική

σε βάρκα μ’ έχει βάλει·

και ο βαρκάρης πάλι

σε μια φρεγάδα τουρκική.

*

Και μ’ έχουν φέρει μοναχό

να βρω ψωμί να φάγω·

να βρω ψωμί να πάγω

και στον πατέρα τον φτωχό!..

*

Ώ, σπλαχνισθήτε το μικρό!

Δότε ψωμί να φάγει,

ψωμάκι να του πάγει,

πριν τον ευρεί κι αυτόν νεκρό!

Advertisements