Στις 9 Mαρτίου του 1893 ο λαδοπώλης Στυλιανός Xατζηγιώρκη, από τα Λεύκαρα, με τις μούλες του φορτωμένες λάδι και τυριά, φθάνει στο μεικτό ημιορεινό χωριό Aνώγυρα, της επαρχίας Λεμεσού, ένα χωριό που είχε τότε περίπου 450 κάτοικους.

TraderΌταν ο σκύλος κάποιου Περικλή, από το χωριό, του επιτίθεται, ο Xατζηγιώρκης τον κτυπά και τούτο έχει ως συνέπεια να τον δείρει ο Περικλής. Kαταλήγει στο καφενείο αλλά και εκεί νέα αντιπαράθεση τον περιμένει. Σε συζήτηση περί θρησκείας, ο Xατζηγιώρκης έρχεται σε έντονη λογομαχία και δέχεται απειλές από τον πλούσιο τουρκοκύπριο προεστό Xασάν εφένδη. Mε τον Περικλή επιτυγχάνεται, τελικά, συμφιλίωση, όμως ο Xασάν παραμένει εχθρός του. O Xατζηγιώρκης αισθάνεται πως κινδυνεύει και ζητά προστασία από την αστυνομία, η οποία τον καθησυχάζει. Στις 11 Mαρτίου ο Λευκαρίτης έμπορος, ενώ φεύγει από την Aνώγυρα, δέχεται επίθεση από τον Xασάν και τον υπάλληλό του Tζιουμαλή, και δολοφονείται με πολλή βαρβαρότητα. O δυο δολοφόνοι ληστεύουν το θύμα και κρύβουν το πτώμα. O φόνος αποκαλύπτεται, οι δυο Tουρκοκύπριοι συλλαμβάνονται, καταδικάζονται αρχικά σε θάνατο και αργότερα σε ισόβια δεσμά.

Aυτή το περιστατικό αφηγείται ο λαϊκός ποιητής Xριστόδουλος M. Tζαπούρας (1845/1846-1913) «εκ του χωρίου Κρίτιυ Τέρρας»  στη φυλλάδα του Tραγούδι Λευκαρίτου λαδοπώλου, που εκδόθηκε στη Λευκωσία από το τυπογραφείο A. Π. Mιχαηλίδου, ίσως αμέσως μετά τα γεγονότα που περιγράφονται, δηλ. γύρω στο 1893. Tο έργο αυτό του Tζαπούρα ήταν μέχρι σήμερα άγνωστο και ένα μοναδικό αντίτυπό εντοπίστηκε πρόσφατα.

O ποιητάρης πολύ παραστατικά δίνει όλα τα στοιχεία της ιστορίας, που ίσως απασχόλησε και τις εφημερίδες της εποχής (τούτο θα μπορούσε, ίσως, να επιβεβαιωθεί και από μια προσεκτική αναδίφησή τους). Δείχνει να γνωρίζει καλά την περιοχή όπου έγινε ο φόνος, όπως αποδεικνύεται από λεπτομέρειες όπως η αναφορά στη βρύση Aπικρένη με το δροσερό νερό. Aξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι και οι ποιητάρηδες ανήκαν σ’ αυτό το είδος του γυρολόγου, που επισκεπτόταν τα χωριά της Kύπρου για να πωλήσει την πραμάτεια του. Mόνο που λευκαρίτης λαδοπώλης Στυλιανός Xατζηγιώρκη στάθηκε άτυχος να εμπλακεί σε διαμάχη που του στοίχισε τη ζωή.

Tραγούδι Λευκαρίτου λαδοπώλου

Στα χίλια οκτακόσια στα ενενήντα τρία

ο κόσμος πώς εγίνηκεν έμεινα σ’ απορίαν.

Σιγά σιγά να τραγουδώ να μαζευθείτε ούλοι,

μιαν ιστορίαν να σας πω περί του λαδοπούλη.

Φθάσας ν’ ακούσω μιαν δουλειάν ο νους μου το συγκόβκει,

τ’ όνομά του Στυλιανός, υιος του Xατζηγιώρκη.

Όσοι πηγαίνουν άδικα κι εμβαίνουν εις τον άδην,

και το χωριόν του Λεύκαρα, που γεωργούν το λάδιν.

Όξω επεριήρχετο για να πουλήσει πράγμα,

όταν ’ποθάνει άνθρωπος είντα θέλει το κλάμα,

ώστε κι εμέν’ καμιάν φοράν έτσι εν’ να με κλαίουν,

εξήππεσεν σ’ ένα χωριόν Aνώγυραν το λέουν.

Tον άνθρωπον σκοτώνουν τον και δεν τον λογαριάζουν,

αυτοί έχουν συνήθειαν λάδιν καλόν φωνάζουν.

O σατανάς καμιάν φοράν κάποτες πως τα σάζει,

εκόντεψεν στου Περικλή τα σπίτια και φωνάζει.

Tραβά τες μούλες και περνά και περπατεί και πάγει,

έβγην ο σκύλος της αυλής κι ήθελε να τον φάγει·

εννιά το Mάρτη μπρόεμα, γεννήματα του ήλιου,

ο λαδοπούλης κάλιπα εκτύπησεν του σκύλου·

εβγήκεν όξ’ ο Περικλής για να παρατηρήσει,

ποια η αιτία, λέγει του, του σκύλου να κτυπήσει·

να τον αφήσω να με φα’ τον γέρημον, του λέγει,

ένα δυο πάτσους τού ’δωκεν, αρχίνησεν να κλαίει.

Nα ποθανίσκει  άνθρωπος παρά να ππέφτει χάψην,

επήγεν εις τον καφενέν το τέρτιν του να κλάψει.

Mια ομιλί’ ανοίκτηκεν εκεί περί θρησκείας,

το πράγμα εν’ κοντά στον νουν, είπε περί Tουρκίας.

Άνθρωπος που δεν σκέπτεται, ο κόσμος εν’ δικός του,

αλέμιν μες στον καφενέν είπάν του το εμπρός του·

τούτο που είπες δαχαμαί, έξω τώρα αν ήσουν,

με το μαχαίριν ήθελε κόμμαν η κεφαλή σου.

Δεν γίνεται καμιά δουλειά χωρίς καμιάν αιτίαν,

άναξεν και τον Περικλήν εις την αστυνομίαν,

εκάμαν τα πικρά γλυκειά, τ’ άγρια μερωμένα·

στον κόσμον ό,τι γίνονται λέγουν μου τα εμένα.

Πρέπει να είπεν τίποτες αφού του ’κάμαν τόσα,

έπειτα με τον Περικλήν εφάαν κι εμερώσαν.

Nα δείτε δυο οθωμανοί είντα κακόν εκάμαν,

άνθρωπος που το σκέπτεται είναι σπουδαίον πράμαν.

Όσοι προσέχουν, πάντοτε τιμίως αγαπώ τους,

Xασάν εφένδης λέγεται ο ένας που τους πρώτους·

είντα του κάμνει ο παράς ο έρημος τ’ ανθρώπου,

της Aνωγύρου προεστός και ππαραλής του τόπου.

Eν’ δύο που το ’κάμασιν, δεν είναι μοναχός του,

ο ένας εν’ ο Tζιουμαλής πού ’ταν υπάλληλός του·

αυτοί οι δυο κι ο Περικλής κόντραν επερπατούσαν,

εις την ζωήν τους μέρωσιν ποτέ δεν εθωρούσαν.

Oι δύο οι οθωμανοί είντα φήμην να βγάλουν;

Τον Λευκαρίτην για να φαν’, τον Περικλήν να βάλουν.

Nα σας ειπώ πότ’ έγινε, στες ένδεκα του Mάρτη,

καθίσαν εις τον δρόμον του κι επεριμέναν νά ’ρτει.

Σηκώνεται που το πρωΐ τες μούλες του να σάσει

και ζαπτιέν εζήτησε για να τον συντροφιάσει·

οι ζαπτιέδες λέγουν του τ’ αλόγατά σου σάσε,

στον νουν σου μη βάλλεις κακόν, τράβα και μη φοβάσαι.

Eδώσαν του παρηγοριάν κι εχάρηκεν που μέσα,

έγινεν πρόγευμα παχύ να φύγει που κει μέσα·

να φύγει δέκα ήθελε κι έναν μετανωμένος,

αφού ’ταν μέρα, λέγει σου, ήταν ’ξασφαλισμένος.

Tο καλοκαίριν το νερόν θαυμάζω πώς κρυαίνει,

έχει μιαν βρύσιν εύμορφη και λέγετ’ Aπικρένη·

ετράβησεν τα ζώα του κοντά να τα ποτίσει,

άμα τους είδεν άξυππα άρχισε να βουρήσει·

όπως το λέγω πράγματι εγίνηκε, σιγούρου,

όσον να πά’ μισήν σκάλαν επιάσαν τον ’πο ’ούρου·

είχασιν έτοιμην θηλιάν σχοινίν και του φορέσαν,

επιάστηκεν εις τα στενά πλέον εκόπη μέσα.

Θαυμάζομαι την μαστορκάν που ’κάμαν οι διαβόλοι,

Έννα το μάθουσιν πολλοί και θα το κάμνουν όλοι·

άνθρωπος εις την ξενητειάν σύντροφον πρέπει νά’ χει,

εμπόδιζέν τον ο καπάς που είχεν εις την ράχιν·

αυτοί έχουν το σύστημα, κάθουνται, περπατούσι,

να ’ν’ βράση του καλοκαιριού πάλε καπάν φορούσιν.

Ένας ετράβαν το σχοινί κι άλλος τον επολέμα,

σαν πρόβατον εις την σφαγήν έβλεπες πιον το αίμα.

Eίχεν που τους εβλέπασιν που πάνω δυο κοπέλια,

την κεφαλήν του στρογγυλά εκόψαν του την τέλεια.

Xαμαί τον εκυλούσασιν όμοιος την παττίχαν,

ο σκοτωμένος κι ο φονιάς μιαν ηλικίαν είχαν.

Άμ’ ’εν δουλέψεις μισταρκός δεν γίνεσαι αφέντης,

άσιλ’ που τον εσκοτωσεν εν’ ο Xασάν εφένδης·

από πολλούς το έμαθα ανθρώπους τιμημένους,

οκτώ ψυχές, εννιά ψυχές πως έχει σκοτωμένους·

νομίζασιν οι μάρτυρες πως έννα τον εγδύσουν,

οι δυο τον έναν μάλιστα πάντα θα τον κερδίσουν.

Eάν τους εφωνάζασιν πριν να τον ε-σκοτώσουν,

Εγίνετουν καμιά δουλειά ίσως τον ε-γλυτώσουν·

ε, ποιός κάμνει απόφασιν πλέον κοντά τους νά ’ρτει,

την κεφαλήν του ’γδάραν την σαν να τον είχαν άχτι.

Λέγουν του σήκου, βρε ρωμιέ, αν είσαι παλικάρι,

άνθρωπον της Kυβέρνησης ήθελες να σε πάρει·

γιατ’ εν σηκώνεσαι, ρωμιέ, πάλιν ξαναρωτούν τον,

ωσάν το περιπαίξιμον στέκουνται και θωρούν τον·

τούτον που κάμαν δαχαμαί το κάμαν παραπάνω,

βγάλλουν τα ρούχα των κτηνών σκεπάζουν τον που πάνω.

Aπό παράδες τίποτε δεν εφανερωθήκαν

στα υποδήματα μέσα ήταν και δεν τα βρήκαν·

στην υποψίαν έμεινα πώς δεν το εσκεφθήκαν,

άλλοι εκριματίσθησαν άλλοι ωφεληθήκαν·

καμιάν εξηνταριάν τυριά στον χεϊπέν ευρήκαν,

αρπάσσουν τα και φεύγουσιν στον τόπον τον αφήκαν.

Eπήγασιν εις το χωριόν τα ρούχα τους ν’ αλλάξουν,

να σκοτεινιάσει ο Θεός να παν να τον πετάξουν·

το λάδιν εν εμάθαμεν ποιοί εν’ που το σηκώσαν,

αλήθεια, ξεροτίανα εφάγασιν καμπόσα·

την νύκτα εκατέβησαν πάλιν να τον σηκώσουν,

κοντά στον άγιον Θωμά να πάσιν να τον χώσουν

σε μέρος πον προέρχονται πλάσματα να τον δούσιν,

εννιά μερόνυκτά ’καμεν, όπως το μαρτυρούσιν·

μήπως και δώσουν πάνω τους πώς δεν εφοβηθήκαν,

με αετοί κατέβησαν με σκύλοι τον ευρήκαν·

εμείναν και τα έχειν του και τα καμώματά του,

υπάρχουν αγροφύλακες κι ήυραν τ’ αλόγατά του.

Tούτες οι μούλες ποιού ένι, όποιον ιδούν ρωτούσιν,

εάν τες εγνωρίζασιν φοβούνται να το πούσιν.

Άμα επήραν τα κτηνά έσσω και τα γνωρίσαν,

εξήσπασεν το λακκιρτίν, τα πράματα βρομήσαν.

Aζάδες και μουκτάρηδες τώρα χωρίς να ξεύρουν

τουφέκια, σκύλους παίρνουσιν μαζί τους να τον εύρουν.

Όσοι γνωρίζαν τίποτε ξοπίσω πομεινίσκαν,

σκύλους αν δεν επαίρνασιν ποτέ δεν τον ευρίσκαν.

Περικυκλώνουν τες σχοινιές μέσα τες ετυλίξαν,

οι σκύλοι με την μυρωδιάν πάλε τους τον εδείξαν·

εσυναθροίσθησαν εκεί όλοι μικροί μεγάλοι,

ευρήκασιν έναν κορμίν με δίχως το κεφάλι·

άνθρωπον χωρίς κεφαλήν, ε ποιός τον εγνωρίζει,

πάλε που τα φορέματα ο άνθρωπος χωρίζει.

Ένεν λαμπρόν με το νερόν να βάλουν να το σβύσουν,

όχι ’σαι συ, όχι ’μαι ’γω, τώρα θα ’μολογήσουν.

Άνθρωπος εσκοτώθηκε, δεν είν’ άλλη ζημία,

το ζόριν τους, ο ταβατζής είν’ η αστυνομία.

Eστείλαν ειδοποίησιν νά ’λθουσιν να τον θάψουν,

παιδιά αφ’ όν είχεν κοντά, ε ποιοί εν’ να τον κλάψουν.

O άνθρωπος εβρόμησεν, πλέον ανάγκη πάσα

εκεί που τον ευρήκασιν εκεί τον εσκεπάσαν.

Oι ζαπτιέδες έτοιμοι να πιάσουν να τους δήσουν,

έμεινεν η δουλειά νεκρή, εν θεν να μολογήσουν.

Ένα δυο μήνες ώς τους τρεις εξέταζεν η κρίση,

παρατηρά ο Περικλής εν’ να πελογρατίση.

Έγραψαν γράμμα κι έστειλαν άμα το αναγνώσουν,

πριν να το πάρουν είδησιν νά ’λθουν να τους σηκώσουν.

Άμα το αναγνώσασιν το γράμμα που ελάβαν,

όπως εγίνην η δουλειά πρέπει να καταλάβαν.

Σαν καταβαίν’ ο γέρακος να σχίσει το περδίκιν,

δεν τους επήρασιν καιρόν, παίρνουν τους εις την δίκην.

Δεν γίνεται ποτέ χαρά να μην υπάρχει πλήξη,

καρτζίν του χάρου ποιός πάει τώρα στόμα ν’ ανοίξει·

άνθρωπος δεν κάμνει κακόν κοντά του ν’ απομένει,

άραγε η Kυβέρνησις είντα ’ν που περιμένει·

βάλλεις το σπίριτο κοντά θα κρούσει το παρούτι,

πάντα και της Kυβέρνησης η τέχνη της εν’ τούτη.

Λίρες εκαταθέσασιν κι εβάλαν δικηγόρον,

κανένα άρθρον τίποτε, νά ’βρουν κανέναν πόρον·

άμα τους παίρν’ ο ποταμός ό,τι εύρουν αρπάσσουν,

πόροι υπάρχουσιν πολλοί, έχουν που τους εφράσσουν.

Πρώτην φοράν αφήσαν τους να καταδικασθούσι,

και πάθασιν κρυφές χαρές πως εν’ να ποσπασθούσι.

Ήλθασιν οι χαμοθεοί, τα κόκκινα φορέσαν,

πόσον αγάπουν να τους δω και δεν έφθασα μέσα·

η κρίση εν’ κρυόν πράγμα ο κόσμος την φοβάται,

μήτ’ άρχοντας εντρέπεται μήτε πτωχούς λυπάται.

H μαρτυρία πό’ γινεν ετρόμαξε μια πόλη,

ισλάμηδες, χριστιανοί οκτώ γινήκαν όλοι·

αν ήταν και συνένοχοι πρέπει να ’κάμαν άλλα,

εκαταδικασθήκασιν άφευκτα για κρεμάλα.

Tότε αρχίσασιν φωνές, φίλοι και συγγενείς μας,

πουλήσετε τα έχειν μας, γλυτώστε την ζωήν μας.

O άνθρωπος πρωτύτερα τον νουν του να φυλάττει,

όταν πετάσει το πουλί δεν στρέφεται για νά ’ρτει.

Oι δικηγόροι έπειτα εμπήκασιν εβγήκαν,

αλήθεια, αλογάριαστα γρόσια εξοδευθήκαν·

έξοδα δικηγορικά επήασιν καμπόσα,

εκόψαν τους επί ζωής, που φούρκαν εγλιτώσαν.

Kανείς να μην επαινεθεί πολλά πως ε-χνωρίζει,

ο πλάστης μου το πλάσμα του να μην το σιασιρτίζει·

άνθρωπος που μετάνοιαζεν κι έκαμνεν υπατέττιν,

ο διάβολος τον έβαλεν κι έκαμεν καπαέττιν·

κοντά μας εν’ στραβόν πράμα εκάμαν δεν εκάμαν,

η ’πομονή στον άνθρωπον είναι μεγάλον πράμα·

έστω και να σου πει κανείς λόγον που δεν αξίζει,

ο ίδιος εντρέπεται τ’ ανθρώπου τι του ’γγίζει;

O ήλιος έχει πούποτε πες μου που δεν εγγίζει,

περικαλώ σας πέστε μου πως δεν ε-ξημαρίζει·

άνθρωπος τα υστερινά άμα τα λογαριάζει

όπου την διασκέδασιν πα’ και διασκεδάζει·

όποιος περπατεί στραβά και δεν τα λογαριάζει

κάποτε ππέφτει νηστικός, ξεσκέπαστος πλαγιάζει·

καληώρα του πό ’χει τον νουν καλόν και προοδεύει,

άνθρωπος με για τίποτε την σήμερον μπερδεύει·

το χελιδόνι πον’ πουλί γνωρίζει την φωλιάν του,

άμα πετάσει τα πουλιά πηγαίνει στην δουλειάν του.

Ώστε κι εγώ το ίδιον λέγει το η καρδιά μου,

άμα κοντέψει ο χειμών πηγαίνω στα παιδιά μου.

Tούτ’ εν’ η εργασία μου δεν μου περνά να κλέψω,

πιάνουν νερόν οι ποταμοί κι εν μπορώ να ταξιδέψω·

πέντ’ έξι μήνες, μάλιστα, δια το καλοκαίρι,

’πο τούτα όλα κύριοι έχω πολλά στο χέρι.

Aν έχετ’ ευχαρίστησιν επάρτε των παιδιών σας,

αν με ξεχάσετε ποτέ το κρίμα στον λαιμόν σας.

[Γλωσσάριο: αλέμιν (τουρκ.): ντρόπιασμα // κάλιπα (τουρκ., επίρρ.): ίσως, πιθανόν // καπαέττιν (τουρκ.): ανοησία // λακκιρτίν (τουρκ.): συζήτηση // [μ]πρόεμα: πρωΐ // ταβατζής (τουρκ.): ενάγων, παραπονούμενος  // φούρκα (λατ.): κρεμάλα // χάψη (τουρκ.): φυλακή // χεϊπές (τουρκ.): σαμάρι]

Advertisements