TserkezisΟ Σάββας Τσερκεζής (1875-1963), ένας συναρπαστικός λαϊκός “απομνημονευματο- γράφος” από τον Μαζωτό της επαρχίας Λάρνακας, με τον μοναδικό του τρόπο αφηγείται την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του (βασανιστική εργασία σε κέντρα της ελληνικής διασποράς ―Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Ιόππη―, συμμετοχή στους ελληνικούς πολέμους του 1897 και 1912-1913 όπου και τραυματίστηκε, και μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η αφήγησή του καλύπτει την περίοδο 1880-1924 και αποτελεί δραματική μαρτυρία σημαντικών στιγμών της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τα δύο απόσπασμα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο: Σάββας Τσερκεζής, “Ημερολόγιον του βίου μου, αρχόμενον από του 1886”, β΄έκδοση. Επιμ. Φ. Σταυρίδης. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, 2007). Φωτογραφίες: Ο Σ. Τσερκεζής (γυρω στα 1923), «Τα παζάρια της Λευκωσίας» (1897) και “Παρέλαση εθελοντών του πολέμου 1912-1913 (σχέδιο εποχής).

Ι. [Δεκέμβριος 1895]

Eις τας 5 μ.μ. έλαβον την εις Λευκωσίαν άγουσαν. Ήτο νυξ Δεκεμβρίου, ο ουρανός ήτο συννεφώδης, το ψύχος ήτο διαπεραστικότατον και εγώ ήμην ηναγκασμένος να διανύσω είκοσι τεσσάρων αγγλικών μιλίων δρόμον πεζός. Μετά ημισείας περίπου ώρας οδοιπορίαν, ότε απεμακρύνθην της Λάρνακος ώς δύο περίπου αγγλικά μίλια, έδυσεν ο ήλιος και άφησε όπισθέν του τον ουρανόν ημισυννεφώδη και ερυθρόχρουν, μετά ημίσειαν δε ώραν σκότος βαθύ εκάλυψε την γην και το ψύχος έγινεν επαισθητότερον.

Την στιγμήν εκείνην με εκατάλαβε βαθεία σκέψις. Από την μίαν εσυλλογούμην την σκατοαναπαραδιάν μου ―οπού επήγαινα εις μίαν πόλιν οπού τα πάντα δι’ εμέ ήτο ξένα, δεν είχα πού την κεφαλήν κλίναι― και από την άλλην εσυλλογούμην την ψυχράν του Δεκεμβρίου νύκτα. Απεφάσισα να γυρίσω πίσω, αλλά επειδή εντρεπόμην απεφάσισα να πάγω και ό,τι έλθει της τύχης μου να το υποφέρω αγογγύστως· άρχισα λοιπόν βήμα τακτικόν.

Καθ’ οδόν συνήντησα έν φορτηγόν αμάξιον και παρεκάλεσα τον αμαξηλάτην να με αφήσει να βάλω τουλάχιστον τα ρούχα μου εις το κάρον· μοι το επέτρεψεν, λέγων μοι: “Eάν δεν είχα φορτίον πολύ θα σε ανέβαζα επάνω, αλλ’ εξάλλου κάμνει και δυνατόν κρύο και είναι προτιμότερον να περιπατεί κανείς”.

Mετά τεσσάρων ωρών βραδυπορίαν εφθάσαμεν εις ένα σταθμόν ονομαζόμενον Πυρόι· εκεί στάθμευον όλα τα κάρα και όλαι αι άμαξαι, και μετά δίωρον ανάπαυσιν ανεχώρουν. Επειδή είχε και άλλα κάρα σταθμευμένα εκεί, εκατέβασα τα ρούχα μου, εμπήκα μέσα, εκάθισα και ήρχισα να εξετάζω τα πέριξ: ο σταθμός περιείχε μέσα καφενείον, ξενοδοχείον και παντοπωλείον.

Oι καραγωγείς και οι αμαξηλάται εισήλθον εντός του εστιατορίου του σταθμού και παρήγγειλαν διάφορα φαγητά, αλλ’ εγώ, επειδή τα χρήματά μου ήσαν μόνον οκτώμισι γρόσια, επροτίμησα να μη φάγω τίποτε, έπιον μόνον ένα καφέ· ερώτησα πόσα κάμνει και μου είπεν είκοσι παράδες, έδωσα τους είκοσι και απεσύρθην εις μίαν γωνίαν, επειδή ήτο απέναντι η θύρα του σταθμού και εκρύωνα· εις το διάστημα αυτό οι καραγωγείς έτρωγον. Επήγα και επήρα ένα κρασί και άναψα ένα τσιγάρο, και αποχαιρετίσας τους καραγωγείς και τον ξενοδόχον εξηκολούθησα τον δρόμον μου.

Ήτο περίπου μία μετά το μεσονύκτιον. Αφού επήγα έως δύο αγγλικά μίλια δρόμον, εκουράσθηκα και απεσύρθηκα ολίγον από τον δρόμον και εκάθισα· αλλ’ επειδή ήμουν κατάκοπος από την οδοιπορίαν απεκοιμήθην. Εις μίαν ώραν, περίπου, το ψύχος ήτο επαίσθητον: όταν εξύπνησα ήμουν σαν ξύλον ξερόν από το κρύον.

“Αχ”, λέγω, “Θεέ μου, εδώ θα μείνω· θα ’φήσω τα κώλα εν τη ερήμω”. Επερπάτησα ολίγον έως ότου εζεστάθησαν τα πόδια μου· να μην σας το πολυλογώ, ανατολάς ηλίου έφθασα εις Λευκωσίαν.

Bazars1897_00327Περί την 8ην πρωινήν έφθασα εις Λευκωσίαν, αλλά πού να καταλύσω όπου ουδένα εγνώριζα; Η Λευκωσία ήτο πόλις εις την οποίαν πρώτην φοράν εισηρχόμην και ηγνόουν εις ποίαν ενορίαν να διευθυνθώ. Mυρίαι σκέψεις συνεκρούοντο εν τω εγκεφάλω μου, εσκεπτόμην τι θα απογίνω άνευ χρημάτων εις μίαν πόλιν όπου ουδένα συγγενή ή φίλον, τουλάχιστον, είχον.

Oύτω αμφιταλαντευόμενος εκ του κόπου και των απείρων σκέψεων έφθασα εις το μέσον της πόλεως· από ’κεί αρώτα, από ’δώ αρώτα έφθασα εις την οδόν Φανερωμένης: ευρισκόμην εις την κεντρικοτέραν οδόν. Εξέτασα ένα διαβάτην εάν γνωρίζει κανένα πτωχικόν ξενοδοχείον.

“Πήγαινε εις το μετόχι”, μοι λέγει.

Eις απόστασιν εκατόν βημάτων από του μέρους ένθα ιστάμην ευρίσκετο το μετόχι της Xρυσορρογιατίσσης, το οποίον είχεν αρκετά δωμάτια εις τα οποία εδέχοντο ξένους με μετρίαν τιμήν· επήγα εις το μετόχι της Χρυσορρογιάτισσας, εκεί εγνώρισα τι θα ’πει πόλις χωρίς κανένα προστάτην. Τέλος πάντων, εις το μετόχι ηύρα άσυλον.

ΙΙ. [Μάρτιος 1897]

Ήτο η 18η Mαρτίου του έτους 1897· μας ειδοποίησαν ότι το Γενικόν Προξενείον της Eλλάδος δέχεται προς εγγραφήν εθελοντάς. Ήμην ο πρώτος εκ των προσελθόντων: ενεγράφημεν εν όλω την ημέραν εκείνην 85 Kύπριοι διαμένοντες εν Aλεξανδρεία. Η Kυπριακή Aδελφότης μάς επρόσφερεν τρόφιμα δι’ όλους και τον ναύλον μας· το ατμόπλοιον εις ό επέβημεν, την 19ην Μαρτίου, ήτο Pωσικόν. Την στιγμήν καθ’ ήν επρόκειτο να αναχωρήσει το ατμόπλοιον, οι πλείστοι εκ των εθελοντών εφόρουν φέσια, αλλ’ ότε το ατμόπλοιον ανέσυρε την άγκυραν τα έριψαν εις την θάλασσαν δείχνοντες την περιφρόνησιν του τουρκικού καλύμματος.

TserkezisParelasiTην 9ην πρωινήν της 21ης Mαρτίου εφθάσαμεν αισίως εις Πειραιά άνευ ουδενός επεισοδίου· ετύχομεν μεγίστης εν Πειραιεί υποδοχής: μόλις εξήλθομεν του ατμοπλοίου, ο δήμαρχος Πειραιώς μάς εξεφώνησεν έν σύντομον πλην ενθουσιαστικόν λόγον εξυμνών την Kύπρον διά τον πατριωτισμόν της, μετά το πέρας του λόγου διηυθύνθημεν εις τον σταθμόν Πειραιώς-Aθηνών, προπορευομένης της μουσικής του ορφανοτροφείου και παιανιζούσης τον ελληνικόν ύμνον. Εις τον σταθμόν μάς εκέρασαν από δύο κονιάκ, την στιγμήν καθ’ ήν έφθασεν η αμαξοστοιχία το πλήθος εξερράγη εις ζητωκραυγάς: “Zήτω ο πόλεμος, ζήτω ο βασιλεύς Γεώργιος, ζήτω οι Kύπριοι εθελονταί!” Eφθάσαμεν εις τας Aθήνας την 11ην π.μ. Εις τον σταθμόν Oμονοίας μάς ανέμενεν σώμα Kυπρίων εθελοντών συγκείμενον εκ 250 ανδρών, μία στρατιωτική μουσική και τέσσαρες αξιωματικοί του πεζικού.

Δεν δύναμαι να περιγράψω την έξοδόν μας εκ του σταθμού, ήτο αληθές πανδαιμόνιον, οι πίλοι μας ανεβιβάζοντο και κατεβιβάζοντο αδιακόπως. Oι αξιωματικοί μάς έταξαν εις τετράδας, έμπροσθεν προπορεύοντο τέσσαρες καλόγηροι Kύπριοι κρατούντες μίαν ελληνικήν σημαίαν την οποίαν εκόμισαν εκ της μονής του Kύκκου, καθ’ οδόν αι ζητωκραυγαί δεν διεκόπτοντο ούτε επί έν δευτερόλεπτον, ιδίως εκ μέρους των πολιτών. Όταν εφθάσαμεν εις την πλατείαν του Συντάγματος το θέαμα ήτο απερίγραπτον: κύριοι και κυρίαι εκρέμοντο εις τους εξώστας και εις τα παράθυρα ζητωκραυγάζοντες υπέρ των Kυπρίων εθελοντών, λέγοντες ότι η Eλλάς θα ενθυμείται πολύν καιρόν την Kύπρον διά τον πατριωτισμόν της, διά την γενναιότητα ήν έδειξε με άνδρας και με χρήμα εις την προσφιλή της Μητέρα· εφθάσαμεν εις την οδόν Kολωνάκι και εκεί διεσκορπίσθημεν εις τα ξενοδοχεία.

Advertisements